Ἀδιάσπαστη ἑνότητα (Α΄ Κο 1,10)

   Στήν Ἔφεσο βρισκόταν ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος, ὅταν μέ πολύ πόνο πληροφο­ρή­θη­κε ὅτι στήν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου δημι­ουργήθηκαν σχί­σματα καί ἔ­ριδες. Γι’ αὐ­τό στήν Ἐπιστολή ἀπό τά πρῶτα πράγματα πού συνιστᾶ στούς χριστιανούς εἶ­ναι: «τὸ αὐτὸ λέγητε πά­­ντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχί­σματα, ἦτε δὲ κατηρ­τι­σμέ­νοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐ­τῇ γνώμῃ» (1,10).

   Ἡ διαίρεση, ὁ διχασμός, ἡ διάσπαση δέν ἔχουν καμία θέση στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἀντίθετο τοῦ φω­­­τός εἶναι τό σκο­τάδι, ἀντίθετο τῆς ἀ­λήθειας εἶναι τό ψέ­μα, ἔτσι ἀντίθετο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ διαίρεση. Ἡ Ἐκ­κλη­σία τότε εἶναι Ἐκ­κλη­σία, ὅταν εἶναι ἑνω­μένη. Αὐτή ἡ ἑνό­τητα δέν εἶναι σάν τίς ἑνώ­σεις πού μεθοδεύ­ουν διάφορες ὁ­μάδες ἀνθρώπων. Ἐκ­κλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ ὁ­ποίου κε­φαλή εἶναι ὁ Χρι­στός καί μέλη οἱ πιστοί, γι᾿ αὐτό ἡ ἑνό­τητα εἶναι τό βασικό χαρακτηριστικό της. Δέν εἶναι ἔργο τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἔργο καί εὐ­θύνη τῶν πιστῶν εἶναι ἡ δια­τήρηση τῆς ἑνότητας κατά τήν πα­ραγ­γελία τοῦ ἀ­ποστόλου στούς Ἐφεσίους: «Σπουδά­ζο­ντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰ­ρή­νης» (4,3).

   Μέσα στήν ἱστορική πορεία της ἡ Ἐκ­κλησία τίποτε δέν φοβήθηκε τόσο ὅσο τήν ἔριδα, τό σχίσμα, τή διάσπαση τῆς ἑνότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπί­μο­να προσευχήθηκε γιά τήν ἑνότητα τῶν πι­στῶν πρίν ἀπό τό Πάθος στήν ἀρχιερατική προσευχή του (Ἰω 17), ἐπαναλαμβάνοντας πέντε φορές τό καυτό αἴτημα «ἵνα ὦσιν ἕν». Στήν ἴδια προ­σευ­χή μᾶς ἔ­δωσε ὡς πρότυπο ἑνότητος τήν ἁγία Τριάδα· «ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡ­μεῖς ἕν ἐ­σμεν» (Ἰω 17,22). Δηλαδή ὅ­πως ὁ Πα­τήρ, ὁ Υἱός καί τό ἅγιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι τρία πρόσωπα ἀλλά ἕνας Θεός, ἔτσι καί οἱ πιστοί· εἴτε εἶναι τρεῖς εἴτε τρεῖς χιλιάδες εἴτε ἑκατομμύρια ἤ δισεκατομ­μύρια ἄ­το­μα, ἀποτελοῦν ἕνα σῶ­μα, ἐφ­όσον ἔχουν τήν ἴδια πίστη, τά ἴδια δόγ­ματα, τήν ἴδια ὁμολογία, στοιχίζονται «τῇ ἅπαξ παρα­δοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (Ἰδ 3).

