Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ λησμονημένος ποιητής καί πολεμιστής τοῦ 1940
«Δέν ἔχω γνωρίσει, θά ᾽θελα νά τό διακηρύξω, μορφή πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἁγνότερη ἀπό τή δική του. Ἄπραγος, ἀδέξιος, ἀνίκανος γιά ὁτιδήποτε πρακτικό, ζοῦσε μέ τό τίποτε, καί δέν τοῦ χρειαζότανε τίποτε ἄλλο ἔξω ἀπό τήν Ποίηση… Ἔτσι ὅμως εἶχε φτάσει ὥς τό σημεῖο νά μπορεῖ νά ὑψώνει τά μεγάλα του ἀσθενικά μάτια ὥς τίς πλατωνικές Οὐσίες». Ὀδυσσέας Ἐλύτης
Ὁ θαυμασμός τοῦ νομπελίστα ποιητῆ μας εἶναι γιά τόν Γιῶργο Σαραντάρη, τόν μεγάλο ποιητή καί στοχαστή τῆς γενιᾶς τοῦ 1930. Πολέμησε ἡρωικά στήν πρώτη γραμμή τοῦ πολέμου τό 1940, ἀλλά δέν ἔπεσε νεκρός ἐκεῖ, ὅπως ὁ συνταγματάρχης Δαβάκης, ὁ ὑπολοχαγός Διάκος καί ἑκατοντάδες ὑπαξιωματικοί καί στρατιῶτες. Τό ἰσχνό καί ἀσθενικό σῶμα του -ζύγιζε μόνο λίγες δεκάδες ὀκάδες- ὑπέφερε ἀγόγγυστα τίς κακουχίες, ἀρρώστησε ἀπό αὐτές καί πέθανε σέ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας σέ ἡλικία 33 ἐτῶν.
Γιός τοῦ Δημήτρη Σαραντάρη καί τῆς Ματθίλδης Σωτηρίου, πού κατάγονταν ἀπό τό Λεωνίδιο τῆς Κυνουρίας, γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη. Ζοῦσαν οἰκογενειακῶς στήν Ἰταλία. Ὅμως ὅλα τά ἀγόρια τῆς οἰκογένειας ἔρχονταν στήν Ἑλλάδα νά ὑπηρετήσουν τή στρατιωτική τους θητεία καί διατηροῦσαν τήν ἑλληνική τους ὑπηκοότητα. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τόν ποιητή μας. Σπούδασε τίς νομικές ἐπιστῆμες στά ἰταλικά πανεπιστήμια. Διάβαζε ἀδιαλείπτως καί ἔγραφε ἀκατάπαυστα ποιήματα καί φιλοσοφικούς στοχασμούς. Τό 1931 ἦρθε νά ὑπηρετήσει στόν ἑλληνικό στρατό καί ἔμεινε πλέον στήν Ἑλλάδα ἕως τόν θάνατό του. Μέ τόν αὐξημένο βαθμό μυωπίας πού εἶχε, δέν μποροῦσε νά χειριστεῖ σωστά τό ὅπλο, τό ὁποῖο δυσκολευόταν νά σηκώσει μαζί μέ τόν βαρύ γυλιό του. Αὐτός ὁ ἀδύναμος, ἀγύμναστος καί μύωπας ποιητής ἐπιστρατεύθηκε, γιά νά ἀντιμετωπίσει μαζί μέ ὅλους τούς ἄλλους Ἕλληνες τόν στρατό τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας.
Γράφει ὁ φίλος του ποιητής Νῖκος Σημηριώτης: «Ἦταν πολύ Ἕλληνας… Ὄχι, δέν ἔδειξε νά φοβᾶται γιά τόν ἴδιο. Δέν σκεφτόταν τόν ἑαυτό του, δέν τόν ἔνοιαζε ἄν πάθαινε κάτι. Μιά χριστιανική ἄποψη τῶν πραγμάτων».
Ὁ συστρατιώτης του συγγραφέας Θεμιστοκλῆς Ἀθηνογένης μίλησε γιά τίς ἡμέρες τοῦ Γιώργου Σαραντάρη στό μέτωπο τῆς Βορείου Ἠπείρου: «Πολλές φορές συναντηθήκαμε μέ τόν Σαραντάρη στά λασποχώρια ἀπ᾽ ὅπου περνούσαμε. Δέν εἶχε, ἀπό τήν ἀρχή, πολλά ἀποθέματα ἀντοχῆς. Συναντηθήκαμε ἔξω ἀπό ἕνα χωριό, τό Κιλαρίτσι… Ἦταν χλωμός, ἀδύ- ναμος. Τά μάτια του φωσφόριζαν παράξενα. Τόν πλησίασα. Θυμᾶμαι ὅτι γονάτισα νά τοῦ μιλήσω, καθώς ἦταν καθισμέ- νος… Μέ κόπο ἀνάσυρε ἀπό τόν χιτώνα του ἕνα μάτσο χαρτιά. Τό πρῶτο πού μοῦ ᾽δειξε χαμογελώντας ἦταν μιά ἰατρική γνωμάτευση, πού τόν ἔστελνε στό νοσοκομεῖο στά Γιάννενα… Τό δεύτερο χαρτί ἦταν ἕνα ποίημα· μοῦ τό ἐμπιστεύτηκε. Μέ μεγάλη συγκίνηση τό ἔβαλε στό χέρι μου. Τότε γιά πρώτη φορά κατάλαβα πώς ὁ Σαραντάρης ἦταν Ποιητής».
