Διακόσια χρόνια ἀπό τό μεσολογγίτικο τυπογραφεῖο

 Χτισμένο ἀνάμεσα στίς λιμνο­θά­λασ­σες τό Μεσολόγγι  χτυπιέται ἄγρια. Πρῶ­τος ὁ διαβόητος ὀθωμανός στρα­τη­γός Κιουταχής ἀπό τόν Φεβρουάριο τοῦ 1825 τό πολιορκεῖ μέ τίς πανί­σχυ­ρες στρατιές του. Στό τέλος τῆς χρονιᾶς καταφθάνει δεύτερος πολιορκητής ὁ Ἰμπραήμ πα­σάς μέ ἀξιόλογες στρατιω­τικές δυνάμεις, πάνω ἀπό 15.000 αἰγύ­πτι­ους ἀρματω­μέ­νους.

   Μά γρήγορα καταλαβαίνει πώς τοῦ­τος ὁ «φράχτης» τόν ξεγέλασε. Ἡ κα­τά­σταση μέσα στήν «Ἱερή Πόλη» φθάνει σέ ὁριακό σημεῖο, σάν ἑνώνονται κι οἱ δύο πάνοπλοι στρατοί. Μέ ἀνηλεῆ κα­νονιο­βολισμό καθιστοῦν ἀσφυκτικότερο τόν κλοιό τῶν πολιορκημένων.

   Μέσα στό πολεμοδαρμένο Με­­­σολόγ­γι κάποιες ψυχές ὁλόρθες, κά­ποια ἀνα­στήματα ἐλεύθερα δίνουν ἄλ­λου εἴ­δους μάχες. Εἶναι ὁ ἐλβετός φι­λέλληνας Ἰω­άννης-Ἰάκωβος Μάγερ καί ὁ θεσσα­λο­νι­κιός Δημήτριος Μεσθε­νέας ἤ Με­σθε­­νεύς. Ὁ Μάγερ, πού λίγα χρό­νια πρίν εἶχε βαπτισθεῖ ὀρθόδοξος μέ δική του πρω- το­βουλία, μετέτρεψε τό ἰσόγειο τοῦ σπι­τιοῦ του σέ τυπογραφεῖο καί ἀνέλαβε τή διεύθυνση καί τήν ἔκ­δοση τῆς ἐφη­με­ρί­δας «Ἑλληνικά Χρο­νικά». Ἀναγνω­ρί­ζε­ται πρωτεργάτης τῆς ἑλληνικῆς δη­μοσιο­­γραφίας. Πλάι του στέκει πολύτι­μος συ­νεργάτης ὁ ἔμπει­ρος διευθυντής τοῦ τυ­πογραφείου, ὁ Δημήτριος Μεσθε­νέας. Ἡ ἐφημερίδα τους, πολιτική καί πολεμι­κή, δισε­βδο­μα­δι­αία -κάθε Τετάρτη καί Σάβ­βα­το- πρω­τοκυκλοφορεῖ τήν Πρω­τοχρο­νιά τοῦ 1824.

   Τά «Ἑλληνικά Χρονικά» ἀποτελοῦν μιά πολύτιμη πηγή γνώσης γιά τήν ἱστο­ρία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης. Μέ τή γραφίδα του ὁ δραστήριος Μάγερ σκορ­πίζει τό μήνυμά της πρῶτα στά Γιάννενα κι ὕστερα δι­ε­θνῶς, στό Κάιρο, στήν Κων­στα­ντι­νούπολη, στή Γερμανία… Ὑπηρε­τεῖ τόν δίκαιο Ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων γιά ἀπε­λευθέρωση καί ἀνε­ξαρτησία.

    Μέσα ἀπό τίς σελίδες τῶν «Ἑλ­ληνι­κῶν Χρονικῶν» πληροφορεῖται κανείς γιά πολλά  ἱστορικά γεγονότα καί πρό­σω­πα. Εἶναι ὅμως κι ἡ αὐθεντική φωνή τῶν «Ἐλεύθερων Πολιορκημένων», τό ἡμε­ρολόγιο τῆς πολιορκίας. Ξεδι­πλώ­νο­νται οἱ δραματικές στιγμές τῆς τελευ­ταίας πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου, κα­­- θώς ὁ Μάγερ περιγράφει ὡς αὐ­τό­πτης μάρτυ­ρας καί ἀνταποκριτής τίς κα­κου­χίες, τίς ἐξουδενώσεις τῶν ὑπε­ρα­σπι­στῶν. Ἡ ἐ­φημερίδα λειτουργεῖ καί ὡς ἐκπαι­δευ­τικό ὄργανο, δημοσι­εύο­ντας διεθνῆ ἀρ­­θρογραφία, κείμενα εὐ­ρω­παί­ων φι­λοσό­φων καί ἀναλύοντας σπου­δαῖες ἔννοιες, ὅπως τῆς δημο­κρα­τίας, τῆς ἐλευθερίας, τῆς δικαιοσύνης, τῆς θρησκείας… Ἔτσι ἡ Ἐπανάσταση τοῦ ᾽21 δέν διεξάγεται μόνο στά πεδία τῶν μαχῶν, ἀλλά καί στά πεδία τοῦ λό­γου καί τοῦ πνεύματος. Μά­­λιστα στό ἴ­διο πι­εστήριο τυπώνεται γιά πρώτη φο­ρά, τό 1825, ἀπό τόν τυπο­γράφο Με­σθενέα ὁ «Ὕμνος εἰς τήν Ἐ­λευ­θε­ρίαν» τοῦ Διονυ­σίου Σολωμοῦ.