   Ἡ ἑνότητα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν διαφορετικά δόγμα­τα εἶναι ἀ­νυπόστατη, ἀνύπαρκτη. Εἶναι ἀπάτη μέ τή μάσκα τῆς ἀγάπης. Ἡ ψευδοεκκλη­σία πού ἐπαγγέλλεται ὁ Οἰκουμενι­σμός εἶναι εὔθραυστο ἀν­θρώ­πινο κατασκεύ­ασμα, δέν ἔχει σχέση μέ τήν Ἐκ­κλησία πού ἵδρυσε ὁ Χριστός, καί θά καταρ­ρεύσει σύντομα.

   Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁρίζει τρεῖς προϋποθέσεις πού δημιουργοῦν ὄχι μιά ἐξωτερική ἑνότητα ἀλλά ἕναν ἐσωτερικό σύνδεσμο: α) «ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες», συμφωνία στά λόγια, β) «ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ», συμφω­νία στή σκέψη, καί γ) «καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ», συμφωνία στό φρόνημα. Τηρώ­ντας αὐτές τίς προϋποθέσεις στίς σχέ­σεις καί στίς συνεργασίες μας, ἡ εἰρήνη καί ἡ ὁμόνοια θά κυριαρχοῦν καί θά μᾶς προάγουν στήν πνευματική ζωή.

   Ἔργο τοῦ σατανᾶ εἶναι νά σπέρνει τά ζιζάνια τῆς διαιρέσεως καί μάλιστα νά ἐξωθεῖ τούς πιστούς νά ἐπιμένουν στό «ἴδιον θέλημα». Ἀντίθετα ἡ ἑνότητα ἐ­ξασφαλίζεται μέ τήν προσήλωση στή μία πίστη, μέ τό κοινό φρόνημα καί μέ τήν ὑπακοή ὅλων στό θέλημα τοῦ Κυ­ρίου καί στήν Ἐκκλησία του.

   Πῶς ὅμως ἐξασφαλίζεται τό κοινό φρόνημα; Ὅταν ὅλοι οἱ πιστοί ἔχουν «νοῦν Χριστοῦ» (Α´ Κο 2,16). Κι αὐτό μέ τή σειρά του ἐπιτυγχάνεται μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος· «ὅσοι γὰρ εἰς Χρι­στὸν ἐβαπτί­σθητε, Χριστὸν ἐνεδύσα­σθε» (Γα 3,27). Ἐφόσον ἐνδυθήκαμε τόν Χριστό, ἔχου­με νοῦ καί καρδιά, φρό­νημα καί βούλη­ση Χριστοῦ. Στήν πρώτη Ἐκκλησία αὐτό ἦταν πολύ ἔκδηλο· «Τοῦ δὲ πλή­θους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυ­χὴ μία» (Πρξ 4,32). ῾Υ­πῆρχαν βέ­βαια καί τότε διαφωνίες, ἀ­φοῦ καί οἱ πρῶτοι χριστιανοί ἦταν ἄν­θρωποι μέ ἀδυναμίες καί ἀτέλειες. Τίς ἀντιμετώπιζαν ὅμως μέ τα­πεινοφροσύ­νη, ἀγάπη καί ὑπακοή στούς ἀπο­στό­λους. Διαφορετικά, ἀπο­βάλλονταν ἀπό τήν Ἐκκλησία.

   Ὡς χριστιανοί, καί μάλιστα ὀρθόδοξοι, ἔχουμε χρέος νά τηρήσουμε ἀπαραχάρακτη τήν πίστη καί ἀνόθευτη τήν ἀ­λήθεια πού μᾶς παραδόθηκε μιά γιά πάντα ἀπό τόν Κύριο καί τούς ἀπο­στό­λους του καί νά ὑπακοῦμε μέ ταπεί­νω­ση στό Εὐαγγέλιο. Ἄν εἶναι αὐτός κοι­νός στόχος καί ἀγώνας ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἡ ἑνότητά της θά μένει ἀδιάρρηκτη.

 Στέργιος Ν. Σάκκος

“Ἀπολύτρωσις”, Τεῡχος Φεβρουαρίου 2026