Σταυρός – Τό σύμβολο τῶν χριστιανῶν

Δ. Τό χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας

   Κάποτε, ἕνας φτωχός ἔμπορος δούλευε μόνος του σ’ ἕνα μικρό μαγαζί. Κάποιο βράδυ ἄνοιξε τό τετράδιό του ὅ­­που εἶχε γραμμένα ὅλα τά χρέη του. Τά μέτρησε ἕνα-ἕνα καί ἀναστέναξε: «Πῶς θά ξεπληρώσω ὅλα αὐτά τά χρέη;». Ἀ­πελ­πι­σμένος ἀπο­κοι­μή­θηκε πάνω στόν πά­­γκο. Τήν ἴδια ὥρα περ­­­νοῦσε ἀπό ἐ­κεῖ ὁ ἄρ­χοντας τῆς πόλης. Εἶ­δε τόν ἔμ­πορο νά κοι­μᾶται καί τό τετράδιο ἀνοι­­χτό. Διάβασε τά χρέη καί τόν σπλαχνίστηκε. Πῆ­ρε τήν πένα κι ἔγραψε: «Ἐ­γώ ἀνα­λαμ­βά- νω νά πληρώ­σω ὅλα σου τά χρέη». Ὑ­πέ­γραψε καί ἔφυγε σι­ωπη­λά. Ὅ­ταν ξύ­πνη­­σε ὁ ἔ­μπο­ρος καί διάβασε τό σημείω­μα, ἡ καρδιά του σκίρ­τησε ἀ­πό χαρά.

   Ἡ συγκινητική πράξη τοῦ ἄρχοντα παρουσιάζει μέ ἀλληγορικό καί συμβολικό τρόπο τήν κατάργηση τοῦ χρέους μας ἀπό τόν Χριστό. Στή θεολογική ὁ­ρολογία τό χρέος αὐτό ἀποδίδεται μέ τόν ὅρο «χειρόγραφο». Στήν παλαιά ἐ­ποχή, τό χειρόγραφο ἦταν ἕνα ἐνυπό­γραφο νομικό ἔγγραφο πού πιστοποι­οῦσε τό χρέος ἑνός ἀνθρώπου πρός κά­ποιον ἄλλον. Σέ περίπτωση μή κα­ταβολῆς τοῦ τιμήματος, ἀποτελοῦσε ἀ­ποδεικτικό στοιχεῖο γιά τήν παραδειγ­ματική τιμωρία τοῦ ὀφειλέτη. Γιά τήν ἀν­θρωπότητα τό χειρόγραφο ἀποτε­λοῦ­σε μιά διαρκῆ κατηγορία εἰς βάρος της ἀ­πέναντι στόν Θεό. Ὡστόσο αὐτό κατέστη ἀνενεργό χάρη στή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ.

   Στόν Ὄρθρο τῆς Μεγάλης Παρα­σκευ­ῆς ψάλλουμε: «Τὸ χει­ρόγραφον ἡ­μῶν ἐν τῷ Σταυρῷ διέρρηξας, Κύριε, καὶ λο­γισθεὶς ἐν τοῖς νε­κροῖς, τὸν ἐκεῖ­σε τύραννον ἔδησας, ῥυ­σάμενος ἅπα­ντας ἐκ δεσμῶν θανάτου τῇ ἀναστάσει σου…». Δη­λαδή, ὁ Χριστός μέ τή σταύ­ρω­σή Του ἔσχισε τό χειρόγραφο τῶν παραπτωμάτων μας, προσφέροντας τή σω­τηρία ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, καί μέ τήν ἀνάστασή Του μᾶς λύτρωσε ἀπό τό κράτος τοῦ θανάτου.

   Στόν 22ο οἶκο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕ­μνου, πού ψάλλεται ἰδιαιτέρως κατά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ὁ ποιητής χρη­σι­μο­ποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ χειρογράφου, γιά νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς ἐναν­θρω­πήσεως τοῦ Χριστοῦ: «Χάριν δοῦναι θελήσας ὀ­φλη­μάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ ἑ­αυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐ­τοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀ­κού­ει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλ­λη­λούϊα».

   Ἡ εἰκόνα αὐτή δέν εἶναι ἐπινόηση τῶν ποιητῶν, ἀλλά εἶναι δανεισμένη ἀ­πό τήν Καινή Διαθήκη. Ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος σημειώνει στούς χριστιανούς τῶν Κο­λοσσῶν ὅτι ὁ Χριστός ἐξάλειψε τό χει­­ρόγραφο πού μᾶς καταδίκαζε καρ­φώ­νο­ντάς το πάνω στόν Σταυρό (βλ. Κλ 2, 14).

