Ἀετοί τῆς ἄνοιξης

tempoi  Ἡ ἄνοιξη φέτος δέν μπῆκε ὅπως τήν περιμέναμε. Τίς εὐχές γιά «καλό μή­να» πά­γωσε ἡ εἴδηση τῆς προηγού­μενης βρα­διᾶς γιά τό πολύνεκρο δυστύ­χημα στά Τέμπη. Μία διαδρομή, πού γιά πολλούς ἀπό ἐμᾶς εἶναι διαδρομή ρουτίνας γιά νά ἐπιστρέψουμε στά πατρικά μας σπίτια, ἔγινε γιά κάποιους συνομηλίκους μας ἕνα ταξίδι πού ποτέ δέν ἔ­φτασε στόν προορισμό του... ἕνα ταξίδι χωρίς ρουτί­να.
  Ἀλήθεια, πόσες φορές βάλαμε τά ταξίδια μας στόν αὐτόματο πιλότο; Μπή­κα­με, βγήκαμε ἀπό τά ἀστικά χωρίς νά κα­­ταλάβουμε τόν χρόνο, τή διαδρο­μή. Κι ἔ­γι­νε τελικά ἡ ἴδια ἡ ζωή μας διαδρομή ρου­τίνας μέ αὐτόματο πιλότο τή συνήθεια.
  Μά ἡ ἄνοιξη φέτος δέν μπῆκε ὅπως τήν περιμέναμε. Τό κρύο τοῦ χειμώνα φώλιασε ἀργοπορημένα στήν ἀνατολή τῆς ἄνοιξης. Σκιά παγερή τοῦ θανάτου σκέπασε τίς σχολές μας, τά σπίτια καί τίς πόλεις μας. Μιά βουβαμάρα ἐπικρατοῦ­σε γιά πολλές μέρες στά ἀστικά. Ὅλοι μανιωδῶς διαβάζουν εἰδήσεις κι ἀποροῦν συλλογικά: Εἶναι κι ὁ θάνατος κομμάτι τῆς ρουτίνας τελικά;
  Μέσα στόν κυκε­ώνα τῶν πρά­γ­μα­τι θλιβερῶν εἰ­δήσεων πού κατέκλυζαν τούς δη­μοσιογραφικούς ἱστότοπους καί τά μέ­­σα κοινωνικῆς δι­κτύ­ωσης ὑπῆρ­ξαν, ὡστό­σο, καί ψήγ­ματα ἐλ­πίδας καί παρηγοριᾶς. Ὑ­πῆρξαν καί ἐκεῖ­νοι οἱ ἄν­θρωποι πού μέ τό θυσιαστικό τους φρόνημα γί­ναν χελιδόνια μιᾶς ἄνοιξης πού ξημερώνει. Δάμασαν τό ἔνστικτο τῆς αὐ­το­συν­τήρησης. Ἀπενεργοποίησαν τό σύστημα αὐτόματου πιλότου τοῦ ἀτομισμοῦ καί τῆς προσωπικῆς εὐδαιμονίας καί ἔθεσαν προτεραι­ότητα τόν συνάν­θρω­πο.
  Ἐ­­κεῖνος ὁ 20χρονος Μιχάλης, πού ἔψαχνε τήν ὥρα τοῦ πανικοῦ κάτω ἀπό τό κάθισμά του τό νεογέννητο παιδί μιᾶς μάνας, ἡ ὁποία τό τάιζε μέ τό μπιμπερό μέχρι τή στιγμή τῆς σύγκρουσης. Καί ὁ 20χρο­νος Ἀν­δρέας, πού βγαίνοντας ἀπό τά τελευταῖα βαγόνια κρατοῦσε συντροφιά στούς τραυματίες μέσα καί ἔξω ἀπό τό τρένο καί τούς ἔδινε θάρρος ἀπό τό θάρρος του μέχρι νά ἔρθουν οἱ δια­σῶ­στες, γιατί αὐτό τοῦ ὑ­ποδείκνυε ἡ συν­εί­δησή του. Εἶναι οἱ ἥ­ρω­ες μιᾶς νέας γε­νιᾶς; Φωτεινές ἐξαιρέσεις μέσα στά λα­μπαδιασμένα συντρίμμια τῆς ἁμαξοστοιχίας; «Ἤ­μα­σταν πολλοί. Ὅλοι ὅσοι μπο­ρού­σα­με βο­η­θήσαμε», συ­μπλη­ρώ­νουν οἱ ἴδιοι. Καί ὁ κόπος τους ἀνταμείβεται. Μέ τίς προσπάθειες τῶν φοιτη­τῶν 16 ἐπιβάτες ἀ­πε­γκλω­βί­ζονται καί σώ­ζο­νται. «Ἔ­κα­να τό κα­­θῆκον μου», ὁ­μο­λογοῦν καί ἀποποι­οῦνται τόν χα­ρα­κτη­­ρισμό τοῦ ἥ­ρωα. «Δέν εἶ­μαι ἥ­ρωας, μή μέ ἀποκαλεῖτε ἔτσι. Ἥ­ρωας θά ἤ­μουν ἄν τούς εἶχα σώ­σει ὅ­λους. Τό νά βοη­θᾶ­με τούς συν­αν­θρώ­πους μας αὐτό μᾶς κάνει ΑΝΘΡΩ­ΠΟΥΣ, ὄχι ἥ­ρωες. Τό μό­νο πού σκεφτόμουν ἦ­ταν νά σώσω ἕνα ἀκόμα ἄ­τομο μέ­χρι νά μή μπορῶ», δηλώνει χω­ρίς κομπα­σμούς ὁ 18χρονος Ἄγγελος.
