Οἱ περιπέτειες μιᾶς γιορτῆς καί «ἑνός προσκυνητῆ»

  Τά τελευταῖα χρόνια μέ ἀπόφαση τοῦ Ὑπουρ­γείου Παιδείας ἔχει καταρ­γηθεῖ στά σχολεῖα ἡ ἀργία τῶν Τριῶν Ἱεραρ­χῶν. Οἱ μαθητές ὅλων τῶν βαθμίδων ὑ­ποχρεοῦνται νά παραστοῦν κανονικά στά σχο­λεῖα ἐκείνη τήν ἡμέρα. Τίς πρῶτες ὧρες οἱ σχολικές μονάδες μποροῦν νά πραγματοποιοῦν ἐκδη­λώ­σεις ἀφιερω­μέ­νες στό ἔργο καί τή δρά­ση τῶν Τριῶν Ἱε­ραρ­χῶν.

   Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ γιορ­τή αὐτή γνώρισε διωγμούς καί πολεμική, ἐπειδή στήν οὐσία ὑπάρχει προσπάθεια λοβοτομῆς τῆς παιδείας καί ἀποχρωματισμοῦ άπό καθετί ἑλληνικό καί χριστιανικό. Σήμερα, κάποιοι δια­νοού­μενοι ὑποστηρίζουν ὅ­τι ἡ γιορτή ξεχάστηκε ἀπό τόν 11ο αἰ. καί τήν ἀνα­κά­λυψαν τό 1840 στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν.

   Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι καθιερώθηκε τόν 11ο αἰώ­να, διασώθηκε μέσα στήν ὀρ­θόδοξη λατρεία καί ἐνέ­πνεε πάντα τά Ἑλληνόπου­λα, ἀκόμη καί μέσα στή μα­κραίωνη σκλαβιά. Ἔτσι σέ χειρόγραφο τοῦ πρώτου κυ­­­­­βερνήτη τῆς Ἑλλάδος, Ἰωάν­νη Καποδίστρια, δια­βά­ζουμε: «Γεννήθηκα τήν 30ή Ἰανουαρίου 1776, ἡμέ­ρα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν». Μαρτυρεῖ, δηλα­δή, ὁ Καποδίστριας ὅτι ὑπάρχει ἑ­ορ­τή τῶν Τρι­ῶν Ἱεραρχῶν, καί μάλιστα χωρίς νά ὑφί­σταται ἑλληνικό κράτος.

  Στό μεταξύ τό ἔτος 1766 γεννήθηκε στό Λονδίνο ὁ Φρειδερίκος Γκίλφορντ, τριτότοκος γιός τοῦ βρετανοῦ πρωθυ­πουργοῦ Φρέντερικ Νόρθ Γκίλφορ­ντ. Εὐφυέστατος, ἄρι­στος γνώστης τῶν Ἀρ­χαίων Ἑλ­λη­νι­κῶν καί τῶν Λατινι­κῶν, ἀ­γά­πησε τήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί τόν πο­λι­τισμό της. Ὁ Γκίλφορντ ἐπαι­νεῖται γιά τόν φιλελληνισμό του. Ἡ ἀγάπη του ὅ­μως γιά τήν Ἑλ­λάδα εἶχε κάτι πού δέν ἀ­πα­ντᾶ στούς γνωστούς φιλέλληνες, οἱ ὁποῖοι περιορίζονταν στήν Ἑλ­λά­δα τῶν κλασικῶν χρόνων. Ὁ λόρδος αὐτός  δέ­χθη­κε τήν Ἑλ­λάδα σέ ὅλη τήν ἱστορική της διαχρονία καί ἀσπάστηκε τήν ἑλ­λη­νικότητα στήν πληρότητά της.

