Ἡ «πανήμερος» ἐπική μάχη 

   Κάστρο ἀπάτητο τό Μεσολόγγι. Τοῦ­­τος ὁ ἔνδοξος «φράχτης» ἔχει πολύ κουράσει τίς τουρκοαιγυπτιακές δυνά­μεις. Οἱ νησίδες -Βασιλάδι, Ντολμάς, Αἰτω­λι­κό, Κλείσοβα-, πού εἶναι ὀχυρω­μένες, βρίσκονται σέ θέση στρατηγική κι ἀποτε­λοῦν προ­πύργια τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ Ἰμπραήμ ὡστόσο πατᾶ τό Βα­σιλάδι, βά­φει στό αἷμα τόν Ντολμά καί τό Αἰτωλικό. Τελευταῖο ἀνάχωμα ἀπο­μένει τό νησάκι Κλείσοβα. Ὁ αἰγύ­πτιος στρα­τη­λάτης συγκατατίθεται νά τό ἐκ­πορθήσει ὁ ὀθω­μανός Κιουτα­χής. Σάν προσκυ­νή­σει κι ἡ Κλείσοβα, θά ἀπο­κλειστοῦν ὅλα τά πε­ράσματα τῆς λι­μνοθάλασσας πρός τό Ἰόνιο Πέλαγος καί θά σταματήσει ἐντε­λῶς ὁ ἀνεφο­δια­σμός τῆς ἡρωικῆς πό­λης.

   Μέ τό ξημέρωμα τῆς μεγάλης γιορ­τῆς τῶν χριστιανῶν, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Παναγίας, 25η Μαρτίου τοῦ 1826, κι­νοῦν οἱ 3.000 περίπου Τουρκαλβανοί τοῦ Κιουταχῆ νά κατακτήσουν τό νη­σά­κι. Διαδραματίζεται τότε μία ἀπό τίς τε­λευταῖες φάσεις τῆς δεύτερης πολι­­ορίας τοῦ Μεσολογγίου (1825-1826). Ὁ Κιουταχής κάνει στήν ἀρχή ἕναν ἀντιπε­ρισπασμό. Προσποιεῖται ὅτι ἐπιτίθεται στό Μεσολόγγι. Βομβαρδίζει τήν πόλη, ἐνῶ ὁ τουρκικός στόλος στρέφεται πρός τήν Κλείσοβα. Τή νησίδα ὑπερα­σπίζεται φρουρά 150 ἀνδρῶν μέ τέσ­σερα πυ­ρο­βόλα. Ἐπικεφαλῆς εἶναι ὁ ὑπομοί­ραρ­χος Πα­ναγιώτης Σωτη­ρό­πουλος ἀ­πό τά Κρά­βαρα τῆς Ναυπα­κτί­ας.

   Συγχρόνως ὁ πολέμαρχος τοῦ Σου­λίου, ὁ στρατηγός Κίτσος Τζαβέλας, μέ ἕντεκα παλληκάρια του, κατά τόν Σπυρίδωνα Τρικούπη, φεύγουν ἀπό τό Με­σολόγγι, γιά νά ριχθοῦν σέ ἐπικίν­δυνη ἀποστολή. Μέ τά πλοιάροιά τους διασχίζουν τόν ἐχθρικό στόλο κι ἐνῶ τά βόλια σφυρίζουν γύρω τους, φτάνουν σῶοι στό νησάκι. Σμίγουν μέ τή φρουρά, πού πιό­τερο ἀναπτε­ρώ­νεται. Τή στιγμή ὅμως πού ὁ Τζαβέλας ἔχει ὑ­ψωμένο τό ξίφος του, τουρκική σφαίρα τό σπάζει στά δύο.

   Ὁ Κίτσος ἀμίλητος κατευθύνεται στό ἐκκλησάκι τῶν Ταξιαρχῶν. «Μπαίνει μέ­σα. Προχωρεῖ στό Ἅγιο Βῆμα, κρατώ­ντας τά δύο κομμάτια ἀπ᾽ τό σπαθί του. Σταματάει στό εἰκόνισμα τῆς Παναγιᾶς, ἀκουμπάει μπροστά της τό σπασμένο σπαθί, κάνει τόν σταυρό του, τήν ἀνα­σπάζεται κι ὕστερα γονατίζει καί λέει: ‟Παναγιά μου, σήμερα πού σέ γιορτάζουμε, σοῦ ἀφιερώνω τό σπαθί μου καί βοήθα τούς Ἕλληνες νά νικήσουμε τόν ἐχθρό”», καταγράφει ὁ Τάκης Λάππας στό βιβλίο του «Δοξασμένη Ἔξοδος».

   Ὁ Τζαβέλας πρωτοστατεῖ στόν πό­λεμο. Ἐμψυχώνει τούς μαχητές ξεφωνί­ζοντας: «Ἀδέρφια, Ἕλληνες! Σήμερα γεν­νηθήκαμε, σήμερα θά πεθάνουμε γιά τήν πατρίδα καί τή λευτεριά της!».

   Ἀπανωτά τά ἑλληνικά βόλια πέ­φτουν καί σκορποῦν θανατικό. Ὥς τό μεση­μέρι ἀποκρούονται ἕξι ἐπιθέσεις τοῦ Κιου­τα­χῆ. Στήν τελευταία ἐπίθεση συμ­μετέχει ὁ ἴδιος γιά τήν ἐνίσχυση τοῦ φρονήματος τῶν πολεμιστῶν του. Σφαί­­­ρα ὅμως ἑλ­ληνική τραυματίζει τό πόδι του καί σχίζει τή γάμπα του. Πονᾶ φρικτά, τό αἷμα ρέει καί σωριάζεται στή βάρκα. Ἡ ἀποχώ­ρη­ση τοῦ τούρκου ἀρ­χιστράτηγου προ­κα­λεῖ σύγχυση στούς στρατιῶτες του, πού ἀρχίζουν νά ὀπι­σθοχωροῦν. Σκοτώνονται ἤ τραυμα­τί­ζο­νται περισσότεροι ἀπό 1.500 Τοῦρκοι.

