ΑΡΘΡΑ
Πάσχων
Αρχική » ΑΡΘΡΑ » ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΑ » Μεγάλη Ἑβδομάς » Πάσχων
Ὁ τόπος πού τοῦ χαρίστηκε νά ζεῖ εἶχε κρεμαστεῖ ἀνάμεσα σέ νερά. Ὅμως τέθηκε ὅριο στά ὕδατα καί δέν τό ξεπέρασαν νά καλύψουν τή γῆ. Γῆ γεμάτη νερά, ἄνθη καί δέντρα. Αὐτή ἡ μεγαλειώδης κατοικία ὡστόσο δέν ἐμπόδισε τόν ἄνθρωπο νά προσπεράσει τίς ἐντολές πού τοῦ δόθηκαν. Τά δέντρα ἔτσι πολλές φορές τά ἔκανε ἰκρίωμα καί πάνω ἐκεῖ θανάτωνε ἄνθρωπος τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος γιά τόν ἄνθρωπο ἔγινε λύκος.
Ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρώπων δέν ἦταν παρά μιά ἱστορία βίας καί ἐξουσίας, ποιός θά εἶναι ὁ βασιλεύς. Τά βαρύτιμα στέμματα αἱματοβαμμένα ἄλλαζαν κεφάλι. Ὁ δρόμος τῆς ἀποστασίας ἦταν μακρύς, γεμάτος ἀγκάθια καί τριβόλια.
Ἡ γῆ κρεμασμένη στά νερά κι ὁ οὐρανός περιβεβλημένος μέ νεφέλες. Αὐτός ὅμως τίποτε δέν κατάλαβε ἀπ᾽ τήν τόση ὀμορφιά. Τά ἀντάλλαζε ὅλα γιά τήν πορφύρα τῆς δόξας.
Ἀπ᾽ τήν ἄλλη, βέβαια, μιά λέξη εἶχε πάντοτε στά χείλη του: Ἐλευθερία! Γιά τό ὄνομά της ἔζησε τήν πιό πικρή δουλεία.
Λάτρεψε πρόσωπα, καταστάσεις, λάτρεψε ἐπικράτειες. Λάτρεψε πάνω ἀπ᾽ ὅλα τόν ἑαυτό του. Ὅλα αὐτά ἔγιναν τά καρφιά στή ζωή του.
Κέντησαν ἀσταμάτητα τόν ἑαυτό τους οἱ υἱοί τῶν ἀνθρώπων. Παραδόθηκαν στόν πόνο. Ἀλλά κέντησαν ἐξίσου ἀλύπητα καί ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
Ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἕνας πάσχων ἄνθρωπος.
Ἄ, νά! ἕνας ἀκόμη ἄνθρωπος παρουσιάστηκε μπροστά μας. Ἄς κάνουμε καί σ᾽ αὐτόν ὅ,τι κάνουμε συνεχῶς μεταξύ μας. «Δεῦτε καὶ ἐμβάλωμεν ξύλον εἰς τὸν ἄρτον αὐτοῦ» (Ἰε 11,19). Αὐτός εἶναι ὅ,τι πρέπει, ἰδανικός γιά νά τά φορτώσουμε ὅλα ἐπάνω του, γιατί δέν μιλάει, εἶναι σάν ἄκακο ἀρνί. Ἄλλωστε ἔδωσε ὅλες τίς ἀφορμές. Ἅμα ἀφήνεις νά ἐννοηθεῖ ὅτι εἶσαι βασιλιάς τί βασιλιάς, ψευδοβασιλιάς, δηλαδή, μιά χαρά σοῦ ταιριάζει καί τό ἀγκάθινο στέμμα καί ἡ ψευδής πορφύρα. Ἐμεῖς ὅμως ἔχουμε βασιλιά τόν Καίσαρα, δέν θέλουμε ἄλλον. Καί ἀφοῦ λές ὅτι ἐσύ εἶσαι πού θά μᾶς ἐλευθερώσεις πραγματικά, νά, πάρε κι αὐτό τό ράπισμα, σοῦ ἀξίζει. Κι ἀφοῦ λές ὅτι ἦρθες νά φτιάξεις ἕναν καινούργιο κόσμο, μάθε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε παλιοί κι ἔχουμε παλιά ὅπλα, καρφιά καί λόγχες. Κι ἀφοῦ λές ὅτι εἶσαι ἕνα μέ τόν Πατέρα πού ἔπλασε τόν κόσμο, νά! σήμερα, νά κρέμεσαι ἐπί ξύλου ὅπως κρέμεται ἡ γῆ ἀνάμεσα στά νερά.
Τό νερό μές στή λεκάνη ξέπλυνε τά χέρια μας. Εἴμαστε καθαροί ἀπό ὅλα.
Δέν εἴχαμε καταλάβει τίποτα ἀκόμα. Σέ λίγο ἔπεσε σκότος σ᾽ ὅλη τή γῆ. Ἡ γῆ σείστηκε, οἱ πέτρες σχίστηκαν, τά μνημεῖα ἄνοιξαν. Μετά τόν ληστή ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν ὁ πρῶτος πού κατάλαβε, βλέποντας τόν σεισμό καί τά γενόμενα. Οἱ ὄχλοι γυρνοῦσαν πίσω χτυπώντας τά στήθη τους.
Δέν εἴχαμε ὑπολογίσει ὅτι μέ τό καλάμι πού Σοῦ δώσαμε νά κρατᾶς ἀντί γιά σκῆπτρο θά μᾶς συντρίψεις ἔτσι σάν σκεύη κεραμέως.
«Προσκυνοῦμέν σου τὰ Πάθη, Χριστέ!».
Ζ.Γ.
“Ἀπολύτρωσις”, Ἀπρίλ. 2026
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
- Ἀναμνήσεις, ἐμπειρίες
- ΑΡΘΡΑ
- ΓΕΝΙΚΑ
- Ἐκδηλώσεις
- ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ
- Κοπιάσαντες ἐν Κυρίῳ
- ΝΕΑ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
- ΥΛΙΚΟ ΕΟΡΤΩΝ
- ΥΜΝΟΙ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΠΙΣ
- Χωρίς Κατηγορία
