Κυριακή τοῦ ἀσώτου

Ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου σέ τέσσερις φάσεις

  Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου (Λκ 15,11-32) χαρακτηρίσθηκε ὡς τό εὐαγγέλιο τῶν εὐαγγελίων, ὡς τό μαργαριτάρι ὅλων τῶν παραβολῶν. Σ' αὐτή τή σύντομη παρα­βο­λή παρουσιάζεται μέ ἀκρίβεια ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου -θά ἔλεγα ἡ παγκόσμια ἱ­στορία- σέ τέσσερις σταθμούς: ἀποστα­σία - καταστροφή, ἐπιστροφή - σωτηρία. Αὐτό εἶναι καί τό περιεχόμενο ὅλης τῆς ἁγίας Γραφῆς.
  Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό καί τοποθετήθηκε στόν παράδεισο. Ἀ­πο­σκίρτησε ὅμως, ἔγινε ἀντάρτης καί ἀναρ­χικός. Καί αὐτή ἡ ἀνταρσία του τόν ἀπ­ομάκρυνε ἀπό τόν Θεό. Καί τά ἀποτε­λέ­σματα; Ὅσα γράφουν ὅλοι οἱ ἱστορικοί καί τά γνωρίζουμε κι ἐμεῖς ἀπό τήν πρα­γματικότητα: ἡ καταστροφή, ἡ τραγωδία, οἱ πόλεμοι, ἡ ἀναρχία, ἡ ἀδικία, ἡ δια­φθορά, ἡ ἀνηθικότητα, οἱ αὐτοκτονίες, κ.ἄ. Καί ἡ λύση τοῦ δράματος; Μία: ἡ ἐ­πιστροφή, ἡ μετάνοια. Μέ τή μετάνοια ὅλα ἀποκαθίστανται, ὅλα γίνονται παρά­δεισος· ὁ ἄνθρωπος πλέον υἱοθετεῖται καί γίνεται παιδί τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ὑπο­ψή­φιος τῆς αἰώνιας βασιλείας.
Ἀναφέρω ἀπό τήν ἴδια τήν παραβο­λή ὁρισμένα σημεῖα. Ὁ ἄσωτος ζεῖ μέσα στήν ἀθλιότητα. Κατήντησε χοιρο­βο­σκός. Κι ἐνῶ τά γουρούνια πού βόσκει χορταίνουν ξυλοκέρατα, αὐτός δέν μπο­ρεῖ νά γεμίσει τήν κοιλιά του. Ἡ συνει­δη­τοποίηση τῆς κατάστασής του δημιουρ­γεῖ ἕναν τρανταγμό μέσα του, μιά ἀνα­στάτωση, ἡ ὁποία τόν φέρνει στά συγκα­λά του. «Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθών», σημειώνει ὁ Λουκᾶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρίν ἦταν ἐκ­τός ἑαυτοῦ, ἦταν τρελός. Ὄντως ἡ ἀ­πο­στασία ἀπό τόν Θεό, ἡ καταπάτηση τοῦ θείου θελήματος εἶναι τρέλα, ὅπως εἶναι τρέλα νά ἐγκαταλείψει μέ τή θέλησή του ἕνας ὁδηγός τό κατάστρωμα τοῦ δρόμου καί νά ρίξει τό αὐτοκίνητό του στόν γκρε­μό. Ἦταν τρελός, λοιπόν, καί ὅταν ἦλθε στά συγκαλά του, ἀποφασίζει νά ἐπι­στρέ­ψει στόν πατέρα του, νά πέσει στά πόδια του μέ μετάνοια, μέ συντριβή καί νά πεῖ: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ ἐνώ­πιόν σου καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».
  Καί ὁ σπλαγχνικός πατέρας εἶδε ἀπό μακριά τό παιδί καί, παρόλο πού ἦταν σέ ἐλεεινή κα­τάσταση, τό ἀναγνώρισε. Τό περίμενε, τό ζητοῦσε μέ ἀγωνία. Μέ ἀμεί­ωτη στορ­γή καί πατρική ἀγάπη τό ἀγκά­λιασε καί τό φιλοῦσε. Καί ὄχι ἁπλῶς τό φιλοῦσε, ἀλλά τό καταφιλοῦσε.
  Τί μεγάλο πράγμα ἡ μετάνοια! Εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων! Ἡ μετάνοια εἶ­ναι ἐκείνη πού κάνει τόν Θεό νά ἀγκα­λιάζει τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό. Τί λέ­­γω; Ἡ μετάνοια κάνει τόν Θεό νά μετα­νοεῖ. Αὐτό ὅταν τό πρωτοδιάβασα στήν ἁγία Γραφή συγκλονίστηκα. Τί δύναμη ἔχει αὐτή ἡ μετάνοια! Τό σχέδιο τοῦ Θε­οῦ εἶναι ὅτι πρέπει ἡ ἀποστασία νά τι­μω­ρηθεῖ· «πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔ­- λαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν» (Ἑβ 2,2). Κι ὅμως, ἐνῶ αὐτή εἶναι ἡ ἀπόφαση, φαί­νεται νά με­τα­νοεῖ ὁ Θεός. Δέχεται τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀγ­κα­λιάζει καί τόν συγχωρεῖ. Ἀντί νά μᾶς καταστρέψει, μᾶς ἁ­γιάζει καί μᾶς δοξάζει. Ὤ δύναμη πού ἔχει ἡ μετάνοια!
