Κυριακή πρό τῶν Χριστουγέννων

Ἰησοῦς καί Ἐμμανουήλ

 kyrios toxo Ἀγαπητά μου ἀδέλφια, στό εὐ­αγγε­λι­κό ἀνάγνωσμα σήμερα, Κυ­ριακή πρό τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀκούσαμε μιά σει­ρά ὀνο­μά­των -ἄνδρες διαφόρων προελεύ­σεων ἀλλά καί μερικές γυναῖκες- τή λεγο­μένη γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ (βλ. Μθ 1,1-25). Τό καθένα ἔχει τήν ἱ­στο­ρία του καί, ἄν εἴ­χαμε χρόνο νά μελετήσουμε τήν ἱ­στο­ρία ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ὀνομάτων, θά μα­θαί­ναμε μεγάλα μα­θήματα, θά διδασκό­­μασταν με­γάλα δι­δάγ­ματα. Καί θά μαθαί­να­με κυ­ρί­ως δύο μεγάλα καί σπουδαῖα γιά τή ζωή μας: τήν πί­στη καί τή μετάνοια. Καί αὐτά τά δύο ἑνωμένα στήν ὑποταγή στόν Θεό, στήν ἔν­ταξη τῶν ἀνθρώπων στό σχέ­διο τοῦ Θεοῦ.
  Ἀφήνω τό πλῆθος τῶν ὀνομά­των καί καταλήγω σέ δύο ὀνόματα. Καί τά δύο αὐ­τά ὀνόματα εἶναι ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Εἶναι δύο ὀνόματα πού ἀνή­κουν στόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστόν, στό νεογέν­νη­το βρέφος. Στό βρέφος πού εἶναι ὁ πρό αἰώνων Θεός: τό ἕνα ὄνομα εἶ­ναι Ἰ­ησοῦς καί τό ἄλλο Ἐμ­μα­νου­ήλ. Ὅλοι μας μικροί καί με­γά­λοι γνωρίζουμε τά ὀνό­μα­τα αὐτά. Καί ὅμως, ἐάν περισ­σό­τερο με­λε­τή­σουμε τό θέμα, θά δοῦμε ὅτι δέν τά γνω­ρίζουμε καλά, διότι γνώση δέν εἶναι νά λέ­με ἁπλῶς τό ὄνομα Ἰη­σοῦς ἤ τό ὄνομα Ἐμμανουήλ· εἶναι νά ζοῦμε μέσα στήν ὕ­παρξή μας τήν παρουσία του, τήν κυριαρ­χία του, νά ζοῦμε στή ζωή μας τή ζωή του. Διότι Ἰησοῦς καί Ἐμμανουήλ ση­μαίνει αὐ­τό, ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε νά μᾶς δώ­σει τή ζωή του γιά νά γίνει ζωή μας.
Μπορεῖ πολλοί νά καλλιεργοῦν τή μο­νο­λό­γιστη εὐχή, καί εἶναι ἅγια αὐτή ἡ καλ­λιέργεια. Ἀλλά πολλές φορές τυπικά λέμε τό ὄνομα Ἰησοῦς χωρίς νά ἔχει κανέ­να ἀν­τίκρισμα, διότι δέν μελετοῦμε τό θέ­μα. Μέ τή μελέτη ὁ πιστός ὅλο καί περισσό­τερο ἐμβαθύνει, ὅλο καί περισ­σότερο συνδέεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χρι­στοῦ, ὅλο καί περισσότερο συνδέεται ἡ ἱστορία μας μέ τήν ἱστορία του καί ἡ ζωή μας μέ τή ζω­ή του. Ἔτσι ὅλο καί περισ­σό­τε­ρο θά νιώ­θου­με ὅτι δέν ἔχουμε θέλημα, διότι τό θέ­­λημά μας πλέον εἶναι τό θέλημα τοῦ Ἰη­σοῦ, τό φρόνημά μας τό φρόνημα τοῦ Ἰη­σοῦ καί τά σχέδιά μας τά σχέδια τοῦ Ἰη­­σοῦ Χρι­στοῦ.
  Ὧρες θά χρειαζόμουν γιά νά ἐμβα­θύ­νω μαζί σας στό νόημα τοῦ μεγά­λου ὀ­νό­ματος Ἰησοῦς. Φθάνει ὅμως ἐκεῖνο πού λέγει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἑρ­μηνεύ­οντάς το. Τό ὄνομα Ἰησοῦς τό ἔφε­ραν καί ἄλλοι: ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυή, ὁ Ἰησοῦς ὁ πρῶ­τος ἀρ­χιερέας μετά τή βα­βυ­λώ­νιο αἰχμαλωσία. Ἀλλά γιά ὅλους τούς ἄλ­λους Ἰησοῦς ση­μαίνει «ὁ Γιαχβέ σώζει». Ὁ Ματ­θαῖος ὅμως γράφει· «Καὶ καλέσεις τὸ ὄνο­μα αὐτοῦ Ἰησοῦν» καί δέν λέγει «ὁ Γιαχ­βέ θά σώσει», ἀλλά «αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀ­πὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Μθ 1,21). Ἔτσι Ἰησοῦς σημαίνει θεο­σω­τήρ. Καί ἐρωτῶ τήν καρδιά μου, ἀδέλφια μου, κι ἐσεῖς τήν καρδιά σας: Ποιό εἶναι τό μεγαλύτερο θέμα, τό πιό ἐπεῖγον, τό πιό καυτό στή ζωή μου; Ποιό εἶναι; Εἶναι ἡ λύτρωσή μου ἀπό τήν ἁ­μαρ­τία. Ὁ ναυα­γός θέλει τόν ναυαγοσώστη, αὐτός πού καίγεται τόν πυρο­σβέ­στη καί αὐτός πού χαρο­πα­λεύει καί ξεψυχάει θέλει τόν λυ­τρωτή, τόν ἐλευθερωτή. Νά, λοι­πόν, ὁ σωτήρας. Εἶναι αὐτός πού μᾶς σώζει ἀπό τό με­γαλύτερο κακό, ἀπό τή φοβερότερη τυραννία, ἀπό τό καθεστώς τοῦ σατανᾶ, ἀπό τήν ἁμαρτία καί τό κράτος της, τή φθορά καί τόν θάνατο. Ἰησοῦς λοι­πόν, ὄνομα γλυκύ, γλυκύτατο, «εἶναι ὁ Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μέ σώσει».