   Μέ τή μελέτη πατερικῶν ἔρ­γων καί μάλιστα ἀντιδυτικῶν, δέχθηκε τήν Ὀρθοδοξία ὡς τή μό­νη αὐθε­ντική συνέχεια τῆς ἀπο­στολικῆς καί πατερικῆς παράδοσης καί θέλησε νά γίνει μέ­λος της. Γι’ αὐ­τό βαπτίστηκε στήν Κέρκυρα μέ κανονικό βάπτισμα, ἀφοῦ προηγουμένως κα­τηχή­θη­κε ἀπό τόν ἐκεῖ παραδοσιακό ὀρθό­δο­ξο Γεώργιο Προσαλένδη. Κατά τό Βά­πτισμά του ἔλαβε τό ὄνομα Δημήτριος. Εὔστοχα σημειώνει ὁ μητροπολίτης Διοκλεί­ας π. Κάλλιστος Ware: «Εἶδε πόσο ἀδύ­νατον εἶ­ναι νά κατανο­ήσει κανείς τή συνέχεια τῆς ἑλ­ληνικῆς ἱστορίας, χωρίς νά δε­χ­θεῖ τό τμῆμα ἐ­κεῖνο, πού γράφθηκε ἀπό τήν ὀρθόδοξη Ἐκ­κλη­σία. Οὔτε ἦταν ἁπλῶς ἱκανο­ποιημένος νά θαυμάζει αὐτή τήν Ἐκκλησία ἐξ ἀποστάσεως, ἀλλά ἔ­γι­νε ὁ ἴδιος μέλος τῆς κοινωνί­ας της».

   Τή μεταστροφή του στήν Ὀρ­θοδοξία τήν κράτησε μυστική, γιά νά μή χάσει τά προνόμιά του στήν Ἀγγλία. Ἡ βιοτή του ὅμως, γνωστή σέ ὅλους, ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἐπιβε­βαί­ωση τῆς ὀρθόδοξης ταυτότητάς του. Γιά ὅ,τι δημιούργησε στή συ­νέ­χεια στόν χῶ­ρο τῆς παιδείας, ἡ Ὀρθο­δοξία ὑπῆρξε ἡ πηγή τῶν κινήτρων του. Πολύ δικαιολογημένα ὁ κερ­κυραῖος λόγιος καί ἱστοριο­δίφης Λαυρέντιος Βροκίνης ἀποκαλεῖ τόν Γκίλφορντ «γνήσιον τέκνον τῆς Ὀρθο­δόξου ἡ­μῶν Ἐκ­κλη­­σίας».

   Τό 180 0 δημιουργεῖται τό πρῶτο ἑλ­ληνικό κράτος, ἡ Ἑπτάνησος Πολιτεία. Ἔτσι, τό 1815 ὁ κόμης ἐγκαθίσταται στήν Κέρκυρα καί τό ἴδιο ἔτος γνώρισε τόν Ἰω­άννη Καπο­δίστρια στή Βιέν­νη, μέ τόν ὁ­ποῖο συνδέθηκε στενά λόγῳ τῶν κοινῶν τους ἐνδιαφε­ρόντων. Ἐκεῖ ἀ­ντάλλαξαν ἀπόψεις γιά τήν ὀργάνωση τῆς παιδείας στά Ἰόνια Νησιά. Τότε ὁ Γκίλφορντ ἄρ­χισε καί τίς προσπάθειες γιά τήν ἵδρυση Πανεπι­στη­μίου κατά τά σύγχρονα εὐρω­παϊκά πρό­τυπα. Μόνιμο ἐνδιαφέρον του ὑπῆρξε ἡ ἀποκατά­στα­ση τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ, ἡ «πα­λιγγενεσία».

   Μέ τήν ἐπιμονή του καί τούς ἀγῶνες του ἱδρύεται στήν Κέρκυρα τό 1823-1824 τό πρῶτο ἑλληνικό Πανεπιστήμιο, ἡ Ἰό­νιος Ἀκαδημία, μέ τέσσερις σχολές: Ὀρ­θόδοξη Θεολογική Σχο­λή, Φιλοσοφι­κή, Νομική καί Ἰατρική. Σ’ αὐ­τό τό  Πα­νε­­πι­στή­μιο καθιερώνει ὡς προστάτες τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, γιά τούς ὁποίους ὀργα­νώνει πολλές ἐκδηλώσεις.

