ΑΡΘΡΑ
Αἰώνας καί αἰωνιότητα
Αρχική » ΑΡΘΡΑ » ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ » Διηγήματα » Αἰώνας καί αἰωνιότητα

Closeup of a support hands
Αὐτό, τό νά μαζεύονται ὅλοι στήν προγιαγιά του τή Βασιλική γιά νά ὑποδεχτοῦν τόν καινούργιο χρόνο, δέν τό ἄντεχε ἄλλο ὁ Στέφανος. Κάθε χρόνο ὁ ἴδιος καβγάς καί κάθε φορά ὁ πατέρας του ἐντελῶς δημοκρατικά καί ἐλεύθερα τόν ἀνάγκαζε νά τούς ἀκολουθήσει γιά νά γιορτάσουν ὅλα τά παιδιά, ἐγγόνια καί δισέγγονα τήν ἐνενηντάχρονη γιαγιά Βασιλική. Ὅσο ἦταν μικρός δέν τόν πείραζε, ἀντίθετα τοῦ ἄρεσε κιόλας. Μά τώρα πάτησε τά εἴκοσι κι ἤθελε νά βγεῖ ἔξω νά διασκεδάσει μέ τήν παρέα του.
-Μπαμπά, ὅσο καί νά ἐπιμείνεις, νά τό ξέρεις πώς δέν θά ἔρθω! Ποῦ ἀκούστηκε νά λέμε «χρόνια πολλά» στή γιαγιά τή Βασιλική! Δέν τῆς φτάνουν τά ἐνενήντα; Χρόνια πολλά νά ἔχουμε ἐμεῖς, πατέρα μου, καί μακάρι νά φτάσουμε στά χρόνια της.
Ἡ φωνή τοῦ Στέφανου, δυνατή καί γεμάτη σκληράδα, ἔκανε τόν πατέρα του νά κατεβάσει λυπημένος τό κεφάλι.
-Κάνε ὅπως θέλεις, Στέφανε, τοῦ εἶπε πικραμένος. Εἶσαι κοτζάμ ἄντρας πιά, ἔχεις καί νοῦ καί γνώση. Ἕνα μόνο σοῦ λέω, ὅτι ἡ γιαγιά ἡ Βασιλική μπορεῖ φέτος νά γιορτάσει τήν τελευταία της γιορτή.
Ἔφυγε ἱκανοποιημένος ὁ Στέφανος μέ τήν ὑποχώρηση τοῦ πατέρα του, μά χαρούμενος δέν ἦταν. Ὡστόσο ἔνιωσε ἐλεύθερος. Κατέβηκε στό κέντρο τῆς πόλης, γιά νά κάνει μιά βόλτα καί νά χαρεῖ τό χιόνι, πού ἐδῶ καί ἀρκετή ὥρα ἔπεφτε πυκνό. Τά παιδιά στούς δρόμους ὅλο καί ξέφευγαν ἀπό τά χέρια τῶν μεγάλων γιά νά κάνουν μιά γλίστρα στό χιόνι. Θυμήθηκε τή γιαγιά Βασιλική, πού μικρό πεντάχρονο ἀγόρι περπατοῦσε πιασμένος ἀπό τό χέρι της στόν ἴδιο πεζόδρομο πού περπατοῦσε τώρα.
-Γιαγιά Βαθιλική, τήν παρακάλεσε ἐκείνη τή μέρα, κανείθ δέν θέλει νά βγοῦμε ἔκθω θτό χιόνι. Ὅλοι τουθ ἔχουν δουλειέθ. Ἔλα, γιαγιά μου, νά πᾶμε μαδί!
Κι ἡ γιαγιά ἡ Βασιλική τόν πῆρε ἀπό τό χέρι καί βγῆκαν στόν δρόμο.
Θεέ μου, τί χαρά ἦταν ἐκείνη πού ζήσανε οἱ δυό τους ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα!
-Γιαγιά, θά βγοῦμε πάλι καί τοῦ χλόνου μαδί; τή ρώτησε μέσα στή μεγάλη χαρά του.
