Εἰς τὸ ὄνομα

  Στόν ἑλληνορθόδοξο ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου, σέ μία μεγάλη πόλη τοῦ ἐ­ξω­τερικοῦ, ἕνα πλῆθος πι­στῶν προσέρχεται νά κοινωνήσει: Ἕλληνες καί ἄλλοι Εὐρωπαῖοι, Ἀφρικανοί, Ἀσιᾶτες. Ὁ ἱε­ρέας δέν μᾶς ξέρει προσωπικά, τούς περισσότερους μᾶς βλέπει γιά πρώτη φο­ρά· πάρα πολλοί εἶναι περαστικοί ἀπό τήν πόλη καί τόν ναό. Μᾶς κοινωνάει ὅ­λους ἥσυχα μέ τή σειρά χωρίς νά ρωτάει τά ὀνό­ματά μας. Σέ μία κυρία πού πλησιάζει νά κοινωνήσει καί ἡ ὁποία δέν ἔχει τίποτε τό ἀξιοπε­ρίεργο ἐπάνω της σταματάει: «What’s your na­me?», τή ρωτάει. Τοῦ λέει τό ὄνομά της καί ὁ ἱε­ρέας τῆς ἀπαντάει «No». Τό ἴδιο ἐπα­να­λαμ­βά­νεται λίγο μετά μέ ἕναν ἄντρα. «Ὄχι».

   Στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας μία παρέα 3-4 ἄτομα ρωτήσαμε τόν ἱερέα πῶς καταλαβαίνει μέσα στό ἄγνωστο ἑτερόκλητο πλῆθος ὅτι κάποιος δέν εἶ­ναι βαπτισμένος Ὀρθόδοξος. «Φαίνεται», μᾶς λέ­ει. Μετά ἀπό λίγο βρίσκουμε τήν πρεσβυτέρα καί ξαναρωτᾶμε. «Κρατάει τόν ἴδιο τόν Χριστό στά χέ­ρια του», μᾶς ἀπαντάει, «πῶς εἶναι δυνατόν νά μήν τό καταλάβει;».

   Τήν ἴδια ἀκριβῶς σκηνή ξαναζήσαμε τό φθινόπωρο σ᾽ ἕνα προσκύνημά μας στήν Πάτμο μέσα στό σπήλαιο τῆς Ἀπο­κάλυψης. Ἀπό ὅλους τούς ἀγνώ­στους, περαστικούς, προσκυνητές πού προσέρχονταν νά κοινωνήσουν, ὁ ἱε­ρέας σέ ἕναν-δυό ἔκανε τήν ἐρώτηση: «Ποιό εἶ­ναι τό ὄνομά σου;», καί τούς ἀπέκλεισε. «Ὄχι».

   Τό Βάπτισμα εἶναι ἡ μεγαλύτερη κοσμογονία. Καί τό ὄνομα τῆς Βαπτίσεώς μας δέν εἶναι μία λέξη. Εἶναι ἕνας κωδικός γιά νά ἀνοίξει ἡ πόρτα σ᾽ αὐτόν τόν καινούργιο κόσμο. Δέν εἶναι μία αὐτό­νο­μη, αὐτοδύναμη λέξη. Ἤ μιά αὐθύπαρ­κτη δήλωση τῆς ταυτότητας. Δέν εἶναι ἰδιόκτητο. Εἶναι ὄνομα δοσμένο εἰς τό ὄνομα κάποιου Ἄλλου. Τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶ­ναι μιά δωρεά χάριτος. Μιά σφραγίδα. Ἀνήκω ἐδῶ.

   Τό ὄνομά μας συμπυκνώνει ὅλη τήν ὕπαρξή μας. Μέ αὐτό παρελαύνουμε στό σύντομο πέρασμά μας ἀπό τή γῆ. Μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου, τοῦ μάρτυρος, τοῦ ἀσκητῆ, πού μᾶς δόθηκε, μέ αὐτό μᾶς μνημονεύει ἡ Ἐκκλησία, μέ αὐτό θά στηθοῦμε τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Τό ὄνομα τῆς Βαπτίσεώς μας εἶναι καταδικό μας, γραμμένο ἐπάνω σέ ψῆφο λευ­κή, ἀθωωτική. Δικαίως ἡ ὀνομαστική μας ἑορτή εἶναι πανήγυρις χαρᾶς γιά ὅ­λους γύρω μας, εἶναι ὕψωμα, ἀφοῦ κι ἐμεῖς ἀνήκουμε μέ τή Βάπτισή μας στήν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, τῶν προνομιούχων τέκνων πού τά ὀνόματά τους ἔχουν γραφτεῖ στούς οὐρανούς. Τό ὄ­νομά μας εἶναι ἀπόλυτα προσωπικό.

   Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; ρώτησε ὁ Χριστός τόν δαιμονισμένο. «Λεγεών εἶ­ναι τό ὄνομά μου», ἀπάντησε, «γιατί εἴ­μα­στε πολλοί». Πολλοί, ἀπρόσωποι καί ἀ­νώ­νυ­μοι, σκοτεινοί.

   Ἐμεῖς ὅμως, Κύριε, οἱ βαπτισμένοι στό ὄνομά σου, εἴμαστε ὁ καθένας. Ἰ­δού ἐγώ ἐνώπιόν σου. Μνήσθητι τοῦ δούλου σου… ξέρεις πῶς μέ λένε. Κανείς ἄλλος δέν τό ξέρει. Εἶναι μυστικό. Τό ξέρεις μόνον ἐσύ καί ἐγώ. Κάνε με νά βαστάζω ὅλο τό βάρος διά τό ὄνομά Σου καί ὄχι νά ἔχω ὄνομα ὅτι ζῶ, ἀλλά ἐπί τῆς οὐ­σίας νά εἶμαι νεκρός.

   «Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;», ρωτοῦ­σαν οἱ δήμιοι τούς μάρτυρες. «Τό ὄνομά μου εἶναι Χριστιανός. Πιστεύω σ᾽ Αὐτόν πού ὁ Θεός τοῦ χάρισε ὄνομα, «τὸ ὑ­πὲρ πᾶν Ὄνομα».

Ζ.Γ.

“Ἀπολύτρωσις”, Ἰαν. 2026