«Πετάει – πετάει»… ἡ ἀγάπη!

   Τή λέγανε Γκρέτα. Ἦταν ἕνα μικροσκοπικό ἑξάχρονο κοριτσάκι μέ μαῦρα σγουρά μαλλιά. Οἱ μποῦκλες ἔπεφταν ἀτημέλητα στό μέτωπο καί στούς ὤ­μους. Τό προσωπάκι της τό θυμᾶμαι πο­λύ καθαρά κι ἄς πέρασαν δεκαετίες…

   Ἤμουν μαθήτρια Λυκείου. Τό σχολεῖ­ο μας πῆρε μιά πολύ ὡραία πρωτοβουλία καί ἀδελφοποιήθηκε μέ ἕνα με­γάλο ὀρ­φανοτροφεῖο τῆς πόλης. Μιά κα­θη­γή­τρια ὀργάνωσε ἕνα πρόγραμμα φρο­ντίδας «Ἡ μεγάλη σου ἀδελφή». Συγκε­ντρωθήκαμε περίπου 30 κορίτσια κι ἕνα Σάββατο ἀπόγευμα ἐπισκεφθήκαμε τό ὀρφανοτροφεῖο. Τά κοριτσάκια μᾶς περίμεναν σέ ἕνα μεγάλο χῶρο ἐκ­δηλώ­σε­ων μέ μιά γιορτή γνωριμίας. Στό τέλος τά ὑπεύθυνα πρόσωπα ἄρχισαν νά παρουσιάζουν τά παιδιά κι ἐμεῖς καλούμασταν νά διαλέξουμε ποιό παιδάκι θά ἀναλαμβάναμε σάν μεγάλη του ἀ­δελ­φή. Σκέ­φτη­κα νά περιμένω ὥς τό τέλος. Οἱ φί­λες μου εἶχαν ξεχωρίσει ἀπό τή γιορ­τή μερικά χαριτωμένα μπου­μπου­κάκια. Ἡ διαδικασία ἔμοιαζε νά ἔχει τε­λει­ώ­σει. Ξα­φνικά πίσω ἀπό μιά καρέκλα ξεπρόβαλε ἕνα κοκκαλιάρικο κοριτσάκι παρα­πο­νε­μέ­νο μέ μάτια βουρκωμένα. «Ἐ­μέ­να;».

   Τινάχτηκα ἀμέσως κι ἄνοι­ξα τά χέρια μου. Αὐτόματα ἡ Γκρέτα ἔτρεξε πρός τό μέρος μου. Κι ἔτσι βρέθηκα νά ἀγκαλιάζω ἕνα ἄγνωστο μέχρι πρό τινος κο­ρι­τσάκι. Δέν θά τήν ἔλεγες ὄμορφη. Εἶχε ὅμως σπιρτόζικα μάτια, πού ξεκάθαρα ζητιάνευαν μιά στάλα ἀγάπης. Δυό ἐκφραστικά ματάκια, πού ἐκλιπαροῦσαν κάποια μάτια νά ἑστιάσουν πάνω της καί νά νιώσει πώς κάποιος ἀσχολεῖται ἀποκλειστικά μαζί της. Ἕνα ἀπό τά πολλά τραυματισμένα σπουργιτάκια τοῦ κόσμου μας. Σάν τί θά μποροῦσα ἄραγε νά τῆς προσφέρω;

   Δέν πέρασαν οὔτε δέκα λεπτά καί ἡ καθηγήτρια μᾶς ἔκανε νόημα πώς πρέπει νά φύγουμε. Ἡ Γκρέτα ἔτρεξε στήν ἐξώπορτα καί μέ ἔπιασε ἀπό τό μανίκι. «Πότε θά ξαναέρθεις;». Τήν ἀπάντηση τήν εἶχα ἕ­τοιμη, μιά καί ἦταν μονόδρομος. «Τήν Πέμπτη. Θά ἔρχομαι νά σέ βλέπω τίς Πέμπτες τό μεσημέρι μετά τό σχολεῖο. Εἶναι ἡ μόνη μέρα πού δέν ἔχω φροντιστήρια».

   Ἔτσι κι ἔγινε. Κάθε Πέμπτη ὅλη τή χρονιά κατέφτανα στό ὀρφανοτροφεῖο, γιά νά περάσω ἕνα δίωρο μέ τή «μικρή μου ἀδελφή» Γκρέτα. Ὡς κλασική «μεγάλη ἀδελφή», τῆς πρότεινα νά δοῦμε πρῶτα τά μαθήματά της. Ἦταν κάτι πού τήν ἐκνεύριζε. «Θά τά κάνω μετά. Τώρα νά παίξουμε!». Στήν ἀρχή ἐπέμενα αὐ­στηρά. «Μά, Γκρέτα, πρέπει νά μάθεις τό μπαστουνάκι. Ἔλα νά τό γρά­ψου­με μερικές φορές». Ὅταν ὅμως μέ κοιτοῦ­σε ἀπογοητευμένη, ὑποχωροῦ­σα. Κάναμε ἐλάχιστα ἀπό τά μαθήματα σέ λίγα λεπτά καί μετά βγαίναμε στήν αὐλή γιά παιχνίδι. Ὅταν ὅμως ὁ καιρός ἦταν ἄ­σχη­μος, καθόμασταν σέ ἕναν χῶ­ρο ἐπισκεπτηρίου. Μοῦ φαινόταν ἀρ­κε­τά κρύος, μέ πολλά πανομοιότυπα ξύλινα τραπέζια καί καρέκλες.

