Τήν 1η Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει τήν ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, δηλαδή τήν ἔναρ­ξη τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.

Ἡ γιορτή αὐτή τελεῖται τήν συγκεκριμένη ἡμέρα, διότι ἡ 1η Σεπτεμβρίου ἦταν ἡ οἰκονομική πρωτοχρονιά τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Κι ὅπως συνηθιζόταν ἀνέκαθεν, ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή ὑπόθεση ρυθμίστηκε σύμφωνα μ᾽ ἕνα κρατικό θέσμιο.

Οἰκονομική πρωτοχρονιά σήμαινε κυρίως συγκέντρωση καί ἀπόδοση τῶν φόρων. Ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία στήν ἀρχή ἀνά πέντε καί ἀργότερα ἀνά δεκαπέντε ἔτη ὀρ­γάνωνε ἀπογραφές τῶν κατοίκων της καί τῶν ὑπαρχόντων τους προκειμένου νά ὁρίσει ὁ αὐτοκράτορας τούς φόρους πού θά ἐπέβαλλε στούς ὑποτελεῖς του. Ἡ ἀπογραφή ἄρ­χιζε μέ τήν ἔκδοση τοῦ σχετικοῦ αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος πού στά λατινικά λε­γό­ταν indictio - ἐξ οὗ καί τό «ἴνδικτος». Στήν συνέχεια, στήν ἀρχή κάθε νέου οἰκο­νομι­κοῦ ἔτους, οἱ προβλεπόμενοι φόροι, οἱ ὁποῖοι γιά τούς ὑπόδουλους λαούς, ὅπως ἦταν π.χ. οἱ Ἑβραῖοι, ἦταν ἰδιαίτερα ἐπαχθεῖς, ἔπρεπε νά ἀποδοθοῦν στό δημόσιο ταμεῖο.

Κύριος ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης. Δεσπότης ὅλης τῆς οἰκουμένης. Ἀλλά κύριος ἀσύγκριτα ἀνώτερός του, Κύριος τῶν κυρίων, ὁ Χριστός Ἰησοῦς. Ὁ αὐτοκράτορας ἐπέ­βαλλε φόρους -καί μάλιστα στούς κατακτημένους λαούς μέ ἄγριο καί ταπεινωτικό τρόπο- προκειμένου νά εἰσρεύσει χρῆμα στό βαλάντιό του· ὁ Χριστός στήν ἐπικράτεια τῆς βασιλείας του, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία του, δέν ἐπιβάλλει τίποτε. Ἀκόμη περισσότερο: Ὁ Χριστός ὄχι μόνο δέν ἐκμεταλλεύεται τούς ὑπηκόους του, ἀλλά τούς ὑπηρετεῖ ὁ Ἴδιος σάν δοῦλος τους. Ἀγγίζει τίς κακοφορμισμένες πληγές τους, τῆς καρδιᾶς καί τοῦ σώ­μα­τος, καί τίς θεραπεύει. Ζώνεται τό λέντιο τῆς διακονίας καί πλένει τά πόδια τους καί τήν ψυχή τους. Γίνεται συνήγορός τους στόν Πατέρα του καί ἀμνηστεύει τά ἐγκλήματά τους. Παίρνει τήν θέση τους μπροστά στό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα καί ἀντί γι᾽ αὐτούς πεθαίνει ὁ ἴδιος. Θυσιάζει τόν ἑαυτό του καί τόν κάνει τροφή γιά νά ἱκανοποιήσει τήν πείνα τους γιά ζωή καί ἀλήθεια. Ποιός αὐτοκράτορας θά συμπεριφερόταν ἔτσι; Ἤ μᾶλλον ποιός κοινός ἄνθρωπος θά ὑποβαλλόταν σ᾽ αὐτή τήν ἔσχατη ἐξουθένωση;

Εἶπα ὅτι ὁ Χριστός δέν ἀπαιτεῖ τίποτε ἀπό τούς ὑπηκόους του. Λάθος. Ἀπαιτεῖ ἕνα φόρο: τόν φόρο τῆς πίστης. Θέλει οἱ ὑποτελεῖς του νά πιστεύουν στόν βασιλιά τους. Ὄχι διότι ὁ βασιλιάς τους τό χρειάζεται, ἀλλά διότι ἔτσι τούς κάνει μετόχους τῆς ζωῆς του, τούς μεταδίδει τόν πλοῦτο τῆς ἁγιότητάς του. Δηλαδή καί πάλι αὐτοί κερδίζουν, αὐτοί ὠφελοῦνται.

Ποιός λοιπόν θ᾽ ἀρνηθεῖ νά πολιτογραφηθεῖ σ᾽ αὐτό τό βασίλειο; Ποιός θά εἶναι τό­σο ἄφρων, ὥστε νά πετάξει στά σκουπίδια μιά τέτοια ἀσύλληπτη εὐκαιρία πού τοῦ προσ­φέρεται δωρεάν;