-Ὥς τοῦ χρόνου, Στεφανάκο μου, ποιός ζεῖ, ποιός πεθαίνει. Ἡ γιαγιά ἡ Βασιλική γέρασε πιά καί μπορεῖ φέτος νά γιορτάζει τήν τελευταία της γιορτή, τήν τελευταία της πρωτοχρονιά, τοῦ εἶπε, καί τό κατακόκκινο ἀπό τό κρύο χέρι της ἔσφιξε πιό σφιχτά τό δικό του.
-Ἐγώ, γιαγιά Βαθιλική, θά θοῦ κλατάω θφιχτά τό χέλι καί δέν θά ἀφήθω νά πεθάνειθ ὥθπου νά γίνειθ 100 χλονῶν!
Γέλασε ἡ γιαγιά Βασιλική μέ τήν ἀφέλεια μά καί τήν ἀγάπη τοῦ δισέγγονού της. Τῆς ἄρεσε πού τῆς μίλησε ἔτσι καί μπῆκε μαζί του στό πρῶτο κατάστημα παιχνιδιῶν πού βρέθηκε μπροστά τους.
-Πάρε ὅ,τι θέλεις, τοῦ εἶπε, κι ἐκεῖνος γεμάτος ἐνθουσιασμό πῆρε τό κάστρο πού ὀνειρευότανε.
Νά το τό κατάστημα μέ τά παιδικά παιχνίδια, δέν ἄλλαξε καθόλου. Τί εἶναι τάχα δεκαπέντε χρόνια πού πέρασαν; Τό κατάστημα δέν εἶχε ἀλλάξει, μά ἡ γιαγιά ἄλλαξε! Ἡ γιαγιά ἄλλο πιά δέν μποροῦσε νά βγεῖ παρά μόνο γιά τήν ἐκκλησία καί κεῖνο μέ μεγάλη δυσκολία. Κι αὐτός ἄλλαξε! Δέν ψεύδιζε πιά καί δέν εἶχε ἀνάγκη νά κρατάει τό χέρι τῆς γιαγιᾶς του. Δέν εἶχε ἀνάγκη τή γιαγιά του. Τί μπορεῖ νά τοῦ προσφέρει μιά ἐνενηντάχρονη;
-Στέφανε, τί κάνεις; Πότε ἐπιτέλους θά μᾶς κάνεις τήν τιμή νά βγεῖς μαζί μας; Δέν πέθανε ἀκόμα ἐκείνη ἡ γριά πού σᾶς μαζεύει;
Ὁ Γιῶργος, ὁ φίλος καί παλιός συμμαθητής του καί τώρα συμφοιτητής του, στεκόταν δίπλα του καί τοῦ μιλοῦσε μέ μιά φανερή εἰρωνεία.
-Ἀπόψε θά ἔρθω, Γιῶργο. Θά σέ ἔπαιρνα τηλέφωνο νά τό κανονίσουμε, τοῦ εἶπε δίχως ἐνθουσιασμό ὁ Στέφανος.
-Πέθανε ἡ γριά; ρώτησε ξαφνιασμένος ὁ Γιῶργος.
-Ὄχι, ἀπάντησε ντροπιασμένος ὁ Στέφανος, καί ἀπότομα, δίχως νά χαιρετήσει τόν φίλο του, ἀπομακρύνθηκε βιαστικός.
Γλίστρησε πολλές φορές πάνω στό χιόνι ὁ Στέφανος, ὥσπου νά φτάσει στό μαγαζί ἀπό τό ὁποῖο ψώνιζε ἡ γιαγιά ἡ Βασιλική.
-Θέλω ἕνα ὡραῖο κασκόλ γιά τή γιαγιά μου, εἶπε κι ἄφησε τήν πωλήτρια νά ἐπιλέξει.
-Εἶναι πολύ μεγάλη ἡ γιαγιά; τόν ρώτησε γιά νά κάνει καλύτερα τή δουλειά της.
