Ζάλη καί πάλη

  Μέσα Γενάρη. Πλησίαζε τό τέλος τοῦ πρώτου τετραμήνου. Οἱ καθηγητές στό πολυπληθές μας σχολεῖο βρισκόμασταν σέ ἕνα γραφειοκρατικό τρέξιμο. Ὡς νε­αρή ἐκπαιδευτικός μέ μόλις δύο χρόνια προϋπηρεσίας ἔτρεχα κι ἐγώ ἀγ­χωμένη νά προλάβω τίς καταληκτικές ἡ­μερο­μη­νίες. Κάποια στιγμή ἄρχισα νά μονολογῶ στό γραφεῖο: «Πρέπει ὥς τήν Τετάρτη νά ἔχω περάσει τίς ἀπουσίες στό τμῆμα πού εἶμαι ὑπεύ­θυ­νη. Νά δῶ καί τά δικαιολογητικά ἀπό γιατρούς καί κηδεμόνες. Ὥς τήν Παρασκευή νά ἔχω παραδώσει τήν τελική βαθμολογία. Κι ἐγώ ἀκόμη δέν ἔ­χω διορ­θώσει ὅλα τά τετράδια. Χθές μοῦ τά ἔφεραν μερικοί μαθητές. Τί νά πρω­το­κάνω; Μοῦ μένει κι ἕνα διαγώνισμα ἀ­κόμη νά κοιτάξω. Ἐν τῷ μεταξύ ἡ ὕλη προχωρᾶ κι ἐγώ δέν φωτοτύπησα ἀκό­μη τά σχεδιαγράμματα γιά τήν Ἱστορία οὔτε τά φύλλα ἐργασίας στή Γλώσσα γιά τήν ἑπόμενη ὥρα. Δέν προλαβαίνω!». Σω­ριά­στηκα σέ μιά καρέκλα πελαγωμένη. Ταχυπαλμία, δάγκωμα στόν αὐχέ­να, θολούρα στή σκέψη.

   Τό θυμᾶμαι σάν τώρα… Δυό χέρια μέ ἔπιασαν στοργικά ἀπό τούς ὤμους καί δυό μάτια μέ κοίταξαν ὅλο ἀγάπη, ἀλλά καί μέ συνετή αὐστηρότητα. «Δέν προ­λα­βαίνεις; Ἕνα νά προλάβουμε: νά με­τα­νοήσουμε». Μόνο τόσο. Κι ἁπαλά ἀ­ποχώρησε μέ ἕνα γλυκό καί ἤρεμο χαμόγελο γεμάτο πίστη κι ἐλπίδα. Κατά καλή συγκυρία βρέθηκα νά ἐργάζομαι ἐκείνη τή χρονιά μέ συνάδελφο… τήν κατηχήτριά μου. Καί πάντοτε στίς κρίσεις τῆς στιγμῆς ἐρχόταν σάν φύλακας ἄγγελος νά μέ προστατέψει ἀπό τή ζάλη τῶν λο­γισμῶν καί νά μέ προσανατολίσει στή ζωτική πάλη μέ τόν ἴδιο μου τόν ἑ­αυτό.

   Αὐτή ἡ τόσο ἁπλή κουβέντα, μά τό­σο γνήσια -βγαλμένη ἀπό πείρα πνευματική- μέ στήριξε σέ πολλές περιστά­σεις, ὅταν τά ἐργασιακά καθήκοντα, οἱ δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, οἱ ποικίλες μέριμνες συσσωρεύονταν καί δημιουρ­γοῦ­σαν ἕναν ἀσφυκτικό κλοιό. Ἔκτοτε ἐ­παναφέρω συ­­χνά τό στιγμιότυπο πού μέ ξύπνησε καί τή σοφή συμβουλή πού μέ ἐπανατο­πο­θέτησε τόσο ξάστερα μπροστά στίς δε­κά­δες ἀναπόφευκτες ὑπο­χρεώσεις. Αὐ­τό πού προέχει εἶναι στα­θερά τό αἰώ­νιο.

