Δέν μοῦ στέρησε, μέ φύλαξε

   Ὑπάρχουν στιγμές στή ζωή μας πού ὅλα μοιάζουν ἄδικα. Ὁ κόπος μας ἀπα­ξιώ­νεται, ἡ ἀλήθεια μας γίνεται ἐνο­χλη­τική καί ἡ συνείδησή μας βάρος γιά τούς ἄλλους. Τότε γεννιέται ὁ πόνος· ἕ­νας πό­νος βαθύς, πού δέν ἐξηγεῖται εὔ­κολα καί δέν πα­ρη­γορεῖται μέ λόγια.

   Κάποτε βρέθηκα κι ἐγώ σέ μιά τέτοια θέση. Μέ ζῆλο καί ὑπευθυνότητα ἀνέλα­βα ἕνα ἀπαιτητικό ἐπαγγελματικό ἔργο, τό ὁ­ποῖο στήθηκε σχεδόν ἀπό τήν ἀρχή. Ἐρ­γάστηκα μέ συνέπεια, πιστεύοντας ὅτι ἡ ἐργασία, ὅταν γίνεται μέ καθαρή συνείδη­ση, εἶναι διακονία. Πολύ σύντομα, ὅ­μως, διαπίστωσα πώς γύρω μου γίνονταν πράγ­ματα πού δέν μπο­ροῦσα νά ἀπο­δεχθῶ.

   Μοῦ ζητήθηκε νά ὑπογράψω γιά πράξεις πού δέν ἀνταποκρίνονταν στήν ἀλή­θεια. Νά κλείσω τά μάτια, νά «διευ­κολύνω» καταστάσεις, νά μπῶ σέ ἕναν δρόμο πού ἤξερα ὅτι δέν ἦταν σωστός. Ἐκείνη τή στιγμή δέν εἶχα μπροστά μου ἁπλῶς ἕνα ἐπαγγελματικό δίλημμα· εἶχα μπροστά μου τή συνείδησή μου.

   Ἡ ἄρνησή μου εἶχε κόστος. Καί τό κόστος αὐτό δέν ἦταν μικρό. Διακυβεύ­ονταν ὄχι μόνο, ἡ ἐργασία μου, ἀλλά καί ὅσα εἶχα χτίσει μέχρι τότε: οἱ σπουδές μου, τά πτυχία μου, ὅλη μου ἡ ἐπαγ­γελ­ματική πορεία. Γνώριζα πώς ὁ κύκλος ὅσων κινοῦ­νταν μέ δόλο ἦταν μικρός καί ἰσχυρός· καί πώς, ἄν ἀντιστεκόμουν, θά μέ κυνηγοῦ­σαν. Ὅπως καί ἔγινε.

   Ὑπῆρχε μέσα μου ὁ φόβος -πολύ πραγ­ματικός- ὅτι μπορεῖ νά μήν ξαναερ­γαστῶ ποτέ. Ἀνθρώπινα ἦταν σάν νά ἔσκιζα μόνη μου τά πτυχία μου. Νά το­ποθετοῦσα τόν ἑαυτό μου στό περιθώριο, ἐπειδή δέν δέχθηκα νά προδώσω τήν ἀλήθεια.

   Κι ὅμως, σέ αὐτή τή σκοτεινή περίο­δο, κάτι μέσα μου ἐπέμενε νά μήν ἀπελ­πίζεται. Ὄχι ἀπό δύναμη δική μου, ἀλλά ἀπό μιά σιωπηλή ἐμπιστοσύνη ὅτι ὁ Θε­ός βλέπει. Τίποτα δέν χάνεται ὅταν γίνεται μέ ἀλή­θεια, ἀκόμη κι ἄν προσωρινά συντρίβεται.

   Ὁ δρόμος στή συνέχεια ἦταν δύσκολος: ἀγώνας, ἀναμονή, δικαιοσύ­νη πού ἀρ­γεῖ. Κι ὅμως, τελικά, ἦρθε. Ὄ­χι μόνον ὡς ἀποκατάσταση μιᾶς ἀδικίας, ἀλλά ὡς ἐπι­βεβαίωση ὅτι τό φῶς δέν χάνεται, ἀ­κό­μη κι ἄν ἀργεῖ νά φανεῖ.

   Χρόνια ἀργότερα, ὅταν ἀποκαλύ­φθη­καν γεγονότα πού ἔδειξαν πόσο βα­θιά ἦταν ἡ σήψη ἐκείνων τῶν καιρῶν, κατάλα­βα κάτι πού τότε δέν μποροῦσα: Ὁ Θεός δέν μοῦ στέρησε· μέ φύλαξε. Μέ ἔ­βγαλε ἀπό ἕναν δρόμο πού θά μπο­ροῦσε νά μέ συντρίψει πνευματικά καί νομικά, νά μέ μπλέξει σέ βάρη δυσβά­­στα­χτα.

   Τότε κατάλαβα πώς πολλές φορές ὁ Θεός ἀπαντᾶ στά αἰτήματά μας ὄχι μέ αὐ­τό πού ζητᾶμε, ἀλλά μέ αὐτό πού χρειαζόμαστε. Καί πώς ὁ πόνος, ὅσο ἀ­βά­στα­­χτος κι ἄν φαίνεται, μπορεῖ νά εἶ­ναι προστασία πού ἀκόμη δέν διακρί­νουμε.

   Ἡ πίστη δέν μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τίς δοκιμασίες. Μᾶς διδάσκει, ὅμως, νά τίς περ­­νᾶμε χωρίς νά προδίδουμε τήν ἀλή­θεια μας. Καί ὅταν ἔρθει ὁ καιρός, μᾶς ἐπιτρέ­πει νά δοῦμε καθαρά: τίποτα δέν πῆγε χαμένο. Ὅ­λα ἔγιναν γιά κάποιο λό­γο. Καί ὁ Θεός ἦταν ἐκεῖ· ἀκόμη κι ὅταν νομίζαμε πώς       σι­ωποῦ­σε. «Μὴ φο­βοῦ· μόνον πίστευ­ε».

Α.Χ.

“Ἀπολύτρωσις”, Μάρτ. 2026