«Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν»

  Κάτι βαρύ πλάκωνε σήμερα τήν καρδιά τῆς Κατερίνας. Τό ἔβλεπε καθημερινά πώς τά πράγματα στό σχολεῖο πή­γαιναν ἀπό τό κακό στό χει­ρότερο καί στή συ­μπεριφορά τῶν παιδιῶν καί στήν ἐμφάνισή τους. Δέν ἦ­ταν κάτι καινούργιο αὐτό πού εἶδε σήμερα, μά νά, αὐτό τό κορίτσι μέ τό φοβερό μυαλό καί τό φωτεινό χαμόγελο τό ἐκτιμοῦσε πολύ. Δέν περίμενε ἡ Ἄννα νά ἐμφανιστεῖ μέ μιά τόσο κοντή φούστα στόν ἐκκλησιασμό τοῦ σχολείου. Ἦταν ἡ πρώτη φορά πού αὐτό τό κορίτσι τήν ἀ­πογοήτευε. Πά­ντα διαβασμένη, πά­ντα σοβαρή καί ὅταν ἡ Κατερίνα παρέδιδε τό μάθημα, τήν ἔνιωθε νά ρουφάει κάθε της λέξη. Ἴσως γι’ αὐτό ἡ ἀπογοή­τευ­σή της ἦ­ταν σήμερα τόσο μεγάλη.

   Ἔφτασε ἄκεφη στό σπίτι καί αὐτό τό βάρος δέν ἔλεγε νά ἐλαφρύνει.

   -Τί ἔπαθες, παιδάκι μου, βούλιαξαν τά καράβια σου; τή ρώτησε ἡ μητέρα της, καθώς ἔστρωνε τό τραπέζι.

   -Ἄσε, μαμά, ἐξήγησε ἡ Κατερίνα, ἡ καλύτερή μου μαθήτρια, τό πιό σοβα­ρό παιδί τῆς τάξης, ἦρθε σήμερα στήν ἐκ­κλησία μέ μιά φούστα τόσο κοντή, πού ντρεπόμουν νά τήν κοιτάζω. Πάει, δέν ἔ­μεινε παιδί γιά παιδί, εἶπε κτυ­πώντας μέ ἀπελπισία τά χέρια της.

   Ἡ μητέρα της, συνταξιοῦχος θεολόγος, τήν κοίταξε ξαφνιασμένη.

   -Πεινᾶς πολύ; τή ρώτησε.

   -Οὔτε νά φάω δέν ἔχω ὄρεξη, ἀ­πά­ντησε ἡ νεαρή φιλόλογος.

   -Κάθισε, τῆς εἶπε καί κάθισε κι ἐκεί­νη δίπλα της.

   -Ἐμεῖς, ξέρεις, ἡ δική μας γενιά, πηγαίναμε στό σχολεῖο μέ ποδιές.

   -Μακάρι νά εἴχαμε καί σήμερα ποδιές! τή διέκοψε ἡ Κατερίνα. Δέν θά εἴ­χαμε αὐ­τά τά χάλια πού ἔχουμε σήμερα.

   -Λοιπόν, Κατερίνα μου, συνέχισε ἡ μητέρα της χωρίς νά δώσει σημασία σέ αὐτό πού εἶπε ἡ κόρη της, πολλές φο­ρές σοῦ εἶπα γιά τή φτώχια πού περάσαμε στά παιδικά μου χρόνια, μά αὐτό τό περιστατικό δέν σοῦ τό εἶπα ποτέ! Ἦρθε τώρα ἡ ὥρα του.

    Πῆρε μιά βαθιά ἀνάσα ἡ κυρία Ἑ­λένη καί γύρισε πενήντα χρόνια πίσω.

   -Ἤμουν στήν τρίτη Γυμνασίου, κι ὅ­πως πολλές φορές τό εἴπαμε, φτώχια, μεγάλη φτώχια. Εἶχα μιά σχολική ποδιά πού μοῦ ἀγόρασαν οἱ γονεῖς μου στήν πρώτη τάξη. Μία καί μοναδι­κή. Ἄλλο ὅ­μως δώδεκα χρονῶν κι ἄλ­λο δεκαπέντε. Ὅλο παραπονιόμουν στή μάνα μου ὅτι πάλιωσε πιά καί προπαντός ὅτι κόντυ­νε. Ντρεπόμουν νά πηγαίνω στό σχολεῖο μέ τόσο κοντή ποδιά, παρόλο πού τό μίνι ἦταν τότε πολύ στή μόδα.

    «Θά ἀγοράσουμε, κόρη μου, και­νούρ­για, μόλις μᾶς περισσέψουνε λίγα χρήματα. Κάνε λίγο ὑπομονή, ὅπου νά ᾽ναι ἀρχίζουν τά κλαδέματα κι ὁ πατέρας σου θά βρεῖ δουλειά», μοῦ ἔλεγε κάθε φορά, κι ἐγώ ἔπνιγα τήν ντροπή μου καί πήγαινα στό σχολεῖο. Ὥς τή μέρα ἐ­κεί­νη πού μιά καθηγήτρια μέ πρόσβαλε μπροστά σέ ὅλη τήν τάξη.

   «Δέν ντρέπεσαι», μοῦ εἶπε, καθώς ση­κώθηκα νά λύσω μιά ἄσκηση στόν πίνακα, «νά ἔρχεσαι στό σχολεῖο μέ τόσο κοντή ποδιά;».

   Δέν μίλησα, κι οὔτε ἔκλαψα… κρατήθηκα καί μάλιστα ἔλυσα ὁλόσωστα καί τήν ἄσκηση.