   Βιοτικές ὑποθέσεις θά ὑπάρχουν πά­ντοτε. Καί μάλιστα μέσα στόν στρόβιλο τοῦ σύγχρονου modus vivendi αὐ­τές οἱ ὀφει­λές πρός τά χοϊκά μοιάζουν ἀπαρά­κα­μπτες. Σέ αὐτή τή ζυγαριά προτεραιο­τήτων τό χρυσό κλειδί δέν κρύ­βεται στή διάνοια. Ἀντιθέ­τως, ὅταν ὁ ἄνθρω­πος ἀ­ποποιηθεῖ τήν εὐφυΐα του καί ἀκουμπή­σει τά πάντα στά χέ­ρια τοῦ Θεοῦ, τότε μέ τρόπο θαυμαστό, γλυκό κι ἀθόρυβο, τό σύνολο τῶν ἐρ­γα­­σιῶν του δρομο­λο­γεῖται, χωρίς νά φράζει τή διάσταση τοῦ οὐρανοῦ.

   Ἡ σύγχυση, ἡ διόγκωση τῶν «πρέπει» ὁ­δη­γεῖ στήν παράλυση τῶν ψυχο­σω­μα­τι­κῶν δυ­νάμεων, ἐνῶ τό σημεῖο τοῦ Σταυ­ροῦ ξαστερώ­νει τόν νοῦ, ἀ­σφα­λίζει σάν ἄλλη ἀ­σπίδα θείας προστασίας καί ἱε­ραρχεῖ τά οὐσιώδη στήν κορυφή τῆς κλίμακας, ἀφή­νοντας τά ἐπουσιώδη σέ δεύτερη καί τρίτη θέση νά περιμένουν τή σειρά τους ἀνάλογα μέ τή σπουδαιότητά τους, πάντοτε sub specie aeterni­tatis… ὑπό τό πρίσμα τῆς αἰωνιό­τητας, πού ἐ­ξυψώνει!

   Κάθε φορά πού κινοῦμαι μέ γνώμονα νά προλάβω καί σήμερα ἐν με­τα­νοίᾳ νά ἐπι­κοι­νωνήσω πρωτίστως μέ τόν Θεό μου, τότε ὅλα χρωματίζο­νται μέ πινελιές παραδεισένιες. Ὁ συσσεισμός τῆς εὐ­γνωμο­σύ­νης συνεφέρει καί προ­καλεῖ ἕνα σωτήριο ρῆγμα στόν οὐρανό, γιά νά χυ­θεῖ ἀπό ἐκεῖ ἡ βροχή τῆς χάριτος.

   Ζάλες θά αἰωροῦνται γύρω μας καθημερινά κι ἔγνοιες θά μᾶς πολιορκοῦν ἀσταμά­τητα. Ὅσο ὅμως οἱ σκοτοῦρες μᾶς κυκλώ­­­­νουν γιά νά μᾶς σκοτίσουν, τό­σο ἡ δική μας προτίμηση καί πρό­κρι­ση στά οὐράνια θά ἐξασφαλίζει ἀκτίνες φω­τός. Ἡ στερέωση τῆς προαίρεσής μας στά τοῦ Θεοῦ ἀπαιτεῖ ὁπωσδήποτε πάλη ἀποφασι­στική.

   Μόνο νά ἔχουμε μιά εἰλικρινῆ ἐπιθυ­μία, νά φτάσουμε στόν οὐρανό μέσα ἀπό τήν ἀνεστραμ­μένη προοπτική μιᾶς ἀνό­δου πρός τά κάτω. Μέ ἕνα ταπεινό κι ὁλότελο ἄφημα στήν πιό γλυκιά ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας. Ἐκεῖ μέσα τά πνευματικά παλαίσματα δίνουν ὑπέροχα ἀπο­τε­λέσματα! Ἐκεῖ μέσα σταματᾶ κά­θε ζάλη κι ἀνά­λαφρη γίνεται ἡ κάθε πά­λη!

Α.Τ.

“Ἀπολύτρωσις”, Ἰαν. 2026