Κρυσταλλοπηγή

   Λίγο πρίν ἀπ᾽ τή μάχη Του μέ τόν θάνατο εἶχε προηγηθεῖ μιά ἄλλη ἐξί­σου φοβερή. Ἡ μάχη μέ τήν ἀνθρώπινη καρδιά· «οὐαὶ ὑμῖν, μωροὶ καὶ τυφλοί».

   Τί εἶναι ἡ καρδιά; Αὐτό πού δέν φαίνεται. Ὅλα τά ἄλλα ἐπάνω μας φαί­νο­νται: τό βλέμμα μας, τά λόγια μας, οἱ πράξεις μας. Καί γι᾽ αὐτό μποροῦμε νά τά ρυθμίσουμε, γιά νά φαίνονται ἔτσι ὅ­πως θέλουμε, γιά νά βλέπουν οἱ ἄλλοι ἐ­πάνω μας αὐτό πού θέλουμε.

   «Συζητοῦσα -μοῦ διηγοῦνταν μιά φί­λη μου- μέ μιά γνωστή μου κυρία. Ὅλη τήν ὥρα πού μιλούσαμε μέ ἐπαινοῦσε, μοῦ ἔλεγε καλά λόγια, ἐγώ ὅμως ἔ­νιω­θα ἕνα ρίγος, γιατί καταλάβαινα ὅτι μέ­σα της σκεφτόταν τά ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπ᾽ αὐ­τά πού μοῦ ἔλεγε μέ τό στόμα της».

   Ἡ καρδιά εἶναι ὁ καταδικός μας χῶ­ρος, πού δέν τόν βλέπει κανείς. Αὐτό εἶ­ναι τό σκοτεινό μας βασίλειο. Ἐκεῖ μέσα μπορῶ νά διαπράξω ὅ,τι θέ­λω, χω­ρίς νά ὑπολογίσω κανέναν. Καί μοῦ δίνει μιά ἄγρια χαρά, ἄν καταφέρω κιόλας νά ξεγελάσω τούς ἄλλους.

   Εἶναι ἕνας χῶρος γεμάτος φωλιές. Ἐκεῖ εἶναι τρυπωμένες, κρυμμένες ὅλες οἱ κακές ἐπιθυμίες. «Τὸ ἐμφωλεῦον κα­κόν». Ἐκεῖ ἐ­πω­ά­­ζεται τό αὐγό τοῦ φι­διοῦ. Ἑρ­πετά πού ζοῦν μές στό σκοτάδι. Ἄν καταφέρει κανείς νά τά τραβήξει ἔξω στό φῶς, τότε ψοφᾶνε, λένε οἱ Πατέρες. Γιατί δέν ἀντέ­χουν στό φῶς.

   Ἡ καρδιά εἶναι γεμάτη νήματα ἀό­ρατα ἀλλά ἀλάνθαστα στό πῶς τυλί­γο­νται καί ξετυλίγονται. Σάν ἱ­στός ἀράχνης πού τά καλύπτει ὅλα ἀριστο­τε­χνικά. Καί μιά μόνο λέ­ξη, ἕνα «καί» πού θά προ­σθέ­σουμε ἤ θά ἀφαιρέσουμε ἀπ᾽ τά λό­για μας, μπο­ρεῖ νά ἔχει μιά πολύ μακρινή καταγωγή, νά εἶναι ἕνας ἀντίλα­λος ἀπό ἕνα πολύ μακρινό παρελθόν μέσα στά ὑπό­γεια τῆς καρδιᾶς μας. Μπορεῖ ὅλοι νά ἔχουν ξεχάσει, αὐτή ὅμως ἡ κλωστή πού αὐτό τό «καί» τό βγάζει πρός τά ἔξω δέν ἔχει ξεχάσει τίποτε.

