ΑΡΘΡΑ
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ἡ Κόρινθος
Αρχική » ΑΡΘΡΑ » ΒΙΒΛΙΚΑ » Καινή Διαθήκη » Θέματα Καινῆς Διαθήκης » Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί ἡ Κόρινθος

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισκέφθηκε γιά πρώτη φορά τήν Κόρινθο κατά τή δεύτερη ἀποστολική περιοδεία του, ὅπως μᾶς ἐξιστορεῖ στό βιβλίο τῶν Πράξεων ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς.
Μετά ἀπό τίς πόλεις τῆς Μακεδονίας (Φιλίππους -Θεσσαλονίκη-Βέροια), ἔφθασε στήν Ἀθήνα καί ἀπό ἐκεῖ, τό ἔτος 49 ἤ 50 μ.Χ., στήν Κόρινθο. Τήν ἐποχή ἐκείνη, ἄν καί ὑπό ρωμαϊκή κατοχή, ἡ πόλη εἶχε μεγάλη αἴγλη. Ἦταν πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκοῦ θέματος τῆς Ἀχαΐας καί ἕδρα τοῦ ρωμαίου ἀνθυπάτου. Ἀχαΐα ὀνομαζόταν τότε ἡ μία ἀπό τίς δύο ἐπαρχίες (θέματα), στίς ὁποῖες χώρισαν διοικητικά τήν Ἑλλάδα οἱ ρωμαῖοι κατακτητές. Τό βόρειο τμῆμα τῆς Ἑλλάδας ἀποτελοῦσε τή ρωμαϊκή ἐπαρχία τῆς Μακεδονίας μέ πρωτεύουσα τή Θεσσαλονίκη, ἐνῶ τό νότιο τήν ἐπαρχία τῆς Ἀχαΐας. Ἡ Κόρινθος κατεῖχε τήν τέταρτη θέση ὡς πρός τόν πληθυσμό σ᾽ ὅλο τόν τότε γνωστό κόσμο· προηγοῦνταν ἡ Ρώμη, καί ἀκολουθοῦσαν μέ τή σειρά ἡ Ἀλεξάνδρεια καί ἡ Ἀντιόχεια, ἐνῶ μέ τήν Κόρινθο συναγωνιζόταν ἡ Ἔφεσος. Στήν πόλη ὑπῆρχαν καί πολλοί Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι διατηροῦσαν συναγωγή.
Ἡ μεγάλη κίνηση καί ὁ πλοῦτος τῆς Κορίνθου συνετέλεσαν στήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐμπορίου καί τῶν τεχνῶν ἀλλά καί στή ραγδαία ἠθική κατάρρευσή της. Κατάντησε κέντρο ἀκολασίας καί ἑστία μολύνσεως. Ἀπέκτησε φήμη πόλεως μέ μεγάλο ἐκφυλισμό. Ἐκεῖ βρισκόταν ὁ περίφημος ναός τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης, ὅπου χιλιάδες νέες ἦταν ἱερόδουλες. Ἡ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης ἐνίσχυε κάθε ἠθική ἐκτροπή. Ἡ διαφθορά εἶχε ἁπλωθεῖ σέ ὅλα τά κοινωνικά στρώματα.
Στήν πόλη αὐτή τοῦ πλούτου καί τῆς ἁμαρτίας ἔπεσε ὁ ζωογόνος σπόρος τοῦ εὐαγγελίου. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ τήν ἔκανε κέντρο καί ὁρμητήριο τοῦ ἔργου του. Παρέμεινε σ᾿ αὐτήν ἕνα χρόνο καί ἕξι μῆνες. Ἔζησε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους διδάσκοντας σ᾽ αὐτούς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί καλλιεργώντας τους μέ τήν πολυποίκιλη διδαχή καί μέ τό ἅγιο παράδειγμά του. Ἡ θεία σπορά «ἀνατίναξε» τόν ναό τῆς Ἀφροδίτης καί oἰκοδόμησε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κατά τή διάρκεια τῶν τριῶν ἑξαμήνων, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μαζί μέ τούς συνεργάτες του κήρυξε τό εὐαγγέλιο σ᾿ ὅλη τήν Ἀχαΐα.
