Ἀπολογισμός

Ὅσα ἁπλόχερα μοῦ χάρισε ἡ ἀσύνορη ἀγάπη Σου
στό ἔτος πού διάβηκε, τά σφίγγω μές στήν χούφτα μου
εὐλαβικά σάν οὐρανόσταλτη εὐλογία.
Καί ὅ,τι ἀκύρωσες ἀπό τήν ἄλογή μου ζητιανιά,
τώρα μέ εὐγνωμοσύνη τό προσυπογράφω.
Στό κλείσιμο τοῦ χρέους μου, μέ δέος
τό ἔλλειμμα τοῦ λογαριασμοῦ
στήν τράπεζα τοῦ ἐλέους καταθέτω:
Τόν πλοῦτο Σου δαπάνησα στίς ἀγορές τοῦ κόσμου.
Στά πεζοδρόμια τῆς λογικῆς ξόδεψα τήν ἀγάπη.
Τήν ἐλπίδα καταξόδεψα στά στέκια τοῦ ἐγώ.
Τί κρίμα κι ἄδικο γιά μένα καί τούς ἄλλους!
Καιρός χαμένος! Χαμένη κι ἡ χαρά!
Γιά τό ἔτος πού ἔρχεται, Κύριε,
δῶσε μου δύναμη καί ἐγκαρτέρηση
νά ξεκινήσω καί πάλι ἀπ᾽ τήν ἀρχή.
Μακριά ἀπό τόν θόρυβο τῆς ψυχῆς μου καί τοῦ κόσμου,
νέα ζωή νά ἀρχίσω μέ τή δική σου τήν πνοή,
συνοδοιπόρος ταπεινός μέ ὅλους.
Μέσα στό Φῶς Σου τό αἰώνιο
μέ ἐμπιστοσύνη παραδίδομαι·
ἄς σβήνουν οἱ μέρες τῆς ζωῆς μου ὅπως καθόρισες Ἐσύ.
Μόνο μή μοῦ στερεῖς, παρακαλῶ,
οὔτε στιγμή τήν παρουσία Σου,
πού πιότερο καί ἀπ᾽ τό νερό καί τήν τροφή
στεριώνει τόν νοῦ καί τήν ψυχή μου.

                                                                                Γ. Δ.

apologismos