«Καημένο, Μεσολόγγι!», ἀναφωνοῦσε ὁ Διονύσιος Σολωμός, καθώς ἀπό τήν παραλία τοῦ νησιοῦ του ἀντίκριζε τό ἀγωνιῶν καί φλεγόμενο «ἁλωνάκι». Δονοῦνταν ὁ ποιητής ψυχικῶς ἀπό τά πυροβόλα τῶν ἀπίστων, συνέπασχε ἀναλογιζόμενος τά δεινά τῶν ἔγκλειστων ἡρώων, εὐχόταν καί προσευχόταν. Μέσα του ὅμως ἔπλαθε ὁ ὑμνητής τοῦ Ἀγώνα ἤδη τά μεγάλα ὁράματα, ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα συνέθεσε τό ὑπερούσιο οἰκοδόμημα, τό ἱερό κειμήλιο, πού μᾶς ἄφησε αἰώνια κληρονομιά μέ τόν ὀξύμωρο τίτλο «Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι». Ἀρχικά εἶχε τιτλοφορηθεῖ «Τό Χρέος» καί ἀργότερα «Ἀδελφοποιτοί».

   Ὁ Σολωμός ἀπό τό 1826 αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά ὑμνήσει τόν ἡρωισμό καί τήν αὐτοθυσία τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ ἐθνικοῦ προπυργίου. Τήν ὁριστική ὅμως μορφή τοῦ ποιήματος, ὅπως σώζεται στό Β´ καί Γ´ Σχεδίασμα, τήν ἔδωσε μετά τό 1840, ἀφοῦ εἶχε πιά μορφώσει τελείως τήν τέχνη του. Ποίημα μέ μορφή τέλεια, δημιουργία ἀκέραιη δέν μᾶς παραδόθηκε. Ὅμως μέσα ἀπό τά ἀποσπάσματά του μποροῦμε νά διακρίνουμε μία ἑνότητα, ἡ ὁποία κατά τήν προσωπική μου ἐκτίμηση φαίνεται νά διαρθρώνεται ὡς ἑξῆς:

   Ὁ ποιητής φαντάζεται πώς βρέθηκε μέσα σ’ ἕνα «πανέρμο δάσος», πού συμβολίζει τήν πολιτική καί ἠθική ἀκαταστασία τοῦ ἔρημου τότε κόσμου, καθώς ἔλειπε ἡ παρουσία τῆς Ἑλλάδας. Ἐκεῖ τοῦ ἐμφανίστηκε ἡ «Μεγαλόψυχη Μητέρα», δηλαδή ἡ Ἑλλάδα. Ὁ ποιητής τήν παρακαλεῖ νά  ἀκούσει τή φωνή της, γιά νά τή χαρίσει στόν ἑλληνικό λαό. Ἐκείνη τοῦ δείχνει τήν πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου καί τόν προστάζει νά τήν ἐξιστορήσει. Σάν νά τοῦ ’λεγε πώς ἡ γνώμη της εἶναι ἀπολύτως σύμφωνη μέ τό πνεῦμα πού παρουσιάζουν οἱ πολιορκημένοι. Ἔτσι ὁ ποιητής παρακολουθεῖ τήν πολιορκία ὁραματικά καί τήν ἐξιστορεῖ, σάν νά ἐκτυλίσσεται κάτω ἀπό τά μάτια του, ζωντανεύοντας τίς δεκαπέντε ἡμέρες ἀπό τή μάχη τῆς Κλείσοβας ἕως τήν Ἔξοδο.

   Τό πρῶτο πού τόν συνταράζει εἶναι ὁ ἀκατάπαυστος βομβαρδισμός τοῦ Μεσολογγίου. «Μές στά χαράματα συχνά καί μές στά μεσημέρια… ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τά πέλαγα κι οἱ βράχοι».

   Φτάνει ἐνώπιόν του, ἐπίσης, ἡ ἐντύπωση πού προξενεῖ στούς ἀπέξω ὁ βομβαρδισμός. Οἱ ξένοι ναῦτες τόν παρακολουθοῦν μέ ἀγωνία καί πόνο. Τά γειτονικά νησιά, τά Ἑπτάνησα, κλαῖνε ἀπό τή λύπη τους καί κάνουν δεήσεις τρομαγμένα. Ἕνας γέρος πού εἶχε γιά μόνο πόρο τῆς ζωῆς του τό ψάρεμα, «τό πέταξε, τ’ ἀστόχησε» καί σάν ἀπό τόν πόνο νά ’χε χάσει τά λογικά του, λέγει ἀδιάκοπα: «Ἀραπιᾶς ἄτι… πέλαγο μέγα, ἀλίμονο, βαρεῖ τό καλυβάκι».

   Μά ἐνῶ οἱ ἀπέξω τρομάζουν καί θλίβονται, οἱ πολιορκημένοι ἀλύγιστοι ἀντιμετωπίζουν νικηφόρα τήν ἐπίθεση τοῦ ἐχθροῦ στήν Κλείσοβα καί μέσα ἀπ’ τόν κατάμαυρο καπνό τοῦ μπαρουτιοῦ προβάλλουν κάτω ἀπό τή σημαία τους, πού κυματίζει ἐπάνω στό κοντάρι της «ὄμορφη, πλούσια κι ἄπαρτη καί σεβαστή καί ἁγία».