Ὁ ἐπίσης συστρατιώτης του Γιῶργος Πολιτάρχης γράφει γιά τήν ἐμπειρία τους στήν Πίνδο: «Ὑπηρετοῦσα ὡς ἔφιππος ἀνιχνευτής. Εἶχα ἤδη λάβει μέρος σέ τρεῖς μάχες: στή Σαμαρίνα, στό Δοτσικό, στόν Σμόλικα. Ἦταν δειλινό κατά τίς ἕξι, σκοτείνιαζε… Ἐκεῖ στό γείσωμα βλέπομε κάποιον… Στεκόταν ἀκίνητος στήν ἐρημιά καί περίμενε… Κοίταξα καλύτερα. Ἦταν ὁ Γιῶργος Σαραντάρης. Ἔτρεξα κοντά του. Μέ γνώρισε. “Ἔχασα τά γυαλιά μου, Γιώργη. Δέ βλέπω τίποτε, τίποτε”. “Μή φοβᾶσαι, μωρέ Γιῶργο”, τοῦ λέγω. “Ἄνθρωποι εἴμαστε. Ὅ,τι χρειαστεῖ ἐγώ θά ᾽μαι κοντά σου”. Δέν ἀντέδρασε. Ἦταν ἐξουθενωμένος. Τόν κράτησα ἀπό τήν πλάτη καί τόν βοήθησα νά κατεβοῦμε τή χαράδρα. Δέν εἶχε δύναμη. Τόν κρατοῦσα. Κάπου κάτω ἀπ᾽ τά κάτασπρα ἔλατα, ψευτοκατασκηνώσαμε… Ὅταν ξημέρωσε, μοῦ λέει: “Πήγαινε τώρα ἐσύ. Ἄσε με ἐμένα”. Ἤθελε νά μείνει ἐκεῖ. Νά πεθάνει. Δέν τόν ἄφησα… Κατά σύμπτωση περνοῦσε μιά στρατιωτική φάλαγγα. Τόν παρέδωσα στόν ἀνθυπολοχαγό».
Στή συνέχεια, τόν βρίσκουμε σέ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας μέ μοναδική του συντροφιά στήν περιπέτειά του τό Εὐαγγέ- λιο. Ὅσοι τόν ἐπισκέπτονταν ὁμολογοῦσαν ὅτι κινοῦνταν στή σφαίρα τῆς ἁγιότητας. Γιά τίς τελευταῖες στιγμές του ἡ ἀδελφή του Λέλα μαρτυρεῖ: «Ἐμεῖς, οἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι, περιτριγυρίζαμε τό κρεβάτι του καί κλαίγαμε βουβά. Μᾶς εἶδε καί μέ τό γλυκό του χαμόγελο, γεμάτος ἀπό εἰρήνη καί πίστη, ἄρχισε ἐκεῖνος νά μᾶς παρηγορεῖ καί νά μᾶς ἐνδυναμώνει, παροτρύνοντάς μας νά μήν κλαῖμε, διότι ἡ ζωή δέν τελειώνει στόν κόσμο αὐτόν, διότι ἡ ζωή εἶναι αἰώνια καί συνεχίζεται, διότι μετά τόν θάνατό του θά ζήσει μιάν ἄλλη, μεγαλύτερη χαρά». Γι᾽ αὐτό καί ἔγραφε:
«Ὁ οὐρανός θά μιλήσει γιά μᾶς,
ὅταν ἐμεῖς θά πιοῦμε
τό τραγούδι τοῦ θανάτου».
Κι αὐτός ὁ οὐρανός, «ἡ ζεστή μας πατρίδα», ὅπως ἔλεγε, τόν πῆρε κοντά του στίς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 1941.
Διπλωματοῦχος ἰταλικοῦ πανεπιστημίου -ὁ μόνος ἴσως σέ ὁλόκληρο τό στράτευμα-, ἦταν ὁ πρῶτος νεκρός τοῦ πο- λέμου ἀπό τόν κύκλο τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων. Ἦταν ὁ πρῶτος καί ἴσως ὁ μόνος ποιητής -ἀπό τούς πιό ἀξιόλογους τῆς γενιᾶς του- καί στοχαστής πού πέθανε, ἀφοῦ ἐπέδειξε τό ἠθικό μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του καί ὑπέμεινε ὅλη τήν ἀντάρα τοῦ ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου στά χιονοσκεπῆ βουνά τῆς Πίνδου.
Δυστυχῶς, ἡ θυσία του δέν ἀναγνωρίστηκε ἀκόμη ἀπό τήν ἑλληνική πολιτεία! (βλ. Γ. Παπαθανασίου, «Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ ἄνθρωπος, ὁ ποιητής, ὁ διανοούμενος»).
Εὐδοξία Αὐγουστίνου
“Ἀπολύτρωσις”, Τεῡχος Φεβρουαρίου 2026
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
- Ἀναμνήσεις, ἐμπειρίες
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΕΝΙΚΑ
- Ἐκδηλώσεις
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ
- Κοπιάσαντες ἐν Κυρίῳ
- ΝΕΑ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
- ΥΛΙΚΟ ΕΟΡΤΩΝ
- ΥΜΝΟΙ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ
- Χωρίς Κατηγορία