Μετά τήν Κόρινθο, πῆγε στήν Ἔφεσο καί παρέμεινε ἐκεῖ τρία χρόνια. Ἐκεῖ τόν ἐπισκέφθηκαν κάποιοι χριστιανοί τῆς Κορίνθου, ἄνθρωποι τῆς διακόνισσας Χλόης. Αὐτοί τοῦ μετέφεραν ἐπιστολή τῶν Κορινθίων μέ διάφορα ἐρωτήματα καί συγχρόνως τοῦ εἶπαν καί κάποιες θλιβερές εἰδήσεις γιά διχοστασίες στήν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου (βλ. Α´ Κο 1,11) καί ὁρισμένες ἠθικές, κοινωνικές καί λειτουργικές παρεκτροπές. Γιά τούς λόγους αὐτούς ἔγραψε περίπου τό 55 μ.Χ. τήν πρώτη Ἐπιστολή, μέ σκοπό νά διορθώσει τήν κατάσταση, νά ἀπαντήσει στίς ἀπορίες τῶν πιστῶν, καί ἐπιπλέον νά δώσει ὁρισμένες νέες παραγγελίες γιά τήν προκοπή τους καί τή συμμετοχή τους στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀργότερα ἐπισκέφθηκε ἄλλες δυό φορές τήν ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, γιά νά ἐνισχύσει τούς πιστούς καί νά ἐπιλύσει ἀπό κοντά διάφορα προβλήματα πού προέκυψαν.
Ἄν καί ἡ Ἐπιστολή ἀπευθύνεται μόνο στούς Κορινθίους, ὁ ἀπόστολος ἀγκαλιάζει ὅλους τούς πιστούς τῆς γῆς προσθέτοντας στό προοίμιό της: «σὺν πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν παντὶ τόπῳ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν».
Ἡ ἔκφραση «ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἕνα ἀπό τά ὀνόματα τῶν χριστιανῶν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας (βλ. Πρξ 9,14.21·22,16· Ρω 10,12· Β´ Τι 2,22). Ἡ φράση «ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου» (βλ. Γέ 12,8) σημαίνει τήν προσευχή πρός τόν Κύριο· ὄχι ὅμως μόνο τήν παράκληση, τήν ἔκκληση γιά θεία βοήθεια, ἀλλά τήν ἐξάρτηση ἀπό Αὐτόν. Ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σημαίνει πίστη στό πρόσωπό του καί κοινωνία μαζί του.
Στούς ἐννέα πρώτους στίχους αὐτῆς τῆς Ἐπιστολῆς ἀναφέρεται ἕξι φορές ἡ φράση «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός». Στήν ἐποχή τοῦ ἀποστόλου Παύλου αὐτό ἦταν τό πρῶτο Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπως ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα τό «Πιστεύω», πού διατυπώθηκε στήν Α´ καί Β´ Οἰκουμενική Σύνοδο. Εἶναι μιά ὁμολογία πίστεως: «Ἰησοῦς» δηλώνει τόν ἄνθρωπο, «Κύριος» λέγεται ὁ Θεός, «Χριστὸς» σημαίνει Μεσσίας, Λυτρωτής. Ἡ ἔκφραση «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς» δηλώνει τήν πίστη ὅτι ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱστορικό πρόσωπο, εἶναι ὁ Χριστός, δηλαδή ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καί αὐτός εἶναι ὁ Κύριος, δηλαδή ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός. Ὁ Ἰησοῦς ἄνθρωπος εἶναι ὁ Θεός μας, εἶναι ὁ θεάνθρωπος Λυτρωτής μας.
Ἡ περικοπή αὐτή εἶναι ἕνα ἰσχυρό ὅπλο ἐναντίον τῶν χιλιαστῶν, οἱ ὁποῖοι πουθενά στά βιβλία τους δέν ἀναφέρουν τόν τίτλο «Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός». Ἀπ’ αὐτό καί μόνο φαίνεται ὅτι δέν ἔχουν σχέση μέ τήν Καινή Διαθήκη καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, δέν πιστεύουν στόν Ἰησοῦ Χριστό καί στή θεότητά του.
Στέργιος Ν. Σάκκος
“Ἀπολύτρωσις”, Ἰαν. 2026
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
- Ἀναμνήσεις, ἐμπειρίες
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΕΝΙΚΑ
- Ἐκδηλώσεις
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ
- Κοπιάσαντες ἐν Κυρίῳ
- ΝΕΑ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
- ΥΛΙΚΟ ΕΟΡΤΩΝ
- ΥΜΝΟΙ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ
- Χωρίς Κατηγορία
