ΑΡΘΡΑ
Ἡ μεγαλύτερη δύναμη
Αρχική » ΑΡΘΡΑ » ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΑ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ » Ἡ μεγαλύτερη δύναμη

Screenshot
-Κυρία, γιατί μᾶς εἴπατε πώς ἡ σημερινή μέρα εἶναι ξεχωριστή; ρωτᾶ ἡ Μαρία, καθώς μπαίνω στήν τάξη.
-Γιατί, παιδιά, σάν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843, ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, ὁ θρυλικός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πέρασε στήν αἰωνιότητα, λέω μέ συγκίνηση. Ἀλλά ἄς θυμηθοῦμε ποιός ἦταν ὁ Κολοκοτρώνης.
-Κυρία, πάντα ἔχω τήν ἀπορία πῶς ἦταν στήν καθημερινότητά του ὁ σπουδαῖος αὐτός Ἕλληνας, λέει ὁ Ἀνδρέας.
-Σήμερα, λοιπόν, θά τόν γνωρίσουμε ἀπό κοντά. Ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν ἕνας χαρισματικός ἡγέτης σέ δεκάδες μάχες γιά τήν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας μας. Ἡ στρατηγική του σκέψη καί ἡ διορατικότητά του ὑπῆρξαν καθοριστικές γιά τήν ἔκβαση τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἦταν αὐστηρός στή μάχη, ἀλλά ἀγαπητός καί φιλικός μέ τούς συναγωνιστές του. Προσωπικά, ἐκεῖνο πού μέ συγκινεῖ περισσότερο στήν προσωπικότητά του ἦταν τό ὅτι ἤξερε νά συγχωρεῖ, κι αὐτή ἡ ἀρετή ἦταν ἡ μεγαλύτερη δύναμή του.
-Τί ἐννοεῖτε, κυρία, ὅταν λέτε ὅτι ἤξερε νά συγχωρεῖ; ρωτᾶ ἡ Κατερίνα.
-Ἡ συγχώρεση καθόριζε τή ζωή του. Ἀκοῦστε τί λέει ὁ ἴδιος: « Σ’ ἕνα τραπέζι ὅπου ἔκαμα βρισκόταν καί ὁ φονιάς τοῦ ἀδελφοῦ μου. Μοῦ εἶπε ἡ μάνα μου: “Παιδί μου, καί στό τραπέζι μας θά τόν βάλεις τόν φονιά τοῦ παιδιοῦ μου;”. “Σώπα, μάνα! Αὐτό εἶναι τό καλύτερο μνημόσυνο τοῦ σκοτωμένου”». Κι ἄλλοτε: «Κάποτε εἶδα κάτι στρατιῶτες ἀπό τό ἀντίθετο παρτίδο (= κόμμα), νά φορᾶνε τά ὅπλα τοῦ γιοῦ μου τοῦ Πάνου, πού τόν εἶχαν σκοτώσει στόν ἐμφύλιο τοῦ 1824. Γύρισα ἀλλοῦ, δάκρυσα καί εἶπα: “Θεέ μου, συγχώρα τούς φονιάδες τοῦ παιδιοῦ μου!”». Ἐπί Ὄθωνος τόν κατηγόρησαν ἄδικα, τόν ἔριξαν στή φυλακή τοῦ Ναυπλίου γιά ἕντεκα μῆνες, τόν καταδίκασαν σέ θάνατο καί μετά σέ ἰσόβια δεσμά, ποινή πού τελικά ἀκυρώθηκε. Τό θαυμαστό εἶναι ὅτι δέν κράτησε μίσος γιά κανέναν. Λίγο πρίν πεθάνει, σάν νά εἶχε προαισθανθεῖ τό τέλος του, ἀποφάσισε νά κάνει μιά περιοδεία στόν Μοριᾶ, γιά νά συναντήσει τούς φίλους του καί νά συμφιλιωθεῖ μέ τούς ἀντιπάλους του. Πέρασε καί ἀπό τίς Σπέτσες γιά νά συναντήσει τόν Κουντουριώτη, πού ὡς Πρόεδρος τοῦ Ἐκτελεστικοῦ τόν φυλάκισε στήν Ὕδρα. Συγχώρησε ἀκόμη καί τόν Κωνσταντῖνο Σχινά, τόν ὑπουργό Δικαιοσύνης τῆς Ἀντιβασιλείας, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά καταδικασθεῖ σέ θάνατο ὁ Κολοκοτρώνης.
-Καί μετά; ρωτᾶ ὁ Γιῶργος.
-Πέθανε στό σπίτι του στήν Ἀθήνα, ἤρεμος καί εἰρηνικός. Μετά ἀπό ἕναν χορό στά ἀνάκτορα, κατά τά ξημερώματα, δέν αἰσθάνθηκε καλά. Οἱ γιατροί προσπάθησαν νά τόν κρατήσουν στή ζωή, ἀλλά ἡ καρδιά τοῦ γενναίου στρατηγοῦ σταμάτησε νά χτυπᾶ τέτοια μέρα, στίς 11:00 τό πρωί.