   Προσπάθησα νά τή διασκεδάσω μέ ὅσα παιχνίδια εἶχα μάθει κι ἐγώ κάποτε στό προκατηχητικό. Ἔτσι, ξεκινήσαμε μέ τό «μικρό – μεγάλο καλάθι», μέ τό «ὁ Πέτρος εἶπε» καί τόσα ἄλλα. Κάποια στιγμή τή ρώτησα: «Ἐσένα ποιό παιχνίδι σοῦ ἀ­ρέσει;». Ἀναπήδησε καί φώναξε: «Πετάει – πετάει ὁ γάιδαρος!». «Τέλεια! Κι ἐ­μένα μοῦ ἀρέσει πολύ αὐτό τό παιχνί­δι!». Καί εἶναι ἀλήθεια πώς μοῦ θύμιζε τήν προ­για­γιά μου, πού μᾶς τό ἔπαιζε σέ ποντι­ακή παραλλαγή. «Λοιπόν, ξεκινᾶ­με!».

   Ἄρχισα πολύ παραστατικά νά ἀπαριθμῶ διάφορα πετούμενα, ἀπό ἀετούς μέχρι καί ἀεροπλάνα, γιά νά σηκώνουμε ψηλά τά χέρια μας χαρούμενες καί οἱ δύο. Κάποια στιγμή στράφηκα σέ ἀντικείμενα. «Πετάει – πετάει τό τρα­πέ­ζι». Μέ τήν ἴδια φόρα ἡ Γκρέτα ξανασήκωσε τό χέρι της ψηλά. «Τί κάνεις;», τήν ψευτομάλωσα. «Εἶδες ἐσύ κανένα τραπέζι νά πετάει;». «Ναί!», ξεφώνισε ἡ μικρού­λα καί μέ κοιτοῦσε πονηρά. Τό ἴδιο ἔγινε καί μέ τήν καρέκλα. «Ἔχουν οἱ καρέκλες φτερά καί δέν τό ξέρω;». Καί πάλι τσιροκόπησε χοροπηδώντας ἕνα μα­κρό­συρτο «Ναιιιιί!».

   Βάλθηκα νά ἐξηγῶ στό μικρό παιδί πῶς παίζεται αὐτό τό παιχνίδι καί πώς ὅταν ἀναφέρουμε πράγματα πού δέν ἔ­χουν τή δυνατότητα νά πετάξουν, τότε δέν σηκώνουμε τό χέρι, γιατί χάνουμε. Ἀνυπότακτη ἡ Γκρέτα μοῦ χαμογελοῦσε παι­χνιδιάρικα καί σήκωνε συνεχῶς τό χέ­ρι μέ τό δαχτυλάκι τεντωμένο. Ἔμεινα νά τήν κοιτάζω νά κάνει νάζια καί νά χαίρεται πού κάποιος τόση ὥρα παίζει ὑ­πο­μο­νετικά μαζί της.

   Τότε σάν ἔλλαμψη μοῦ ἦρθε ἡ σκέ­ψη: «Καί γιατί νά μήν πετάει τό τραπέζι καί ἡ καρέκλα; Ἄν αὐτό δίνει τόση χαρά σέ ἕνα πληγωμένο παιδάκι, γιατί νά μήν ἀλλάξουμε τό παιχνίδι; Ὅλα ἄς πετᾶνε! Μπορῶ νά σταθῶ δίπλα της μέ ἀγάπη; Αὐτό ἔχει σημασία!».

   Σχεδόν κάθε Πέμπτη ἀφιερώναμε ἀρ­κετό χρόνο στό ἀγαπημένο παιχνίδι «πετάει – πετάει». Ἀλλά πλέον εἶχα πά­ρει τό μάθημά μου καί ἤξερα πώς τά πά­ντα πετᾶνε. Μάλιστα σήκωνα κι ἐγώ εὐ­χαρίστως τό χέρι μου καί κάναμε μαζί  σβοῦρες σάν μπαλαρίνες πασίχαρες. Μιά φορά μέσα στήν τρέλα τοῦ παιχνιδιοῦ αὐθόρμητα τή ρώτησα: «Πετάει – πετάει ἡ Γκρέτα;» κι ἀπάντησα μόνη μου, μιμούμενη τήν τσιριχτή της φωνή «Ναιιιιιί!». Ὅπως ἦταν καί ἀδυνατούλα, δέν δυσκολεύτηκα καθόλου. Τή σή­κωσα ψη­λά κι αὐτή ἄνοιξε τά χεράκια της σάν πουλί, ἀναψοκοκκινισμένη καί πανευτυχής! Ἦταν μιά ὑπέροχη στιγμή! Καί θαρ­ρῶ πώς τελικά πιό χαρούμενη ἤμουν ἐγώ.

   Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ! Ἐσύ μοῦ ἔ­μαθες ἀπό τά πρῶτα χρόνια πώς προέχει ἡ ἀγάπη, ἡ δική σου ἀγάπη ἡ ἀλη­­θι­νή, ἡ ἀνιδιοτελής, ἡ καθαρή. Κι ὅταν προσφέρουμε μιά σταγονίτσα της σέ ἕνα παιδί σου, Ἐσύ πλουσιοπάροχα μᾶς γεμίζεις μέ τή δική σου Ἀγάπη. Καί τό­τε… τότε πετᾶμε στά οὐράνια!

Α.Τ.

“Ἀπολύτρωσις”, Τεῡχος Φεβρουαρίου 2026