ΑΡΘΡΑ
Τό καρτέρι τοῦ Θεοῦ
Αρχική » ΑΡΘΡΑ » ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ » Διηγήματα » Τό καρτέρι τοῦ Θεοῦ
Ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, ἔνιωθε σιγά-σιγά νά ξαστερώνει ὁ νοῦς του. Ποιός ἦταν, ποῦ βρισκόταν; Κοίταξε ἕνα γύρω μέ τό βλέμμα του. Σκοτάδι παντοῦ! Κάποια βελάσματα καί κάτι ἀλυχτίσματα σκύλου τόν ἔκαναν νά πιστέψει πώς ἦταν σέ κάποιο καλύβι τσομπάνων στό βουνό. Μά πῶς βρέθηκε ἐκεῖ; Ἄ, ναί, τώρα θυμᾶται, θυμᾶται ὅτι πήδηξε ἀπό τήν ἅμαξα ὅπου τόν εἶχαν κλεισμένο μαζί μέ ἄλλα παιδιά. Θυμᾶται ὁ Θοδωρῆς ὅτι σέ κάποια στροφή ἑνός κακοτράχαλου δρόμου εἶπε: «Ἤ γκρεμοτσακίζομαι ἤ σώζομαι…».
-Ἔχουν ὀργώσει ὅλο τό βουνό γιά νά τόν βροῦνε, ἄκουσε μιά ἀντρική φωνή νά λέει.
-Ἄν ἔρθουν κατά ᾽δῶ, τί κάνουμε; ρώτησε φοβισμένα μιά γυναίκα.
-Δέν θά μποῦν στό καλύβι μου, ἀπάντησε ὁ ἄντρας μέ σιγουριά. Ξέρουν πώς ἤμουν Γραικός κι ἀλλαξοπίστησα. Οἱ Τουρκαλάδες μοῦ ἔχουν ἐμπιστοσύνη. Ὕστερα δέν ἔχουν καμιά ὄρεξη νά ἀνέβουν ὥς τήν κορφή, θά ψάξουν στά πιό χαμηλά καί θά πιστέψουν ὅτι ἔπεσε στή χαράδρα.
-Χριστέ μου, σώθηκα! ψιθύρισε ὁ Θοδωρῆς καί ἔκανε τόν σταυρό του.
-Ἄντε, γυναίκα, ἄκουσε πάλι τόν ἄντρα νά λέει, ζέστανε λίγο γάλα καί φέρε κι ἕνα κομμάτι ψωμί νά δώσουμε στό παιδί νά στυλωθεῖ λιγάκι.
Ἡ πόρτα πού ἄνοιξε σέ λίγο τόν ἔκανε νά καταλάβει ὅτι καί ἔξω ἦταν σκοτάδι. Ἄρα, σκέφτηκε, ἦταν πολλές οἱ ὧρες ἀπό τό πρωί πού τό ἔσκασε ἀπό τήν ἅμαξα.
Σηκώθηκε ὄρθιος μέ δυσκολία καί κοίταξε τή γυναίκα πού μπῆκε μέσα κρατώντας ἕνα λυχνάρι.
-Ἔλα, γιέ μου, σήκω νά πᾶμε νά φᾶς κάτι καί νά μᾶς πεῖς ποιός εἶσαι.
-Εἶμαι ὁ Θοδωρῆς τοῦ Ἀλέξανδρου, εἶπε καί τήν ἀκολούθησε κουτσαίνοντας.
Θυμήθηκε τόν πόνο πού ἔνιωσε καθώς πήδηξε ἀπό τήν ἅμαξα κι ὕστερα τίποτα. Ξύπνησε σέ τοῦτο ᾽δῶ τό καλύβι καί τώρα καθόταν μπροστά στόν σοφρά καί δυό ἄγνωστοι ἄνθρωποι τοῦ ἔδιναν νά φάει. Ἔκανε τόν σταυρό του ὁ Θοδωρῆς κι ἄρχισε νά τρώει μέ βουλιμία.
-Μᾶς ἅρπαξαν οἱ Τοῦρκοι, εἶπε μασουλώντας, καί μᾶς πήγαιναν σάν τά πρόβατα στή σφαγή. Οἱ ἄλλοι ἦταν πιό μικροί ἀπό μένα κι ὅλο ἔκλαιγαν, μά ἐγώ ὅλο σκεφτόμουν πῶς θά γλυτώσω!
-Ἀπό ποῦ εἶσαι, γιαβρί μου; τόν ρώτησε τρυφερά ἡ γυναίκα.
