Ὁ χαλασμός τῆς Κασσάνδρας

   Ἡ χερσόνησος τῆς Χαλκιδικῆς, μέ τόν ὀρει­νό καί δα­σώ­δη ὄγκο τοῦ Χολομώντα, ἀ­ποτέλεσε κατά τήν Τουρκοκρατία ἕνα καταφύγιο καί ἄσυλο τῶν καταδιωγμένων πληθυ­σμῶν τῶν πεδιάδων. Δέχτηκε μάλιστα καί πρόσφυγες, μέ ἀποτέ­λεσμα νά αὐξηθεῖ ὁ πληθυσμός της καί νά διατηρήσει σχεδόν ἀμιγῆ τήν ἑλ­λη­νικότητά της, τά προνόμια καί τίς ἐκκλη­σίες της. Σ’ αὐτό συντέλεσε ἡ ὕ­παρξη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν Μαντεμοχωρίων τῆς γνω­στῆς προ­­νομιακῆς κοινότη­τας καί τῆς ὁμο­σπονδίας τῶν χωριῶν τῆς Κασσάνδρας.

   Στήν ἐξέγερση τῆς Χαλκιδικῆς (Μάιο τοῦ 1821) ὑπό τήν ἡγεσία τοῦ Ἐμμανουήλ Παπᾶ, ἡ συμμετοχή τῶν κατοίκων τῆς Κασσάνδρας ἦ­ταν ἄμεση καί μαζική. Ἡ Κασσάνδρα καί τό Ἅ­γιον Ὄρος ἀποτελοῦσαν στρατηγικά ἐρεί­σμα­τα γιά τήν ἐξά­πλω­ση καί διατήρηση τῆς ἐπα­νάστασης στή Χαλκιδική, γιατί ἦταν εὔκολο νά ὀχυ­ρω­θοῦν καί νά κρατηθοῦν καί μέ σύμπραξη τοῦ στόλου νά ἀποτελέσουν θαυμάσια ὁρμη­τήρια καί ἄσυλα.

   Ὡστόσο, ἡ ἐπανάσταση στή Χαλκι­δι­κή προ­χωροῦσε ἀργά καί χωρίς ὀργά­νωση. Ἐ­νάντια στή Χαλκιδική κινήθηκε ὁ Μπαϊράμ Πα­σάς μέ 30.000 πεζούς καί 3.000 ἱππεῖς. Σέ μιά πρώτη σύγκρουση στήν πεδινή περιοχή τοῦ ΣΕΔΕΣ οἱ ἐ­πα­ναστάτες ὑ­ποχώ­­ρη­σαν στά Βασιλικά. Στίς 9 Ἰου­νίου οἱ Τοῦρ­­κοι μπῆκαν στά Βασιλικά, ὅπου ἔ­σφαξαν, βίασαν κι αἰχμαλώτισαν τούς κατοίκους. Ἀπό τά 400 σπίτια γλύτωσαν μόνο τρία.

   Οἱ ἐπαναστάτες ἀκολουθούμενοι ἀ­πό χιλιάδες γυναικόπαιδα κατέφυγαν τό­τε στίς χερσονήσους τῆς Κασσάνδρας, τῆς Σιθωνίας καί τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους. Στό Ἅγιον Ὄρος οἱ ἐπανα­στάτες ὀχυρώνο­νται στόν Πρόβλακα, ἐνῶ στήν Κασσάνδρα στό πιό στενό μέρος τοῦ ἰσθμοῦ της, στίς Πόρτες. Οἱ ἐπιθέσεις τῶν Τούρκων στήν Κασσάνδρα τίς πρῶ­τες μέρες τοῦ Ἰουλίου δέν εἶχαν ἀπο­τέλεσμα. Ἡ κακή ὀργάνωση τῶν ἐπα­ναστατῶν ὅμως, πού προκάλεσε τήν ἔλ­λειψη πολεμοφοδίων καί τροφίμων, κα­θώς καί ἡ ἀπειρία τῶν νέων ἀρχηγῶν προκάλεσαν τήν ἀποσύ­ν­θεση τοῦ ἑλλη­νικοῦ στρατοπέδου.

   Ἔτσι, στά μέσα Ὀκτωβρίου ξεκινᾶ νέα ἐπίθεση τῶν Τούρκων μέ 3.000 ἄν­δρες καί 20 καράβια ἐνάντια σέ μόλις 430 Ἕλληνες. Ἡ ἀντίσταση τῶν Μακεδόνων εἶναι ἡρωική, ὡστόσο στίς 14 Νοεμβρίου οἱ Τοῦρκοι κατόρθωσαν νά περάσουν τό στενό καί νά ξεχυθοῦν στή χερσόνησο τῆς Κασσάνδρας. Ὁ ἐπικε­φα­λῆς Λουμπούτ πασάς, ὕστερα ἀπό τή δύσκολη καί μέ μεγάλες ἀπώ­λειες νίκη του, ἄφησε ἀνεξέλεγκτο τόν στρα­τό του, ὅπως εἶχε ὑποσχεθεῖ, νά κλέβει, νά λεη­λατεῖ, νά σκοτώνει καί νά καίει τά σπίτια τῶν χριστιανῶν. Ὅσοι κάτοικοι σώθηκαν πῆγαν στό Ἅγιον Ὄ­ρος, στά νησιά τῶν Βόρειων Σποράδων, στήν Εὔβοια καί στήν ἠπειρωτική Ἑλ­λάδα. Γιά μῆνες καπνοί ἀνέβαιναν στόν οὐρα­νό της ἀπό τά καμένα, ὡς θυμίαμα γιά τή θυσία τῶν κατοίκων της, καί γιά χρόνια τά μόνα ζωντανά πού ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἦταν τά κο­ράκια, οἱ σαῦρες καί τά φίδια. Ἡ ὄ­μορφη καί εὔφορη Κασσάνδρα ἔμεινε ἀκαλ­λιέρ­γητη καί ἔρημη γιά ἕξι περίπου χρόνια.

                     Παναγιώτης Μητσόπουλος

“Ἀπολύτρωσις”, Μάρτ. 2026