  Τό δεύτερο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας εἶναι Ἐμμα­νου­ήλ. Σήμερα κανένας δέν ὀνομάζεται Ἰησοῦς. Ἀπό τότε πού ὁ Χριστός ἔχει τό ὄνομα Ἰησοῦς κανένας δέν λέ­γε­ται Ἰησοῦς. Τό ὄνομα ὅμως Ἐμμανουήλ πολλοί τό ἔχουν. Τό Ἐμ­μανουήλ ἦταν τό δεύτερο ὄνομα, τό παρατσούκλι. Ἐμ­μανουήλ ση­μαίνει «ὁ Θεός μαζί μας». Καί δεύτερο ἐρώτημα στήν καρδιά μου: Καλά, εἶμαι ἀπαλλαγμένος ἀπό τήν ἁμαρτία, λυτρωμένος ἀπό τό κακό. Πολύ ὡραῖα ὅλα. Ἀλλά εἶμαι μόνος. Τί τρομερό ἡ μοναξιά! Καί σήμερα μέσα στήν πολυκοσμία ἡ μοναξιά εἶναι τό φοβερότερο πράγμα. Ὅμως ὁ Ἐμμανουήλ εἶναι ὄχι μόνο ὁ λυτρωτής μου, πού μέ λυ­τρώνει, ἀλλά εἶναι καί ὁ σύντροφός μου, πού μοῦ χαρίζει τήν πιό γλυκειά συντροφιά. «Συντροφιά μέ τόν Χριστό λαχτάρησα νά ζήσω, ὥσπου νἆθρει ἡ στερνή στιγμή νά ξε­ψυχήσω», λέει ὁ ποιητής. Δέν ὑπάρχει γλυ­κύτερο πράγμα ἀπό τή συντροφιά μέ τόν Χρι­στό. Παράδεισος τί εἶναι; Συντροφιά μέ τόν Χριστό. Λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ἄν πάω στόν παράδεισο, θά ζητήσω τόν Χρι­στό. Αὐτόν λαχταρῶ νά δῶ. Ἄν δέν εἶναι ἐκεῖ καί μοῦ ποῦν ὅτι εἶναι στήν κόλαση, θά πῶ “γρήγορα νά μέ πᾶτε στήν κόλαση”». Ἡ κόλαση μέ τόν Χριστό γίνεται παρά­δει­σος. Ὁ παράδεισος χωρίς τόν Χριστό εἶναι κό­λαση. Αὐτόν τόν Χριστό μποροῦμε νά τόν ἔχουμε ἀπό ᾽δῶ, ἀπό αὐτή τή ζωή, ἀδέλφια μου, νά ζοῦμε ἀπό ᾽δῶ τόν παράδεισο, νά ἀπολαμβάνουμε ἀπό ᾽δῶ τήν αἰώνια ζωή, γιά νά συνεχισθεῖ ἀπό ᾽δῶ ἡ αἰώνια ζωή καί εἰς αἰῶνας αἰώνων.
  Γι᾽ αὐτό λοιπόν καταλήγω: Θά γιορτάσουμε Χριστούγεννα μέ Χριστό ἤ χωρίς Χρι­στό; Καί πῶς θά κάνουμε Χριστούγεννα μέ τόν Χριστό; Ὄχι μέ τά φαγητά καί μέ τά στολίδια, ἀλλά μέ μετάνοια καί Ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία. Ἴσως κι ἐδῶ μέσα στό ἐκκλησίασμα ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἔχουν χρόνια νά ἐξομολογηθοῦν. Μήπως ἔφθασε ἡ στιγμή νά ἐξομολογηθεῖτε φέτος, νά κοινωνήσετε; Ἀλλά καί ὅσοι ἐξομο­λο­γού­μαστε πάλι νά ἐξομολογηθοῦμε, ὥστε μέ τήν ἑτοιμασία αὐτή νά κοινωνήσουμε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον». «Εἰς ἄφεσιν ἁμαρ­τιῶν», ἐφόσον ὁ Ἰησοῦς μᾶς λυτρώνει ἀπό τήν ἁμαρτία, καί «εἰς ζωὴν αἰώνιον» καί χαράν αἰώνιον, διότι ὁ Ἐμμανουήλ εἶναι ἡ αἰώνια συντροφιά μας.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυριακή 24/12/2006, ἱ. ν. Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος, Φίλυρο