-Εἶμαι ἀπό ἕνα χωριό πού βρίσκεται πίσω ἀπό τό βουνό, ἀπάντησε κι ἡ ἀνησυχία φάνηκε στό πρόσωπό του. Θά πᾶνε πίσω καί θά μέ ψάξουν. Μπορεῖ νά σκοτώσουν καί τή μάνα μου!
Ὁ ἄντρας γύρισε καί κοίταξε τή γυναίκα του κι ἐκείνη χαμήλωσε τά μάτια.
-Μή φοβᾶσαι, γιέ μου, τοῦ εἶπε στοργικά, δέν θά γυρίσουν πίσω, γιατί βιάζονται νά πᾶνε τά παιδιά στόν ἀγά. Ἐσύ θά μείνεις μαζί μας, ὥσπου νά ξεχαστεῖ ἡ φυγή σου καί τότε γυρνᾶς στό χωριό σου. Θά σέ κρατήσουμε ἐδῶ καί θά βοηθᾶς στά πρόβατα. Θά σέ κάνουμε ψυχοπαίδι μας, εἶπε ὁ ἄντρας καί ἡ κυρά του συμφώνησε.
-Ἐσύ ἀπό ποῦ εἶσαι, μπάρμπα; ρώτησε κοιτώντας τον στά μάτια ὁ Θοδωρῆς.
-Ἀπό ᾽δῶ εἶμαι, ἀπάντησε ἐκεῖνος τραυλίζοντας.
-Καί πρίν ἔρθεις ἐδῶ, ποῦ ἤσουν; ἐπέμενε ὁ μικρός.
-Σέ ἕνα χωριό στά ριζά τοῦ βουνοῦ, ἀπάντησε καί σηκώθηκε ἀναστατωμένος.
Δέν εἶπε τίποτε ἄλλο ὁ Θοδωρῆς, δέν τούς ἀποκάλυψε ὅτι εἶχε ἀκούσει πού εἶπε ὅτι ἀλλαξοπίστησε. Δέν τούς εἶπε πώς ἄκουσε πώς ἦταν Γραικοί κι ἔγιναν Τοῦρκοι. Τό εἶχε πάρει ἀπόφαση. Θά ἔμενε μαζί τους, ὥσπου νά περάσει λίγος καιρός καί μετά δέν θά γυρνοῦσε στό χωριό. Θά πήγαινε στό καπετανάτο τοῦ θείου του τοῦ Βασίλη. Ἦταν πιά δώδεκα χρονῶν, μποροῦσε νά σηκώσει ντουφέκι.
-Μπάρμπα, θά φύγω, τοῦ εἶπε μιά μέρα ξαφνικά, κι εἶδε τό βλέμμα τοῦ μεγάλου νά σκοτεινιάζει.
-Κάτσε λίγο ἀκόμα, Θοδωρῆ μου! Ποῦ θά μᾶς ἀφήσεις τώρα πού σέ συνηθίσαμε, τώρα πού σέ ἀγαπήσαμε;
-Τόν πατέρα μου, μπάρμπα, τόν σκότωσαν οἱ Τοῦρκοι μπροστά στά μάτια μου, ὅταν ἤμουν τεσσάρων χρονῶν. Θά πάω στό βουνό νά πάρω τό αἷμα του πίσω.
Δέν ἔβγαλε μιλιά ὁ μπάρμπας ὁ Χουσεΐν.
-Σοῦ τό λέω, ἄν καί εἶσαι Τοῦρκος, γιατί σοῦ χρωστάω τή ζωή μου. Ἐσύ κι ἡ κυρά σου μοῦ μάθατε ὅτι ὑπάρχουν καί καλοί Τοῦρκοι, μά ἐμένα μοῦ σκότωσαν τόν πατέρα καί κρατᾶνε σκλάβα τήν πατρίδα μου. Δέν μπορῶ ἄλλο νά μένω μαζί σας. Θέλω νά πάω νά βρῶ ἕναν παπά νά μέ κοινωνήσει. Ἐσεῖς δέν ξέρετε τί θά πεῖ παπάς κι ἐκκλησιά, τί θά πεῖ Μεταλαβιά!…
Κατέβασε τό κεφάλι ὁ Τοῦρκος κι ὕστερα βγάζοντας μιά κραυγή ἔπεσε στά πόδια τοῦ Θοδωρῆ. Πῆρε τά χέρια τοῦ παιδιοῦ στά χέρια του κι ἄρχισε νά τά φιλάει.
