Γιά τήν οἰκογένεια

Εὐλογημένη οἰκογενειακή σκηνή! Ὁ Ἰωσήφ μέ τήν παρθένο Μαρία φέρνουν τόν τεσσαρακονθήμερο Ἰησοῦ στόν ναό γιά νά τόν ἀφιερώσουν στόν Θεό, ὅπως ὅριζε ὁ μωσαϊκός νόμος γιά τά πρωτότοκα ἀγόρια τοῦ Ἰσραήλ.

Βέβαια ἡ οἰκογένεια αὐτή δέν εἶναι δεμένη μέ τίς φυσικές οἰκογενειακές σχέ­σεις, ἀφοῦ ὁ Ἰωσήφ δέν εἶναι πραγματικός σύζυγος τῆς Παρθένου. Τή δένει ὡσ­τόσο κάτι ἀνώτερο καί πολύ πιό ἰσχυρό: ἡ ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ παράγοντας αὐτός, στόν ὁποῖο ὑποτάσσονται ὅλα τά μέλη της μέ ταπείνωση, τήν ἀναδεικνύει ὡς πρότυπο τῆς κατ’ οἶκον ἐκκλησίας πού θά ἀποτελέσει ἀργότερα τήν κύρια στόχευση τῆς χριστιανικῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Ἡ οἰκογένεια εἶναι ὁ ἀρχαιότερος θεσμός στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ὡστόσο ἁγιάσθηκε, καταξιώθηκε καί λειτούργησε σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία. Διότι ἡ χριστιανική οἰκογένεια δέν ἀποτελεῖται μόνο ἀπό τούς γονεῖς καί τά παιδιά, ὅταν ὑπάρχουν. Στό σῶμα της μετέχει, ἤ μᾶλλον εἶναι ἐπικεφαλῆς, ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός. Αὐτός καθιερώνει τή σύστασή της κι αὐτός τήν κατευθύνει μέ ἀσφάλεια.

Ἡ χριστιανική οἰκογένεια ἀποτελεῖ τό κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει δηλαδή ζωτική γι’ αὐτή σημασία, ἀλλά ἐπέδρασε εὐεργετικά καί σ’ ὅλες τίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Δίδαξε τό Εὐαγγέλιο ἴσως ὄχι μέ τόν λόγο, σίγουρα ὅμως μέ τήν καθη­μερινή πράξη. Ἔγινε γιά τίς κοινότητες ὅπου ρίζωσε ὑπόδειγμα πνευματικότητας, τιμιότητας καί ἐργατικότητας, καί τέλος ἀνέδειξε ἀπό τά σπλάχνα της ἀνθρώ­πους-πολίτες μιᾶς ἄλλης, ἀνώτερης ποιότητας.

Δυστυχῶς ἤδη ἀπό τόν προηγούμενο αἰώνα ὁ εὐλογημένος αὐτός θεσμός ὑ­ποβαθμίζεται συνεχῶς. Ὑποβαθμίζεται μαζί μέ τόν ἀποχριστιανισμό τῶν κοινω­νιῶν πού ἔχει εἰσβάλει πλέον καί στήν πατρίδα μας, τό γκρέμισμα τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς, τήν ἀποθέωση τοῦ ἀτομισμοῦ καί τήν ἀποφυγή τῆς εὐθύνης. Καί σάν νά μήν ἔφταναν ὅλα αὐτά, ἤ μᾶλλον ὡς συνέπεια ὅλων αὐτῶν, ἄρχισαν νά υἱο­θε­τοῦνται ἀκόμη καί στόν τόπο μας ἀντίθεες πρακτικές, ὅπως τό σύμφωνο συμ­βί­ωσης, καί μάλιστα ἀκόμη καί μεταξύ ὁμοφύλων (!).

Ἀλλά δέν ὠφελεῖ ἄλλο ὁ θρῆνος. Δέν πέθανε ὁ Θεός! Ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διαχρονικά τόν μάρτυρα τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ἔχει χρέος νά δείξει καί πάλι τόν δρόμο τῆς σωτηρίας. Καί θά τό κάνει αὐτό μέ ἀξιώσεις καί θά ἑλκύσει καί πάλι τή χάρη τοῦ οὐρανοῦ γιά τήν ἀνθρωπότητα, ἄν τά μέλη της, δη­λαδή ὅλοι ἐμεῖς, βαδίσουμε μέ συνέπεια στά ἴχνη τῶν ἁγίων. Ἄν πείσουμε μέ τή βιοτή μας ὅτι τό Εὐαγγέλιο εἶναι τό μόνο πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει καί ὅτι ἐφαρμόζεται.

Διότι αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δέν ὑπάρχει ἄλλη ἀνάπαυση καί στήριγμα γιά τόν ἀποκαμωμένο κόσμο μας.