π. Ἱερόθεος, ὁ ταπεινός καί δραστήριος λευΐτης

 Ὁ προσηνής καί διακριτικός πνευ­ματικός. Ὁ αὐτοδί­δα­κτος καί εὑρηματι­κός μηχανικός. Ὁ ἀεικίνητος καί ἀ­­κούραστος ἐργάτης τοῦ εὐαγγελίου. Αὐτές οἱ ἰδιότητες χαρακτήριζαν τόν πατέρα Ἱερόθεο Κοκονό, ὁ ὁποῖος ἀναχώρησε γιά τήν αἰωνιότητα τόν περα­σμένο Σε­πτέμβριο.

   Γεννήθηκε τό 1933 στά Κούτουρλα Μετοχίου Εὐβοίας καί ἦταν τό πρῶτο ἀ­πό τά ἕξι παιδιά τῶν πιστῶν καί εὐ­σε­βῶν γονιῶν, τοῦ Λάμπρου καί τῆς Στα­ματίας. Τό ὄνομα πού ἔλαβε στό βάπτισμά του ἦταν Ἰωάννης. Στό ὀρεινό χω­ριό του ἀσκήθηκε ἀπό μικρός σέ ποικί­λες γε­­ωργι­κές καί χειρωνακτικές ἐργα­σίες, πού τόν ἔκαναν ἀνθεκτικό στούς κόπους καί στίς δυσκολίες.

   Στά ἐφηβικά του χρόνια εἶχε τήν εὐ­λογία νά συνδεθεῖ μέ τόν τότε φλογερό ἱεροκήρυκα π. Αὐγουστῖνο Καντιώτη, ὁ ὁποῖος πυροδότησε τή νεανική του καρ­διά μέ τόν πόθο τῆς ἀφιέρωσης στόν Κύριο. Ἐντάχθηκε στήν Ἀδελφότητα «ΣΤΑΥΡΟΣ» καί ἐργάστηκε μέ ἱερα­πο­στολικό ζῆλο στήν ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

   Ὅταν, τόν Ἰούνιο τοῦ 1967, ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐκλέχθηκε ἐπίσκοπος Φλω­ρίνης, ὁ Ἰωάννης τόν ἀκολούθησε στήν ἀκριτική μητρόπολη, ὅπου τό 1968 ἐ­κά­ρη μοναχός καί ἔλαβε τό ὄ­νομα Ἱερό­θε­ος. Στή συνέχεια χειροτο­νήθηκε διάκο­νος καί ἱερέας. Διαφύλαξε μέ ζῆλο τήν παρακαταθήκη πού τοῦ ἐμ­πιστεύ­θηκε ἡ Ἐκκλησία κατά τή χει­ρο­τονία του καί τήν παρέδωσε στόν Κύριο ἀκέραιη καί ἀμώμητη.

   Προικισμένος μέ νοῦ εὐφυῆ καί πρακτικό, ὑπηρέτησε μέ συνέπεια καί ἀπαράμιλλη ἐρ­γατικότητα σέ ὅλα τά ἔργα τῆς μητρο­πόλεως καί ἀναδείχθηκε πολύτιμος καί ἀφοσιωμένος συνεργάτης σέ ὅ,τι ὁραματίστηκε ὁ ἐπίσκοπος. Τό Γη­ροκομεῖο, ὁ περικαλλής μητροπολιτικός ναός τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, τῆς Ἁ­γίας Παρασκευῆς στή Φλώρινα, τῶν Ἁγί­ων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης στό Ἀμύνταιο, τῆς Ἁγίας Σκέπης, τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καί τῶν Νεομαρτύρων στήν Πτο­λε­μαΐδα, τά μαθη­τικά οἰκοτροφεῖα ἀρ­ρέ­νων καί θηλέων τῆς μητροπόλεως Φλω­ρίνης εἶναι μό­νο μερικά ἀπό τά ἔρ­γα πού φέρνουν τή σφραγίδα τῆς ἔ­μπνευσης καί τοῦ μόχθου του. Ὁρμητικός, ἀεικίνητος, ἀκαταπόνητος, ἀνυποχώρητος στίς ποικίλες δυσκολίες, ἔτρεχε μέ παγετῶνες καί καύσωνες, χωρίς ἀνά­παυ­ση. Προμηθεύτηκε οἰκοδομικά ὑλικά, σκαρφάλωσε σέ σκαλωσιές, ἀνέβηκε σέ τρούλους, ἐπιστατώντας ἄ­γρυ­πνα σέ κά­θε περίσταση.