   Γιά ποιό λόγο ὁ ἀπόστολος τῶν ἐ­θνῶν χρησιμοποιεῖ αὐτόν τόν ὅρο; Ὁ Μέ­γας Ἀθανάσιος ἐξηγεῖ: «Ὅταν ὁ Ἀ­δάμ παρέβη τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ κι ἔφαγε τόν καρπό, γράφτηκε μέ τό ἴδιο του τό χέ­ρι ἡ ἁμαρτία καί αὐτό τό κρα­τοῦσε ὁ διάβολος. Ὅταν ὅμως ὁ Ἰησοῦς ὑψώ­θη­κε ἐπί τοῦ Ξύ­λου, τότε κάρφωσε ἐκεῖνο τό χει­ρόγρα­φο ἐπάνω στόν Σταυρό καί τό ἐ­ξάλειψε. Ὁ διάβολος πού κρατοῦσε τό χειρόγρα­φο τῆς παράβασης τοῦ Ἀ­δάμ, ὁ ἴδιος τό κατέστρεψε ἐπειδή ὁδή­γησε τόν Χριστό στόν Σταυρό». «Ἦταν ἀ­πα­ραίτητο ὁ Χριστός νά σταυρωθεῖ», συνεχίζει ὁ Ἅ­γιος, «καθώς ἔπρεπε πρῶ­τα νά καρ­φω­θεῖ τό χειρόγραφο πάνω στόν Σταυρό καί νά λογχιστεῖ ἡ πλευρά τοῦ Λόγου, ὥστε ὁ μώλωπας ἀπό τή λόγ­χη νά γίνει καθαρτικό νερό, γιά νά καθαρίσει τόν ἄν­θρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία». Σέ ἄλ­λο ση­μεῖο προσθέτει ὅτι  ὁ Χριστός ἔ­λα­βε τόν κάλαμο στά χέρια του γιά νά τρυ­πήσει τό χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας.

   Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης ὑπο­γραμ­μίζει ὅτι, ἄν ὁ Χριστός δέν καταργοῦσε τό χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας, δέν θά εἴχαμε ἀποκτήσει τήν ἐλευθερία. Ὁ Θε­ός, λοιπόν, μᾶς ἀπελευθέρωσε ἀπό τήν καταδίκη, χρησιμοποιώντας τό ἴδιο Του τό αἷμα ὡς ἀντίλυτρο γιά νά διαγράψει τό χρέος μας καί ταυτόχρονα κάρφωσε τό ἔγγραφο τῶν ἁμαρτιῶν μας πάνω στόν σταυρό καί χρησιμοποιώντας τή λόγχη σάν νυστέρι τό ἔσκισε.

   Κι ὅμως, ἐνῶ τό χειρόγραφο καταργήθηκε ἀπό τόν Χριστό, ἐμεῖς μέ τήν ἄ­σωτη ζωή μας συχνά δημιουργοῦμε νέο χρέος. Κάθε μέρα ὁ καθένας μας ὑ­πο­γράφει κι ἀπό ἕνα γραμμάτιο μέ μεγάλα ἤ μικρά ποσά. Ὁ Θεός ὅμως ἀπό ἄπει­ρη ἀγάπη μᾶς προσφέρει ἀναρίθμητες εὐ­καιρίες καί καταργεῖ αὐτά τά χρεόγραφα. Ἡ διαγραφή τῶν ἁμαρτιῶν μας συντελεῖται μέσῳ τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐ­ξομολόγησης. Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔ­γ­κλειστος ἐπισημαίνει πώς στό μυ­στή­ριο τῆς Μετανοίας ἔχουμε τήν ἐ­φαρ­­μογή αὐτῆς τῆς θεϊκῆς ἐνέργειας πού συντελέστηκε πάνω στόν σταυρό.

   Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἡ κατεξοχήν περίοδος κατά τήν ὁποία ὁ χριστιανός καλεῖται νά στραφεῖ στό τα­μεῖο του, νά ἀναστοχαστεῖ τίς ἁμαρτίες του καί νά ἔλθει «εἰς ἑαυτόν». Μόνο μέ τή με­τάνοια μπορεῖ ὁ χριστιανός νά βιώσει τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ καί νά γιορτάσει τήν ἀνάστασή Του. Ἄς προστρέ­ξουμε, λοιπόν, στό πετραχήλι τοῦ ἱερέα καί μέ εἰλικρινῆ μετάνοια ἄς καταθέσου­με τά ἁμαρτήματά μας στόν οὐράνιο Πατέρα! Μέσῳ τῆς μετανοίας καί τῆς συ­ντριβῆς ὁ χριστιανός λαμβάνει τήν ἀ­πό­φαση τοῦ προσωπικοῦ ἁγιασμοῦ καί αὐθόρμητα ξεχύνεται ἀπό τήν καρδιά του ἡ ὑπό­σχε­ση: «Ἤθελον δάκρυσιν ἐ­ξαλεῖψαι τῶν ἐ­μῶν πταισμάτων, Κύ­ριε, τὸ χειρόγραφον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μου διὰ μετανοίας εὐαρεστῆσαί σοι». Ἀμήν!

π. Δαυΐδ Καρύπογλου

“Ἀπολύτρωσις”, Μάρτ. 2026