  Ἕνα χελιδόνι, θά πεῖτε, δέν φέρνει τήν ἄνοιξη. Πολλοί ὅ­μως Λαρισαῖοι σχηματίζουν μεγάλες οὐρές στήν κεντρική πλατεία τῆς θεσσαλικῆς πρωτεύουσας, προσφέροντας αἷμα γιά τούς δεκάδες τραυ­­ματίες πού νοσηλεύονται στά νοσο­κομεῖα τῆς πόλης. 8.500 λίτρα αἵματος συγκεντρώθηκαν σέ δύο μέρες· εἶναι μία ἀξιέπαινη προ­σπά­θεια. Κι ὅταν τό κάλεσμα τῆς πρυτανείας τοῦ Α.Π.Θ. γιά αἱμοδοσία στό ΑΧΕΠΑ θά διαρκοῦσε δύο ἀπογευματινές ὧρες καί ὁ ἐπιδιωκόμενος ἀριθμός φιαλῶν συ­μπληρώθηκε ἤδη ἀπό τό πρῶτο μισάω­ρο, γίνεται τό­τε καί τοῦ­το τό γεγονός ἕνας ἀκόμα ἀδιάψευστος μάρτυρας πώς τά χελιδόνια αὐτῆς τῆς ἄνοιξης εἶναι πολλά.
  Ὑπῆρξαν ὅμως καί ἐκεῖνοι οἱ γονεῖς πού δέν πρόλαβαν νά καμαρώσουν τό πρῶτο πέταγμα τῶν νεοσσῶν τους τή φετινή ἄνοιξη. Τό μήνυμα «Μαμά, ἔ­φτα­σα» ποτέ δέν παραδόθηκε στά κινητά τους καί ἡ διαδικασία τῆς ταυτοποίησης τῶν θυμάτων ἀποτέλεσε μία σκληρή, ἐπώδυνη ἐμπειρία γιά ὅλους τούς συγγενεῖς. Φό­βος, ἀγωνία, ὀργή καί συντρ­ιβή... συναισθήματα τόσο ἀνθρώπινα, τό­σο ἀ­ναμε­νόμενα σέ μία τέτοια δυσχε­ρῆ κατάσταση. Ποιές λέξεις παρηγορητικές νά ἀνακουφίσουν ἕναν γο­νιό πού τόσο ἄδικα ἔχασε τό παιδί του; Ὁ ἀν­θρώπινος νοῦς μουδιάζει μπροστά σέ αὐτή τή ζοφερή πραγματικότητα. Μά ὁ ἄνθρωπος τῆς πίστεως, αὐτός πού βλέπει τά παιδιά του πρῶτα ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ, δέν στέκεται μπροστά στόν Δημιουργό μέ ἀπαίτηση, ἀλλά μέ εὐγνωμοσύ­νη. «Σέ εὐχαριστῶ, Κύριε, γιά τόν Κύ­­­προ μου! Μοῦ χάρισες ἕναν γιό πού ἦταν ἐ­λεύθερος παθῶν», μονολογεῖ ὁ π. Χρι­στό­δουλος, πατέρας τοῦ 23χρονου ἐκλι­πόντος Κυπριανοῦ στήν κηδεία του. Ὁ παρηγορούμενος γίνεται παρηγορητής, ὁ πονεμένος στηρίζει ὅλο τό ποίμνιό του καί καθίσταται γιά ὅλους ἐμᾶς ὑπόδειγμα συγχωρητικότητας καί ἐν Χριστῷ ἀγάπης. «Θά συγχωρῶ τούς αἰτίους γιά νά παρηγορηθεῖ ἡ ψυχή μου καί ἡ ψυχή αὐτοῦ πού ἔχει φύγει». Ὑψηλές κορυφές γιά ἀε­τούς τῆς πίστης.
  Ἡ ἄνοιξη φέτος δέν μπῆκε ὅπως τήν περιμέναμε. Δέν ἔφερε μαζί της χελιδόνια μά ἀετούς, περιστέρια λευκά, κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως. Καί γίναν τοῦτα τά πουλιά σειρῆνες γιά τή νεκρωμένη μας συνείδηση μέσα στό τέλμα τῆς ρουτίνας.
  «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί κα­θεύ­δεις; Τὸ τέλος ἐγγίζει... ἀνάνηψον», γιά νά ψάλλεις καί ἐσύ μαζί μέ ὅλους τούς ἀετούς τόν λυτρωτικό, τόν ἐλπιδοφόρο χαιρετισμό τῆς Ἀνάστασης.
  Ψυχή μου, πατρίδα μου,
  Χριστός ἀνέστη!

Ι.Δ.Α.

"Ἀπολύτρωσις", Ἀπρίλ. 2023