   Πολύτιμη ἡ προσφορά του στίς κα­τα­σκηνώσεις τῆς Πρώτης Φλωρίνης, ὅ­που κάθε καλοκαίρι ἑκατοντάδες ἀγό­ρια καί κορίτσια ἔβρισκαν ἕνα ὄμορφο καί χαρούμενο περιβάλλον, πού τούς πρόσφερε μέρες ξεγνοιασιᾶς καί πνευματικῆς ζω­ῆς. Μέ εὐγνωμοσύνη καί νοσταλγία ἀ­ναφέρονται κατασκηνωτές καί κατασκη­νώτριες στίς ἐμπειρίες πού τούς χάρισε ὅλο τό πρόγραμμα. Τούς διαφύλαξε ἀπό πειρασμούς καί τούς ἔδωσε ἐ­φόδια γιά μιά πορεία στό φῶς. Μέ στορ­γή καί μεράκι ὁ πατήρ Ἱερόθεος φρό­ντιζε ὅλο τόν χρόνο νά ἑτοιμάζει τά ἀπαραίτητα γιά τή διαμονή τῶν παιδιῶν κι ὅλο τό καλοκαίρι τά διακονοῦσε στό μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολόγησης. Στό ταπεινό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Θαλλελαίου διέθεσε πολλές ὧρες γιά νά νουθετήσει, νά παρηγορήσει, νά καθοδη­γή­σει καί νά ἐνισχύσει τά νιάτα. Στίς κατανυκτικές ὑ­παίθριες θεῖες Λειτουργίες πού τελοῦ­σε στό ἀμφιθέατρο τούς πρόσφερε τό Σῶ­μα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰ­ώ­νιον».

  Ἀλλά καί οἱ κάτοικοι τῆς Φλώρινας -καί ὄχι μόνο- τόν θυμοῦνται νά ἐξομο­λογεῖ στό ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Σολομο­νῆς μέ διακριτικότητα, ἁπλότητα καί χαμόγελο. Διακρίθηκε ὡς πνευματικός. Ἡ ταπείνωση καί ἡ πατρική του ἀγάπη πού ἀγκάλιαζε τούς πάντες εἵλκυσαν κοντά του ψυχές, οἱ ὁποῖες βρῆκαν ἀνάπαυση καί ἀπλανῆ καθοδήγηση στό πετραχήλι του. Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι μαρτυροῦν τίς εὐεργεσίες πού δέχθη­καν ἀπό τά τί­μια χέρια του. Τό φιλανθρωπικό του ἔργο σέ ἄπορες οἰκο­γένειες, σέ φτωχούς φοιτητές, σέ ἀσθε­νεῖς καί ἀναγκεμένους ἀν­θρώπους ἦταν πλούσιο, ἀθόρυβο καί οὐ­- σιαστικό. Τώρα ὅλοι αὐτοί εὔχονται γιά τήν ἀνάπαυσή του καί ζητοῦν νά τούς μνη­μονεύει στό οὐράνιο θυσιαστήριο.

   Ὑπῆρξε στήριγμα τοῦ Γέροντος Αὐ­γουστίνου, τόν ὁποῖο διακόνησε μέ ἀγά­πη, ὑπακοή καί θυσία μέχρι τό τέλος. Ἀρ­γότερα ἀνέλαβε ὡς ἡγούμενος τήν πνευματική καθοδήγηση τῆς ἱερᾶς μο­νῆς τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου Φλωρίνης, ὅπου ἔγινε ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία του καί ἡ ταφή του.

Τό τέλος τῆς ζωῆς του ἦταν ὁσιακό. Πλῆθος πνευματικῶν του παιδιῶν ἀπό πολλά μέρη τῆς πατρίδας μας ἦρθαν καί τόν κατευόδωσαν μέ βαθιά εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη γιά τήν ἀνεκτίμητη προσφορά του στίς ψυχές τους καί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Καθώς ἕνας-ἕνας ἀναχωροῦν οἱ πνευ­ματικοί βλαστοί καί συνεργάτες τοῦ π. Αὐγουστίνου Καντιώτη, μοιάζει νά ὁ­λοκληρώνεται ἕνα μεγάλο κεφάλαιο τῆς νεότερης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Ὁ π. Αὐγουστῖνος -εἴτε τό παραδέ­χο­νται κά­ποιοι εἴτε τό ἀρνοῦνται- ἄφησε ἔ­ντονο ἀποτύπωμα στήν ἑλλαδική Ἐκ­κλησία τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἰδι­αί­τερα στή Μακεδονία.

Ἄς πρεσβεύουν τώρα ὅλοι αὐτοί οἱ σιωπηλοί ἐργάτες ἀπό τή θριαμβεύ­ου­­-σα Ἐκκλησία γιά ἐκείνους πού παρα­μέ­νουν στή στρατευομένη, νά συνε­χίζουν στά βή­ματα, στίς διδαχές καί στό παρά­δειγ­μά τους!

Γιά νά γραφτοῦν καί ἄλλες σελίδες πίστης καί προσφορᾶς στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.