   Μέσα στούς 26 μῆνες πού πρό­λα­βαν νά ζήσουν τά «Ἑλληνικά Χρονικά» ἐκ­δί­δουν συνολικά 226 φύλλα. Τό προ­τε­λευ­ταῖο φύλλο τῆς 3ης Φε­βρου­αρίου 1826 γράφει: «Ἔφοδοι συνεχεῖς καί μάχαι ἀπό ξηρᾶς καί θαλάσσης ἀλλε­πάλ­ληλοι δέν μᾶς ἄφηναν νά λάβωμεν καθόλου τήν ἀναπνοήν μας, ἐνῶ ἀφ᾽ ἑτέρου 1.500 ἀ­δελ­φοί μας κατέβησαν εἰς τούς τά­φους… Κατέστησαν σιδη­ρούς τούς βρα­­χίονάς μας καί ἔδωσαν νέαν καρτερίαν εἰς τάς ψυχάς μας, ὄχι ἡ ἀπελπισία, ἀλλ᾽ ἡ ὑπέρ Πατρίδος ἀγά­πη, ὁ ὑπέρ Χρι­στοῦ ἔρως καί ἡ σταθερά μας τελευταία ἀπόφασις, τοῦ νά ζή­σω­μεν Χριστιανοί ἐλεύθεροι εἰδεμή νά χαθῶμεν».

   Τό τελευταῖο φύλλο τυπώνεται στίς 20 Φεβρουαρίου 1826, ἡμέρα Σάββατο. Μά τή Δευτέρα τό βράδυ, 22 Φεβρου­­αρίου, σήμανε τό τέλος τῆς ἱστορικῆς  πρω­τοποριακῆς ἐφημερίδας. Γκρεμίζει καί καταστρέφει τό τυπογραφεῖο «μιά μεγάλη μπάλα ἀπό λομπάρδα… κι ἀπ’ τά στοιχεῖα του τά πιό πολλά σκε­πά­στηκαν καί σκόρπισαν στά γκρεμί­σμα­τα… Τό πό­σο στενοχωρήθηκαν οἱ Με­­σολογγίτες κι ἡ φρουρά, δέ λέγεται. Τό­σα σπίτια εἶ­χαν γκρεμιστεῖ, μά οὔτε καί τά λογά­ρια­ζαν. Τοῦτο ὅμως δέν ἦ­ταν σάν τ’ ἄλλα», ὑ­πογραμμίζει ὁ Τάκης Λάπ­πας στό βι­βλίο «Δοξασμένη Ἔξο­δος». Κάποια φύλ­λα διασώζονται σήμε­ρα στήν Ἐθνική Βι­βλι­οθήκη.

   Ὁ γνήσιος φιλέλληνας Μάγερ βρί­σκεται τώρα στήν πρώτη γραμμή τοῦ πο­λέμου, γιά νά μήν πέσει τό Μεσολόγγι στίς δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ. Παρά τήν ἀ­πώλεια τοῦ τυπογραφείου του, συ­νε­χίζει νά κρατᾶ σημειώσεις ἀπό τόν συ­νεχι­ζό­μενο πόλεμο. Εὔστοχα εἶπε ὁ Δροσίνης γιά τόν Μάγερ πώς ἔγινε ὁ Πολύβιος τοῦ Μεσολογγίου, περιγρά­φοντας μέρα μέ τή μέρα καί ὥρα μέ τήν ὥρα τήν τελική πολιορκία. Λίγο πρίν ἀπό τήν ἡρωική Ἔ­ξοδο θάβει τά ὑ­πολείμματα τοῦ πιε­στη­ρίου, «διά νά μήν μολυνθῶσιν ἀπό βα ­βαρικάς χεῖρας, ἀ­φοῦ ἐχρησίμευσαν εἰς τοιοῦτον ἱερόν ἔργον», καί στέλνει ἐπι­στολή σ᾽ ἕναν φί­λο του στό ἐξωτε­ρι­κό: «Ζῶμεν τάς τε­λευταίας μας στιγμάς… Ἐ­μέ καθιστᾶ ὑπερήφανον ἡ σκέψις ὅτι τό αἷμα ἑνός Ἐλβετοῦ, ἑνός ἀπογόνου τοῦ Γου­λιέλ­μου Τέλλου, μέλλει νά συμ­μιχθῇ μέ τό αἷμα τῶν ἡρώων τῆς Ἑλ­λάδος…».

    Κατά τή διάρκεια τῆς Ἐξόδου σκο­τώνεται μαζί μέ τήν ἑλληνίδα γυναίκα του καί τά δυό του παιδιά, 11 Ἀπριλίου 1826, σέ ἡ­λικία 28 ἐτῶν. Σ᾽ ἐκεῖνο τόν χαμό ἐ­ξα­φανίζεται καί τό περίφημο ἡμε­ρο­­λό­γιο τῆς πολιορ­κίας. Ἀπό τούς πρώ­τους χύ­νει τό αἷμα του καί ὁ φίλτατος συ­μπα­ρα­στάτης του, ὁ τυπογράφος Δη­μή­τρι­ος Μεσθενέας. Πόσα δέν τούς χρω­­στάει τό Ἔθνος μας!

Ἑλληνίς 

“Ἀπολύτρωσις”, Τεῡχος Φεβρουαρίου 2026