   Ἡ ἐπίθεση συνεχίζεται μέ τόν Ἰ­μπρα­ήμ. Διαθέτει τρία συντάγματα Αἰ­γυπτίων ἀποτελούμενα ἀπό 3.000 ἄν­δρες μέ ἀρ­χηγό τόν γαμπρό του Χουσεΐν μπέ­η. Τά αἰγυπτιακά πλοιάρια κυ­κλώ­νουν τό νη­σάκι καί οἱ πολιορκούμενοι λόγῳ τοῦ σφοδροῦ πυρός κλείνονται στόν ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μέσα ἀπό τά χά­σματα τῆς ὀροφῆς χτυποῦν τά αἰγυ­πτι­ακά στρατεύματα. Ὁ Χουσεΐν ἐ­πιχειρεῖ πέντε ἀλλεπάλληλες ἐφόδους δίχως ἀ­ποτέ­λε­σμα. Οἱ βολές τῶν Ἑλ­λή­νων εἶ­ναι εὔστο­χες καί θερίζουν ἀστα­μάτητα ὅσους προσεγγίζουν.

   Τότε ὁ Χουσεΐν σηκώνεται ὄρθιος στήν πρασινοχρωματισμένη λέμβο του, γιά νά ἐμψυχώσει καί νά δώσει νέες ἐ­ντολές. «Ἀστράφτανε τῆς φορεσιᾶς του τά χρυσᾶ στολίδια καί βαστοῦσε στό χέρι του ἕνα ὁλόχρυσο σπαθί. Στό σα­ρί­κι του λαμποκοποῦσαν πολύτιμα πε­τρά­δια. Καί στό ζωνάρι μαλαματένια ἄρ­­μα­τα», περι­γράφει ὁ ἴδιος ἱστορικός. Τόν αἱμοβόρο μπέη ρίχνει νεκρό ὁ Σφή­κας, ἕνας ἀτρό­μητος μαχητής, παιδί δε­κα­τρι­ῶν χρονῶν, ἀπό τό Μεσολόγγι. Ὁ θά­να­τος τοῦ γα­μπροῦ τοῦ Ἰμπραήμ ἐ­πιφέρει πανικό στίς αἰγυπτιακές τάξεις, πού παλεύουν νά ξεκολλήσουν τά πλοῖα τους ἀπό τή λάσπη. Ἡ λι­μνο­θάλασσα τῆς Κλείσοβας κοκκινίζει ἀπό τό αἷμα χιλίων περίπου αἰγύπτιων νε­κρῶν.

    Ἀκολουθεῖ ἡρωική ἔφοδος τῆς ἑλ­ληνικῆς φρουρᾶς μέ πρωτερ­γά­τη τόν Τζαβέλα. Καταδιώκει μέ τούς λεβέντες του ὅσους ἀπό τούς ἐχ­θρούς πρόλαβαν νά ἐ­γκατα­λεί­ψουν τή νησίδα καί τούς ἀφανίζει μαζικά.

   Ἡ μάχη αὐτή τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπα­νάστασης, τῆς Κλείσοβας, χαρακτη­ρί­ζε­ται «πανήμερος», για­­τί κράτησε μόνο μιά μέρα, ἀπό τά χαράματα ὥς τό σού­ρουπο τῆς 25ης Μαρτίου· καί ἐπική λόγῳ τῆς τεράστιας ἀνισορροπίας δυ­νάμεων -ἀνα­λογία 1:25- καί τῶν ἐντυ­πω­σιακῶν ἀπω­λειῶν τῶν Τουρ­­κο­αιγυπτίων -χιλιά­δες νε­κροί καί τραυ­ματίες ἔναντι 60 ἑλ­λήνων νεκρῶν καί τραυματι­σμένων. Γιά τίς ἀ­δούλωτες ψυχές τῶν «Ἐλεύθερων Πο­λιορκημέ­νων» τούτη ἡ πεισματώδης ἀ­να­μέτρηση ἀποτε­λεῖ νίκη στερνή. Λί­γες μέρες μετά, μέ τό μεγαλει­ῶδες σύν­θημα «Ἀποθνήσκομεν, ἀλλ᾽ οὐ προσκυ­νοῦμεν», πρα­γ­μα­το­ποι­εῖται τό με­γα­­λούργημα τῆς «Ἱερῆς Πόλης», ἡ Ἔξο­δος τῶν ἀνυπό­τακτων ἀγω­νιστῶν, πού ἄ­φησε τόν κό­σμο ὅ­που γῆς ἐμ­βρό­­ντη­το. Τή χρυσή ἐ­πέ­τειο τῶν 200 χρόνων της γιορτά­ζου­με φέ­τος οἱ Ἕλληνες  λα­μπρά.

  «Πατᾶμε στήν Κλείσοβα. Δέν πα­τᾶ­με σέ χῶμα. Πατᾶμε σέ αἷ­μα, γιατί αὐτό τό νησί εἶναι πραγ­ματικά ποτισμένο μέ τό αἷμα ἐ­κείνων τῶν ἡρώων, τῶν γνη­σίων ἀγωνιστῶν», εἶχε πεῖ σέ συνέ­ντευξή του ὁ μακαριστός τώρα μη­τροπολίτης Αἰτω­λίας καί Ἀκαρ­νανίας Κοσμᾶς.

Ἑλληνίς

“Ἀπολύτρωσις”, Μάρτ. 2026