Ἔφτασε ὁ Κυβερνήτης

kapodistrias  Κάποιες χρονολογίες ἀποτελοῦν ὁρόσημα γιά τήν πορεία τοῦ ῎Εθνους μας καί γιά τό μέλλον τοῦ ῾Ελληνισμοῦ μας.
  Θεοφάνεια τοῦ 1828. Τό Warspite, ἡ ἀγγλική πολεμική φρεγάδα, προσορμίζεται στό λιμάνι τοῦ Ναυπλίου. ῎Ερχεται ν᾿ ἀποβιβάσει στήν αἱματοβαμμένη ἑλληνική γῆ τόν πρῶτο της Κυβερνήτη, τόν ᾿Ιωάννη Καποδίστρια. Καυτά ποθοῦσε ὁ Κερκυραῖος Κόμης νά σταματοῦσε γιά λίγο τό πλοῖο στά γενέθλια  χώματα. ᾿Επειγόταν νά προσκυνήσει τόν τάφο τοῦ πατέρα του καί νά πάρει τήν εὐχή του γιά τό δυσβάσταχτο ἔργο πού θά ἐπωμιζόταν. Μά, ἡ ἀγγλική κυβέρνηση, ψυχρή σέ τέτοιες εὐαισθησίες, ματαιώνει τήν ἐπιθυμία του. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἀπό τή φρεγάδα ἀντικρύζει ἀπό μακριά τή φίλτατη, ἀγγλοκρατούμενη πατρίδα του -πού ὅπου κι ἄν περιόδευσε, ὅσο ψηλά κι ἄν ἀνέβηκε, ποτέ δέν τήν λησμόνησε-, τρέχει στό κατάστρωμα, σηκώνει δακρυσμένος τό χέρι του καί ἀρκεῖται σ᾿ ἕναν ἐγκάρδιο χαιρετισμό.
  ῾Απλώνεται τώρα μπροστά του ἡ ἐρειπωμένη ἐλεύθερη ῾Ελλάδα, τήν ὁποία μέλλει ν᾿ ἀναστηλώσει. Τί κι ἄν πέφτει βαριά πάνω του ἡ εὐθύνη τῆς ἀποστολῆς; Παρόλο πού συναισθάνεται τίς συμπληγάδες στίς ὁποῖες θά προσκρούσει, γράφει· «Διψῶ νά εὑρεθῶ τό ταχύτερον ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν στερήσεων, τῆς τύρβης, τῆς ἀκαταστασίας, τῶν κάθε εἴδους μηχανορραφιῶν καί τόσων ἄλλων προβλημάτων, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν σήμερον τήν κατάσταση τῆς ῾Ελλάδος. ῾Ο  Θεός ὅμως θά μοῦ στείλει τήν βοήθειά του, καθώς θά εἶμαι περικυκλωμένος ἀπό τόσες ἐπιτακτικές ἀνάγκες».
  Καί νά, ἔφτασε ἡ μέρα πού, 375 χρόνια μετά ἀπό τήν ῞Αλωση, ὁ ῞Ελληνας χαιρετίζει θερμά τόν πρῶτο του Πρόεδρο. Τόν ὑποδέχεται μέ 15 κανονιοβολισμούς πού ἠχοῦν ἀπό τό φρούριο τοῦ Ναυπλίου, μέ μυρσίνες, μέ δάφνες καί μέ ὑψωμένες τίς γαλανόλευκες. Μέσα σέ ἐπευφημίες τοῦ προσφέρει στεφάνι ἐλιᾶς. ᾿Απέριττο τό καλωσόρισμα, μά ζεστό καί εἰλικρινές. Τέτοια ὑποδοχή ἱκανοποιεῖ τόν Κυβερνήτη. Κάθε ἄλλη, δαπανηρή καί πολυέξοδη, θά τόν στενοχωροῦσε. «Πομπή, πού θέλει χρήματα, εἶναι ἀσυμβίβαστη πρός τή δύσκολη κατάσταση τῆς πατρίδος. ῎Αν μποροῦμε», τόνιζε, «νά διαθέσωμε λίγα χρήματα, ἔχομε πληγές νά ἐπουλώσωμε».
  Σαλπάρει τό Warspite στίς 9 ᾿Ιανουαρίου γιά τήν Αἴγινα. ᾿Εκεῖ ἔχει τήν ἕδρα της ἡ Προσωρινή Κυβέρνηση. ῾Ιστορική μέρα ἀποτελεῖ γιά τό νησί ὁ ἐλπιδοφόρος ἐρχομός τοῦ Καποδίστρια. Μέ συγκλονισμό περιγράφει ὁ ἴδιος τή συνάντησή του μέ τούς φτωχούς, βασανισμένους νησιῶτες, πού μόλις εἶχαν βγεῖ ζωντανοί μέσα ἀπό τή στάχτη τοῦ ἄνισου πολέμου· «Εἶδα πολλά στή ζωή μου, ἀλλά σάν τό θέαμα, ὅταν ἔφθασα ἐδῶ στήν Αἴγινα, δέν εἶδα ἄλλοτε ὅμοιο, κι ἄλλος νά μή τό ἰδῆ...  Δέν ἦταν τό συναπάντημά μου φωνή χαρᾶς ἀλλά θρῆνος. ῾Η γῆ ἐβρέχετο ἀπό δάκρυα. ᾿Εβρέχετο ἡ μυρτιά καί ἡ δάφνη τοῦ στολισμένου δρόμου ἀπό τό γιαλό στήν ἐκκλησία. ᾿Ανατρίχιαζα, μοῦ ἔτρεμαν τά γόνατα, ἡ φωνή τοῦ λαοῦ ἔσχιζε τήν καρδιά μου».