-Ὁ Θεός σέ ἔστειλε, παιδί μου, ὁ Θεός πού ἀρνήθηκα. Ἀπό τότε πού ἦρθες, δέν μπορῶ νά ἡσυχάσω. Δέν εἶμαι ὁ Χουσεΐν, ὁ Κωνσταντῆς εἶμαι, πού ἀλλαξοπίστησε γιά νά σώσει τή ζωή του καί γιά νά κερδίσει 100 πρόβατα. Ἀπό τή μέρα πού σέ βρῆκα ἀναίσθητο στό μονοπάτι μέ τόν σταυρό στόν λαιμό σου…
-Ὁ σταυρός εἶναι τοῦ πατέρα μου κι εἶναι βουτηγμένος στό αἷμα του, τόν διέκοψε μέ ἕναν λυγμό ὁ Θοδωρῆς.
-Θά σοῦ δείξω καί τόν δικό μου τόν σταυρό, πού τόν ἔχω φυλαγμένο στό καλύβι μου, εἶπε τρέμοντας ὁ μπάρμπας, καί μπῆκε μέ βιάση στό καλύβι. Γύρισε κρατώντας μέ δέος στό χέρι του ἕναν σταυρό ὁλόιδιο μέ τόν σταυρό τοῦ Θοδωρῆ. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή, παιδί μου, ἀναγνώρισα τόν γιό τοῦ ἀδελφοῦ μου τοῦ Ἀλέξανδρου. Ἐκεῖνος δέν ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί τόν σκότωσαν. Ἐγώ Τόν ἀρνήθηκα κι ἔγινα Χουσεΐν. Ἡ θειά σου ὅμως, γιέ μου, ἡ Ἑλένη δέν ἀλλαξοπίστησε κι οἱ Τοῦρκοι δέν τήν πίεσαν νά τό κάνει. Ἡ προσευχή της ἦταν πού σέ ἔφερε ἐδῶ. Ἡ προσευχή ἡ δική της καί τοῦ πατέρα σου, πού εἶναι μάρτυρας στόν οὐρανό.
-Ἤξερα πώς κάποτε ἤσουν Γραικός, εἶπε μέ ἀναφιλητά ὁ Θοδωρῆς, τό ἤξερα ἀπό τήν πρώτη μέρα, μά ὅτι εἶσαι ὁ θεῖος ὁ Κωνσταντῆς δέν πέρασε ποτέ ἀπό τόν νοῦ μου.
-Πᾶμε, γιέ μου, νά βροῦμε ἕναν παπά νά τοῦ πῶ τό κρίμα μου καί νά μέ μεταλάβει κι ὕστερα θά ἀνεβοῦμε μαζί στό καπετανάτο τοῦ Βασίλη. Ξέρω, γιέ μου, τί εἶναι ἡ Μεταλαβιά καί μοῦ ἔκαψε τά σωθικά ὁ λόγος σου, εἶπε κλαίγοντας καί πέταξε τό σαρίκι ἀπό τό κεφάλι του.
Τό κοπάδι μέ τά πρόβατα πού κατέβαινε ἀπό τό βουνό βέλαζε τόσο χαρούμενα, θαρρεῖς καί καταλάβαινε τί συμβαίνει.
-Θά τά παραδώσουμε στόν παπα-Λάμπρο νά τά μοιράσει σέ δυό-τρεῖς φτωχούς τσοπαναραίους, εἶπε χαρούμενος ὁ Κωνσταντῆς, κι ἐμεῖς θά πᾶμε στό βουνό, νά ξεπλύνω ἐγώ τό κρίμα μου κι ἐσύ νά κάνεις περήφανη τή μάνα σου!
Τό καμπαναριό, πού ξεπρόβαλε πρῶτο ἀπό ὅλα τά σπίτια στό χωριό, ἔκανε τήν καρδιά τοῦ Κωνσταντῆ νά χτυπήσει δυνατά.
-Πᾶμε, πᾶμε, Θοδωρῆ μου, νά χτυπήσουμε τήν καμπάνα. Νά μαζευτεῖ τό χωριό, νά πῶ ἐγώ τό κρίμα μου καί ἐσύ τή χαρά σου! Πᾶμε, γιέ μου, καί οἱ σταυροί στά στήθη μας ἄς σημάνουν τήν Ἀνάσταση!
Ἑλένη Βασιλείου
“Ἀπολύτρωσις”, Μάρτ. 2026
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
- Ἀναμνήσεις, ἐμπειρίες
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΕΝΙΚΑ
- Ἐκδηλώσεις
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ
- Κοπιάσαντες ἐν Κυρίῳ
- ΝΕΑ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
- ΥΛΙΚΟ ΕΟΡΤΩΝ
- ΥΜΝΟΙ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ
- Χωρίς Κατηγορία