   «Μιά τόσο καλή μαθήτρια καί νά ἔ­χεις μιά τέτοια ἄθλια ἐμφάνιση;», πρόσθεσε ἡ καθηγήτρια.

   Γύρισα στό σπίτι, ἔβγαλα τήν πο­διά καί τήν ἔκανα κομμάτια μπροστά στή μά­να μου.

   «Κάνε την ξεσκονόπανα», τῆς εἶπα κλαίγοντας. «Ἐγώ στό σχολεῖο δέν θά ξαναπάω».

   Ἡ μάνα μου δέν ἤξερε τί νά κάνει γιά νά μέ παρηγορήσει, ἁπλῶς ἔκλαιγε κι ἐ­κείνη μαζί μου. Ἀφοῦ κλάψαμε καί εἴ­δαμε ὅτι μέ τό κλάμα δέν βγαίνει τίποτα, εἶδα τή μάνα μου νά σηκώνεται ἀποφασισμένη μέ μιά λάμψη στό βλέμμα της.

   «Θά πάω στήν Κατίνα», μοῦ εἶπε, «πού ἔχει τήν κόρη της στήν τελευταία τάξη. Αὐτή σίγουρα ἔχει πολλές, μήπως μπορεῖ νά μᾶς δανείσει μιά, ὥσπου νά μπορέσουμε νά ἀγοράσουμε».

   Ἡ ἐλπίδα φώλιασε μέσα μου καί περίμενα μέ καρδιοχτύπι τή μάνα μου νά ἐ­πιστρέψει. Ὅταν τήν εἶδα νά γυρνᾶ ὄχι μέ μιά ἀλλά μέ δυό ποδιές στήν ἀγκαλιά της, νόμιζα πώς ἐκείνη τήν ὥρα μοῦ χάρισαν τόν κόσμο ὅλο. Δέν μᾶς τίς δάνει­ζε ἁ­πλῶς, ἀλλά μᾶς τίς χάριζε, γιατί στήν κό­ρη της εἶχαν στενέψει.

   Πῆγα τήν ἄλλη μέρα στό σχολεῖο, γιά πρώτη φορά ὕστερα ἀπό πολύ καιρό δί­χως νά ντρέπομαι, καί ὅλοι εἶπαν «ἐπιτέ­λους, ντράπηκε!». Κι ἡ καθηγήτρια πού μέ πρόσβαλε ἔνιωσε δικαιωμένη.

   «Ἔτσι μπράβο», μοῦ εἶπε, «τώρα τό ντύσιμό σου συμβαδίζει μέ τό μυαλό σου!».

   -Ἀπό τότε, Κατερίνα μου, δέν ἔκρινα κανένα παιδί γιά τήν ἐξωτερική του ἐμ­φάνιση. Ἔμαθα ἀργότερα ὅτι αὐτό ἤ­θελε κι ὁ Θεός. «Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄ­­ψιν!». Ἐ­μέ­να, πού μέ ἔκρινε ἐκείνη ἡ καθηγήτρια, μέ πῆρε ὁ Θεός ἀπό τή φτώ­χια μου καί μέ ἔκανε θεολόγο, κατάλαβες;

   Ἡ Κατερίνα ἀγκάλιασε μέ στοργή τή μητέρα της καί ἔνιωσε πώς ὅλο τό βά­ρος πού κουβαλοῦσε ἐλάφρυνε ξαφνι­κά καί χάθηκε ἐντελῶς. Ὁ ἦχος τοῦ μη­νύματος τοῦ κινητοῦ της τήν ἔβγαλε ἀπό τή ζεστή ἀγκαλιά, μά μόλις τό διάβασε, ξαναρίχτη­κε σ᾽ αὐτήν συγκλονισμένη.

   «Ἀγαπημένη μου κυρία, σᾶς εἶδα σήμερα νά μέ κοιτᾶτε μέ λύπη», ἔ­γρα­φε τό μήνυμα. «Εἴχατε δίκιο, ἡ φούστα ἦταν ἀ­πελπιστικά κοντή, γιατί ἦταν τῆς ἀ­δελ­φῆς μου. Ἤξερα πώς ἄν ἔβαζα φούστα στήν ἐκκλησία, θά τό χαιρόσασταν πο­λύ, μά δέν σκέφτηκα τό ὕψος. Συγχωρέστε με… Ὑπόσχομαι νά πάρω μιά φού­στα τῆς προκοπῆς γιά τήν ἐκ­κλησία κι ἐπίσης πέρασα τόσο ὄμορφα σήμερα πού ὑποσχέθηκα στόν ἑαυτό μου νά πη­γαί­νω καί τίς Κυριακές κι ὄχι μόνον ὅταν μᾶς πᾶτε μέ τό σχολεῖο».

   Ἡ φωτεινή ὀθόνη στά χέρια τῆς Κατερίνας σάν φωτορυθμικό ἐξέπεμπε τό μήνυμα «Μὴ κρίνετε κατ᾽ ὄψιν» κι ἡ Κατερίνα ἦταν εὐτυχισμένη πού ἔπεσε ἔξω στήν κρίση της.

   -Ἄς μᾶς δίνει, παιδί μου, ὁ Θεός «τὴν δικαίαν κρίσιν», πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν καλό λογισμό, εἶπε ἡ μάνα, κι ὁ νοῦς της ἔμεινε κολλημένος σέ κεῖνα τά μπλέ ξεσκονόπανα, πού τῆς τό εἶχαν τόσο δυνατά διδάξει.

Ἑλένη Βασιλείου

“Ἀπολύτρωσις”, Τεῡχος Φεβρουαρίου 2026