  Κι αὐτή ἡ εἰκόνα τοῦ ρακένδυτου καί ἀξιολύπητου λαοῦ μένει μόνιμα σφηνωμένη στή σκέψη του, σ᾿ ὅλο τό διάστημα τῆς πολύμοχθης ἐργασίας του. Πῶς μπορεῖ αὐτός νά καλοπερνᾶ, ἐνῶ διαρκῶς περιστοιχίζεται ἀπό τόσες τραγικές φιγοῦρες πού γυρεύουν βοήθεια; Γι᾿ αὐτό στό ἑξῆς δέν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του νά ξαναφορέσει τίς ἐπίσημες, ἐπιβλητικές στολές του. Δαπανᾶται ὁλόκληρος στό τιτάνιο ἔργο του καί ἐπινοεῖ σχέδια καί τρόπους, γιά νά ἀνασάνει ὁ ἐξαθλιωμένος κόσμος. Πραγματικά, τό φῶς τοῦ δωματίου του μένει ἀναμμένο ὥς τίς 4 τά ξημερώματα. Κι ὅταν ὁ γιατρός του, διαπιστώνοντας πώς ἡ ὑγεία του εἶναι κλονισμένη, τοῦ συστήνει ν᾿ αὐξήσει τήν τροφή του, ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾶ κατηγορηματικά· «Τότε μονάχα θά βελτιώσω τήν τροφή μου, ὅταν θά εἶμαι βέβαιος ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνα ῾Ελληνόπουλο πού νά πεινάει». Πόσο ὑποφέρει ὁ Κυβερνήτης, σάν βλέπει τά παιδιά, «τό ροδόχρουν ὄνειρον τῆς Πατρίδος μας, τῆς ῾Ελλάδος» ὅπως τά ἀποκαλοῦσε, νά περιφέρονται πεινασμένα καί ἀπροστάτευτα στά διάφορα στρατόπεδα ἀναζητώντας λίγη τροφή! ᾿Ανησυχεῖ γιά τούς κινδύνους πού διατρέχουν. Ψάχνει κατάλληλους παιδαγωγούς, γιά νά τά χειραγωγήσουν σωστά.
  Καί αὐτόν, πού ἔσμιξε τό δάκρυ του μέ τά δάκρυα τῶν ἀδυνάτων, αὐτόν πού μέσα σέ τρία χρόνια καί ὀκτώ μῆνες ἔχτισε πάνω στά ἐρείπια τή νέα μας ῾Ελλάδα, γιά νά ἐξελιχθεῖ ὅπως οἱ ἄλλες κοινωνίες, αὐτόν πού μέ αὐταπάρνηση ἐργάστηκε, γιά νά θέσει σέ λειτουργία τήν πρώην ἀνύπαρκτη κρατική μας μηχανή, αὐτόν πού ὑπῆρξε πρότυπο ἡγέτου, αὐτόν ἕνα κυριακάτικο ὀρθρινό, στίς 27 Σεπτεμβρίου 1831, τόν ἀφανίσαμε μιά γιά πάντα. Συγχώρεσέ μας, μεγάλε Κυβερνήτη, γιατί οἱ μικρότητες καί οἱ μικροψυχίες μας δέν μᾶς ἐπέτρεψαν νά συλλάβουμε τό μεγαλεῖο τῆς μεγαλοψυχίας, πού ἔδειξες ἀπέναντί μας. Συγχώρεσέ μας γιά τίς σφαῖρες πού σοῦ φυτέψαμε· γιατί, ἐνῶ ἐσύ ἀνύσταχτος σχεδίαζες τήν ἀνόρθωσή μας, ἐμεῖς σχεδιάζαμε τό θάνατό σου. Κι αὐτό τό ἀνεπανόρθωτο λάθος μας ἀρχίσαμε νά τό πληρώνουμε μέ τόκο καί ἐπιτόκιο στήν ἑπόμενη παράγραφο τῆς ἱστορίας μας· τότε, πού μέ τήν εἴσοδο τῶν Βαυαρῶν στόν τόπο μας, ὅσο ποτέ νιώσαμε τήν ἀκριβή σου ἀπουσία καί τήν τραγική μας κατάντια.

῾Ελληνίς