  Καί μάλιστα, ὅπως τό τονίζει κατ᾽ ἐπανάληψη ἡ ἁγία Γραφή, ὁ Θεός ὁ παντογνώστης, ὁ πάνσοφος δέν θυ­μᾶ­ται -κρατῆστε το καλά αὐτό- δέν θυμᾶται τίς ἀνομίες μας, τίς ἀδικίες μας, τίς ἁμαρτίες μας! Πότε; Ὅταν με­τανοήσουμε καί μέ δάκρυα, συντριβή καί Ἐ­ξομολόγηση ζητήσουμε τό ἔλεός του. Τότε μέ τό αἷμα του ξεπλένει καί ἐξαφανίζει τίς ἁμαρτίες. Τό βεβαιώνει· «καὶ τῶν ἁ­μαρ­τιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνη­σθῶ ἔτι» (Ἰζ 38,34· Ἑβ 8,12). Καί τό βλέ­πουμε καί στήν παραβολή.
  Δίδει ὁ πατέρας ἐντολή στούς δούλους του νά ντύσουν μέ τή στολή τήν πρώτη, τήν ὡραία τόν γιό του πού ἐπέστρεψε, πού ἦταν νεκρός καί ἀναστήθηκε, χαμένος καί βρέθηκε. Νά τόν ντύσουν γιά νά μή φαί­νονται οἱ κακίες καί οἱ ἁμαρτίες, νά φαίνεται βασιλόπουλο. Ἀκόμη νά τοῦ δώσουν δαχτυλίδι στό χέρι πού σημαίνει ὅτι τοῦ δίδει ἐξουσία, τήν ἐξουσία τῆς υἱοθεσίας, ὅτι εἶναι παιδί του. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἐξουσία ἀπό τό νά εἶναι κανείς παιδί τοῦ Θεοῦ, κλη­ρο­νόμος τῆς περιουσίας καί τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, συγκοινωνός καί συμμέ­τοχος μέ τόν Θεό στήν αἰώνια βασιλεία· «ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξου­σίαν τέκνα Θε­οῦ γενέ­σθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ» (Ἰω 1,12). Καί αὐτή τήν ἐξουσία τή δίδει στό παιδί του πού ἀποστάτησε, πού καταπάτησε τό θέλημά του, πού ἔκανε ὅ,τι ἔκανε, πού κατήντησε ἐκεῖ πού κατήντησε. Γιατί; Διότι μετανόησε.
  Καί τό καταπληκτικό: δίδει ἐντολή νά σφάξουν «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», τό μο­σχάρι πού ἰδιαίτερα τό τάιζαν γιά μεγάλη πανήγυρη. Οἱ πατέρες καί οἱ διδάσκαλοι ἑρμηνεύουν ὅτι «ὁ μόσχος ὁ σιτευτός» εἶναι ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θυσιάζεται, γιά νά μᾶς ξεπλύνει ἀπό τίς ἁμαρτίες, νά μᾶς θρέψει μέ τό σῶμα του καί τό αἷμα του ὥστε νά ἔχουμε ζωή αἰώνια.
  Τήν παραβολή αὐτή τοῦ ἀσώτου τή χαρακτηρίζουν οἱ πατέρες καί παραβολή τοῦ σπλαγχνικοῦ πατέρα. Ὁ σπλαγχνικός πατέρας, ὁ πολυέλεος, ὁ μακρόθυμος εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός μας, ὁ ὁποῖος δέχεται τόν ἄσωτο, ὅταν μετανοήσει, ξεχνάει ὅλα τά κακά καί τόν ἔχει στήν Ἐκκλησία του μέλος ζωντανό καί ὑποψήφιο γιά τήν αἰώνια βασιλεία του.
  Ἀδελφοί μου, συνοψίζω ὅσα εἶπα ἐπαναλαμβάνοντας τά τέσσερα κύρια σημεῖα πού ἔχει ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου: ἡ ἀποστασία ὁδηγεῖ στήν καταστροφή, ἡ ἐπι­στρο­φή ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό μετάνοια καί ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ σπλαγχνικοῦ πατέρα πού μᾶς σώζει.

Στ. Ν. Σάκκος
Κυ 31-1-2010, Φίλυρο