-Εἶναι ἐνενήντα, ἀπάντησε χαρούμενα ὁ Στέφανος, κι ἐλπίζω νά τό φοράει ἄλλα δέκα χρόνια. Γι’ αὐτό φροντίστε νά εἶναι καλῆς ποιότητας.
Πλήρωσε κι ἔφυγε τρέχοντας ὁ Στέφανος. Ἤθελε νά φτάσει πρῶτος στό σπίτι τῆς γιαγιᾶς Βασιλικῆς, νά τῆς κρατήσει σφιχτά τό χέρι καί νά τῆς εὐχηθεῖ νά τά ἑκατοστίσει.
Τή βρῆκε ὄρθια, μόνη της, νά θυμιατίζει τό σπίτι μέ τήν πόρτα μισάνοιχτη, σάν νά τόν περίμενε.
-Στέφανέ μου, γιαβρί μ᾽, ἤξερα πώς κι ἄν κανείς ἄλλος δέν ἔρθει, ἐσύ δέν θά μέ ξεχνοῦσες, εἶπε καί ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ μέ τό θυμιατήρι πάνω στό κεφάλι του.
-Γιά δέκα ἀκόμα χρόνια, πρῶτα ὁ Θεός, θά ἔρχομαι, γιαγιάκα μου, τῆς εἶπε καί τήν ἔχωσε στήν ἀγκαλιά του. Δέν πρόκειται νά σέ ἀφήσω νά φύγεις πρίν τά ἑκατό.
-Ὅταν ὁ Κύριος μέ καλέσει, γιέ μου, κανείς δέν μπορεῖ νά μέ κρατήσει ἐδῶ. Ὕστερα, τί εἶναι ἑκατό χρόνια; Σάν νεράκι πέρασαν τά ἐνενήντα. Ἡ οὐσία, Στέφανέ μου, εἶναι νά ζήσουμε αἰώνια. Κάθε χρόνος πού περνάει, κάθε καινούργιος πού ἔρχεται νά μᾶς φέρνει πιό κοντά στήν αἰωνιότητα.
Κράτησε τό γέρικο ρυτιδιασμένο χέρι μέσα στό στιβαρό καί νεανικό δικό του καί τό ἔσφιξε.
-Κράτα μου τό χέρι, γιαγιά Βασιλική, καί ὁδήγησέ με στόν δρόμο γιά τήν αἰωνιότητα! Ἔχω τόσο ἀνάγκη νά μοῦ τό κρατᾶς!
-Βγαίνουμε στό χιόνι; τοῦ εἶπε παιχνιδιάρικα καί μέ νόημα ἡ γιαγιά καί κεῖνος τῆς φόρεσε τό καινούργιο της κασκόλ, τή σήκωσε σάν πούπουλο καί τήν ἔβγαλε στό μπαλκόνι.
-Θεέ μου, ὅλα λευκά σάν στόν παράδεισό σου, φώναξε ἐνθουσιασμένη ἡ γιαγιά.
Τό κουδούνι τῆς πόρτας κτυποῦσε ἀκατάπαυστα, μιά, δυό, τρεῖς φορές κι ἀναγκάστηκαν νά ἀφήσουν τή μαγεία τοῦ χιονιοῦ γιά νά μποῦν νά ἀνοίξουν.
-Στέφανε, ἐσύ ἐδῶ; ρώτησε ἔκπληκτος ὁ πατέρας του, μόλις τόν ἀντίκρισε.
-Ναί, μπαμπά μου, ἐδῶ μέχρι τήν αἰωνιότητα, εἶπε καί τό ἐννοοῦσε…
Ἑλένη Βασιλείου
“Ἀπολύτρωσις”, Ἰαν. 2026
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
- Ἀναμνήσεις, ἐμπειρίες
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΕΝΙΚΑ
- Ἐκδηλώσεις
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ
- Κοπιάσαντες ἐν Κυρίῳ
- ΝΕΑ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
- ΥΛΙΚΟ ΕΟΡΤΩΝ
- ΥΜΝΟΙ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ
- Χωρίς Κατηγορία