   Δέν ὑπάρχουν ἄσχετες καί ἀσύνδε­τες πλευρές στό κακό. Ὅλα συνδέονται στε­νά μεταξύ τους: αἰσθήματα, βλέμμα­τα, μορφασμοί, ὑπονοούμενα, ὑπερ­­βο­­λές ἤ ἐλλείψεις στή συμπεριφορά μας. Δέν ἦ­ταν τυχαῖο ὅτι ἡ προ­δοσία ἔγινε μέ φίλημα. Ποιές ἀόρατες κλωστές ἔδεναν ἄ­­ραγε τήν καρδιά τοῦ Ἰούδα μ᾽ ἐκεῖνο τό φίλημα; Καί γι᾽ αὐτό ὁ Ἰούδας φίλησε τόν Κύριο γιά νά Τόν δείξει. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρό­­­δρομος Τόν ἔδειξε μέ τό δάχτυλό του.

   Τί γεννάει τήν κακία; Τά τροπάρια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας μιλοῦν περί «αὐτο­φθόνου κακίας». Σάν, δηλαδή, νά γεννιέται ἀπό μόνη της μέσα στό ἴζημα καί στήν ἰλύ, στό κατακάθι τῆς προαίρεσης τῆς ἀνθρώ­πινης καρδιᾶς καί στή συνέχεια νά αὐτο­τρο­φοδο­τεῖ­ται.

   Σέ καμιά περίπτωση ὅμως ὁ ἄν­θρω­­πος δέν εἶναι καί δέν πρέπει νά εἶναι ἕρ­μαιο τῆς καρδιᾶς του. Ἡ μάχη δίνεται κά­θε μέ­ρα. Νά ἀρχίσουμε νά πε­τᾶμε πέ­ρα συνειδητές ἐν­θυμήσεις, ἐπινοήσεις, συγκρίσεις, ὑπόνοιες, ὑπο­ψίες, πι­κρίες, ἀ­πορρίψεις, προβλέψεις, ὑποθέσεις, ὑπερβολές, ἐμμο­νές. Ὅλα αὐτά εἶναι εὔ­φορη λάσπη γιά νά γεννη­θεῖ ἡ κακία. Κι αὐτή στή συνέχεια εὔ­κολα ξεπετιέται, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος δέν ἔχει μιά στέρεη πνευ­­­μα­τική ταυτότητα, δέν ξέρει ποιός εἶναι ἤ δέν τοῦ ἀρέσει αὐτό πού εἶναι· ὅ­ταν δέν ἔχει μιά μετρημένη προσωπικότητα μέσα σέ ἕνα κλίμα φυσι­κῆς ἀνα­γ­καίας ταπει­νό­τη­τας.

   Νά μείνουμε μέ μιά καρδιά ἄδεια ἀπ᾽ ὅλα αὐτά πού φωλιάζουν μέσα της. Καί πάνω της νά ἁπλωθεῖ ἕνα πέπλο ἐλέους καί εὐ­σπλα­χνίας, πού θά τά σκεπάζει ὅλα καί θά τά δίνει τό φίλημα τῆς ζωῆς. Ἔτσι ὅπως τά σκεπάζουν καί τά ὀμορ­φαίνουν ὅλα κάτω στό χῶμα ὅπου πέφτουν τά χρυ­σοκίτρινα φύλλα τοῦ φθι­νοπώρου. Ἤ σάν τό ἁπαλό στρῶμα τοῦ χιο­νιοῦ τόν χειμώνα ὅπου τά ντύνει ὅλα, καί τά χαλάσματα καί τά ρημαδιά, μέ ἀ­πόκοσμη ὀ­μορ­φιά. Ἤ σάν τά ἀγριο­λού­λουδα τῆς ἄ­νοιξης, πού καθώς ξεπροβάλλουν μέσα ἀπ᾽ τίς χαραμάδες τῶν βράχων κεντοῦν ἀπαράμιλλα τά γυμνά τοπία. Ἤ σάν μιά κρυσταλλοπηγή τοῦ κα­­λο­καιριοῦ, πού μέσα στά νερά της κα­θρε­φτί­ζονται καί ξεδιψοῦν ὅλα.

   Νά, μιά τέτοια καρδιά θέλω.

   Μπροστά μας ἡ Σαρακοστή εἶναι Με­­γάλη. Τί θά καταφέρω ἄραγε νά δῶ, ὅταν μπροστά στόν Σταυρό θά ἀκού­γε­ται ἐκείνη τή νύχτα «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται»;

Ζ.Γ.

“Ἀπολύτρωσις”, Μάρτ. 2026