   Ὡς πρός τή Θεολογική Σχολή ὁ ὁ­ρα­­ματισμός του ἐπικεντρωνόταν στήν κα­τάρτιση «καλῶς ἐκπαιδευμένων Κλη­ρι­­κῶν». Ἀνύστακτο μέλημά του ὑπῆρξε ἡ διαφύλαξη ὅλης τῆς Ἀκαδημίας ἀπό τίς ἀνατρεπτικές ἰδέες τοῦ Διαφωτι­σμοῦ. Συναντιόταν στό σημεῖο αὐτό μέ τόν φίλο του Ἰωάννη Καποδίστρια καί τό ἀνάλογο ἐνδιαφέρον του γιά τά ἱδρυό­μενα ἀπ’ αὐ­τόν σχολεῖα. «Γι᾽ αὐτό ἐν­διαφερόταν γιά τή συμπεριφορά τῶν καθηγητῶν καί τή σχέση τους μέ τήν ἑλ­ληνορθόδοξη πα­ρά­δοση. Αὐτά τά κρι­τή­ρια ἐφάρμοζε καί στήν ἐκλογή τῶν κα­- θηγητῶν τοῦ Πα­νε­πιστημίου, πού ὅλοι σχεδόν ὑπῆρξαν ὑ­πότροφοί του», ση­μειώνει ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Με­ταλληνός.

   Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1827 ὁ Φρειδερίκος-Δημήτριος βρίσκεται στήν ἐπιθα­νά­τια κλίνη. Ὁ βαριά ἄρρω­στος κόμης ζητᾶ ἐπίμονα νά λάβει τή θεία Κοινωνία ἀπό ὀρθόδοξο ἱερέα. Ἀ­ποστέλλει τόν ἀ­νιψιό του στή ρωσική  πρε­σβεία. Τίς ἀ­ντιρρή­σεις του κάμπτει μέ τήν ὑπόσχεση ὅτι θά περιέλθει σ᾽ αὐτόν ἡ περιουσία του. Ἔ­φεραν τόν ρῶσο ἐφημέ­ριο τοῦ Λονδίνου μέσα στό ἴδιο τό οἰκο­γε­νει­ακό του πε­ρι­βάλλον, κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυ­στη­ρίων καί ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ, ὁμολο­γώ­ντας ἐνώπιον τῶν ἄγ­γλων συγ­γενῶν του τήν ὀρθόδοξη πίστη του.

   Ἐντέλει, γιά μιά ἀκόμη φορά πίσω ἀ­πό κάθε λεπτομέρεια ἀναγνωρίζουμε τό εὐεργετικό χέρι τοῦ Θεοῦ νά κινεῖ τό ὑ­φάδι τῆς ἱστορίας κι Ἐκεῖνος νά εἶναι ὁ νικητής, γιατί «ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα νική­σῃ» (Ἀπ 6,2).

   Κατακλείοντας, ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἑορτάσθηκε ἐπί­σημα σέ ἑλ­λη­νικό ἔδαφος, πρίν ἀπό δια­κόσια περίπου χρόνια. Τό 1837 ἱδρύθηκε τό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καί τό 1841 θεσπίσθη­κε νά ἑορτάζονται οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὡς προστάτες τῶν ὀρθόδοξων γραμμάτων καί στό μετέπειτα Ἐθνικό καί Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Ἀθη­νῶν. Ὁ θεσμός αὐτός καθιερώνεται ἀργότερα ἀπό τήν Πολιτεία μέ σχετική νομοθεσία. Ὁ­μολογουμένως, ἁρμο­νι­κότε­ρη συνύπαρ­ξη Ἑλληνισμοῦ καί Χρι­στια­νισμοῦ, σ’ ὅλη τους τήν ἐπιβλη­τι­­κότητα καί τελειότητα, δέν παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα στήν παγκόσμια ἱστορία. Ἄς μή φοβόμαστε, λοιπόν! Θά στείλει ὁ Θεός στήν ἐπιλήσμονα καί τα­λαίπωρη πατρίδα μας κι ἄλλους σάν τόν Γκίλφορ­ντ, γιά νά μᾶς θυμίζουν τί θησαυρούς ἔ­χουμε καί θέ­λου­με νά τούς ἀπε­μπολή­σουμε.

Εὐδοξία Αὐγουστίνου

“Ἀπολύτρωσις”, Ἰαν. 2026