   Ὁ Ἰμπραήμ λυσσομανάει ἀπ’ τό κακό του, καθώς δέν μπορεῖ νά νικήσει μιά χούφτα ψαράδες. Ἐπιχειρεῖ νά τούς νικήσει μέ τήν πείνα, στενεύοντας ὅλο καί πιό πολύ τήν πολιορκία. Ἀρχίζουν νά λείπουν οἱ τροφές, μά οἱ πολιορκημένοι περιμένουν τόν ἑλληνικό στόλο νά τούς ἐφοδιάσει, ὅπως τό ’πραξε κι ἄλλη φορά. Πραγματικά ὁ στόλος ἔφτασε ἀρχές τ’ Ἀπρίλη. Ἡ εἴδηση τούς γέμισε χαρά, πού πίστεψαν πώς ὄχι μόνο δέν θά τούς νικοῦσε ὁ Ἰμπραήμ μέ τήν πείνα, μά θά τόν νικοῦσαν, ὅπως καί τόν Δράμαλη. Ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τους, καθώς εἶναι ἄνοιξη, τό ρίχνουν στίς χαρές καί στά τραγούδια: «Ἔστησ’ ὁ Ἔρωτας χορό…».

   Οἱ μέρες ὅμως περνοῦν κι ὁ ἑλληνικός στόλος δέν φαίνεται, γιατί δέν μπόρεσε νά νικήσει τόν ἐχθρικό. Ἐνῶ οἱ πολιορκημένοι κοίταζαν τόν ὁρίζοντα, παρακαλώντας «νά θόλωνε στά μάτια τους μέ κάτι πού προβαίνει», εἶδαν νά μπαίνει στά νερά τοῦ Μεσολογγίου ὁ ἐχθρικός στόλος «μέ φουσκωμένα τά πανιά περήφανα κι ὡραῖα». Τό ἐχθρικό στρατόπεδο τόν ὑποδέχεται μέ ξεφωνητά κι ἀλαλαγμούς, ἐνῶ ἕνας πολέμαρχος ἀπό τούς πολιορκημένους διέταξε τόν πεινασμένο σαλπιστή νά καλέσει τούς καπεταναίους σέ συμβούλιο καί νά σημάνει νά σταματήσουν οἱ χαρές καί τά τραγούδια: «Σάλπιγγα, κόψ’ τοῦ τραγουδιοῦ τά μάγια μέ τή βία».

   Ἡ εἴδηση πώς ὁ ἑλληνικός στόλος ἔφυγε ἄπρακτος, ἔσβησε μεμιᾶς κάθε ἐλπίδα τῶν πολιορκημένων, πού σέ συμβούλιο ἀποφάσισαν τήν Ἔξοδο, γιά νά μήν πέσουν ζωντανοί  στά χέρια τοῦ ἐχθροῦ. Τήν Ἔξοδο τήν προγραμμάτισαν γιά τίς 10 τ’ Ἀπρίλη κι ἔστειλαν ἀγγελιοφόρους κρυφά νά εἰδοποιήσουν τούς ἔξω καπεταναίους γιά τήν ἀπόφασή τους καί νά ζητήσουν νά τούς βοηθήσουν, χτυπώντας ἀπ’έξω τούς ἐχθρούς.

   Ὥσπου νά φτάσει ἡ στιγμή τῆς Ἐξόδου, ὁ ποιητής βρίσκει τήν εὐκαιρία νά παρακολουθήσει λεπτομερειακά διάφορα ἐπεισόδια, πού χαρακτηρίζουν τήν κατάσταση τῶν πολιορκημένων, καθώς καί τό φρόνημά τους. Αὐτά ὅμως θά τά δοῦμε σέ ἑπόμενο τεῦχος.

   Κλείνω τό πρῶτο μέρος τῆς προσέγγισης αὐτῆς τῆς μοναδικῆς ποιητικῆς δημιουργίας ὅλων τῶν αἰώνων, μέ κάποιους στοχασμούς πού ἔγραψε ὁ ἴδιος ὁ σμιλευτής ἀπευθυνόμενος στόν ἑαυτό του, ὅταν ἐπεξεργαζόταν τούς «Ἐλεύθερους Πολιορκημένους»:

   «Κάμε ὥστε ὁ μικρός Κύκλος, μέσα εἰς τόν ὁποῖον κινειέται ἡ πολιορκημένη πόλη, νά ξεσκεπάζῃ εἰς τήν ἀτμοσφαῖρα του τά μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδας γιά τήν ὑλική θέση, ὁποῦ ἀξίζει τόσο γιά ἐκείνους, ὁποῦ θέλουν νά τή βαστάξουν, ὅσο γιά ἐκείνους ὁποῦ θέλουν νά τήν ἁρπάξουν, καί γιά τήν ἠθική θέση, τά μεγαλύτερα συμφέροντα τῆς Ἀνθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως ἡ ὑπόθεση δένεται μέ τό παγκόσμιο σύστημα… Ἀπό τή μικρότητα τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος παλεύει μέ μεγάλες ἐνάντιες δύναμες, θέλει ἔβγουν οἱ Μεγάλες Οὐσίες. Μεῖνε σταθερός εἰς τούτη τήν ὑψηλή θέση».

Εὐδοξία Αὐγουστίνου

“Ἀπολύτρωσις”, Ἀπριλ. 2026