-Ποιά ἦταν τά τελευταῖα του λόγια; ρωτᾶ ἡ Κατερίνα.
-Ἦταν λίγα λόγια στόν γιό του τόν Γενναῖο: «Σοῦ ἀφήνω τόσους φίλους, ὅσα φύλλα ἔχουν τά κλαριά, καί φρόντισε νά τούς φυλάξεις».
-Τί ὄμορφο! λέει ἡ Ἀναστασία. Ἦταν ἄνθρωπος πού ἀγαποῦσε, παρόλες τίς ἀδικίες πού πέρασε…
-Μετά τί ἔγινε; ρωτάει ὁ Ἀνδρέας.
-Ὅλα τά μαγαζιά καί τά ἐργαστήρια τῆς Ἀθήνας ἔκλεισαν καί πλῆθος κόσμου μαζεύτηκε στό σπίτι του. Οἱ συναγωνιστές του τόν χαιρετοῦσαν μέ ἀναφιλητά. Κηρύχθηκε τριήμερο δημόσιο πένθος. Τόν ἔντυσαν μέ τή στολή τοῦ Ἀντιστράτηγου, τόν θώρακα, τήν περικεφαλαία, τά τσαρούχια του, ἔβαλαν δίπλα του τό σπαθί του καί κάτω ἀπό τά πόδια του τήν τουρκική σημαία. Τόν ἐπικήδειο λόγο ἐκφώνησε μία μεγάλη μορφή τῶν γραμμάτων τῆς ἐποχῆς, ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ἐξ Οἰκονόμων.
-Ποῦ βρίσκεται θαμμένος; ρωτᾶ ἡ Μαρία.
-Σήμερα, τά ὀστά τοῦ Κολοκοτρώνη βρίσκονται στήν Τρίπολη. Μεταφέρθηκαν ἐκεῖ ἀπό τό Α´ Νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν τό 1930, συνοδευόμενα ἀπό τόν πρωθυπουργό Ἐλευθέριο Βενιζέλο, κατόπιν αἰτήματος τῶν Ἀρκάδων. Τό 1971 στήν πλατεία τοῦ Ἄρεως στήν Τρίπολη στήθηκε ἀνδριάντας του. Καί ἀπό τό 1993 τά ὀστά του βρίσκονται στή βάση τοῦ μνημείου σέ εἰδική κρύπτη. Αὐτή εἶναι ἡ κληρονομιά πού μᾶς ἀφήνει: θάρρος, τιμιότητα, πίστη στήν πατρίδα καί καρδιά ἀνοιχτή, συγχώρεση γιά ὅλους γύρω μας. Θά τελειώσω μέ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά «Ἀπομνημονεύματά» του, πού δείχνει τή δυνατή του θέληση: «Εἰς τήν Ζάκυνθον, ἐμπῆκα ναυτικός εἰς τήν μοῖραν τοῦ Μωριᾶ κι’ ἀρχίσαμε νά κτυπᾶμε τούς Τούρκους. Ἕνα καιρό, ἔμεινα ἡμέρες, χωρίς νά καπνίσω. Δέν ἠμποροῦσα νά βαστάξω. Παίρνω τήν πίπα μου κι ἄρχισα νά ξύνω τήν νικοτίνη διά νά φτιάξω τσιγάρο. Κάποια στιγμή ὅμως εἶπα στόν ἑαυτό μου στενοχωρημένος: Ὅρσε ἄνθρωπος πού θέλει νά λευτερώση τόν τόπο του καί δέν μπορεῖ νά λευτερωθῆ ὁ ἴδιος ἀπό ἕνα συνήθειο! Θεέ μου, συγχώρεσέ με». Κι ἔτσι σταμάτησε τό κάπνισμα, ὅταν κατάλαβε ὅτι ἦταν κάτι πού τόν κρατοῦσε σκλάβο… Μακάρι καί ἐμεῖς νά ἐμπνευστοῦμε ἀπό τόν ἥρωα Κολοκοτρώνη καί νά τόν μιμηθοῦμε σέ ὅλα τά σπουδαῖα χαρίσματα πού εἶχε καί στόν ἀγώνα του γιά ἐλευθερία.
-Θά προσπαθήσουμε, Θεόδωρε Κολοκοτρώνη, νά σέ μιμηθοῦμε σέ ὅλα! λέει ὁ Θοδωρής καί ὅλοι συμφωνοῦμε.
Μ.Ε.Χ.
“Ἀπολύτρωσις”, Τεῡχος Φεβρουαρίου 2026
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
- Ἀναμνήσεις, ἐμπειρίες
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΕΝΙΚΑ
- Ἐκδηλώσεις
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ
- Κοπιάσαντες ἐν Κυρίῳ
- ΝΕΑ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
- ΥΛΙΚΟ ΕΟΡΤΩΝ
- ΥΜΝΟΙ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ
- Χωρίς Κατηγορία
