Ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Κυριακῆς

Κυριακή 7/5, τοῦ Παραλύτου
«ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω... ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰω 5,7).
 Εἶπε τό παράπονό του ὁ παράλυτος χω­ρίς πι­κρόχολη διάθεση ἐναντίον τό­σων καί τόσων πού ἀσφαλῶς τόν παραγ­κώνισαν γιά νά πέσουν αὐτοί πρῶτοι στό νερό. Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος δέν ἔχει πο­τέ ἀπαιτή­σεις ἀπό τούς ἄλλους καί δέν παραπονεῖται. Βρίσκει πάντοτε τή δύνα­μη νά τούς δικαιο­λογεῖ. Καί ὁ Κύριος, πού μέ τήν ἐρώτησή του δο­κίμασε τήν ταπείνωση τοῦ παραλυτικοῦ, θερά­­πευ­σε μόνο αὐτόν ἀπό τόσες δεκάδες καί ἑκατον­τά­δες ἴσως ἀρρώστους πού ἦταν στήν κο­λυμβήθρα τῆς Βηθεσδά. Ὁ Θεός πάντοτε ἐκτιμᾶ καί βραβεύει τήν ταπείνωση, ἀ­φοῦ κατά τόν ἀδιάψευστο λόγο του «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπει­νοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Ἰα 4,6).

Κυριακή 14/5, τῆς Σαμαρείτιδος
«ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁ­δοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ» (Ἰω 4,6).
 ᾿Επάνω στό στόμιο τοῦ πηγα­διοῦ ὁ Κύ­ριός μας, ἄνθρωπος τῆς δουλειᾶς, πού ἀπό μικρός τόσο κουράστηκε, κάθισε γιά νά ξεκουραστεῖ. Καί ἐκεῖ ἔστησε καρ­τέρι. Λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: Ὅπως οἱ κυνηγοί, πού θέλουν νά πιάσουν καλά θηρά­ματα, καιρο­­φυ­λακτοῦν στίς πη­γές ὅ­ταν κατεβαίνουν νά πιοῦν τά ζῶα νερό καί ἐκεῖ τά συλλαμ­βά­νουν, ἔτσι ὁ ᾿Ιη­σοῦς, ὁ μεγάλος κυνηγός τῶν ψυχῶν, σω­τήρας καί λυ­τρωτής ἁ­μαρ­τωλῶν, ἔ­στησε καρ­τέρι στήν πηγή καί περί­μενε τό θήραμά του. Καί ἦλθε τό θήραμα καί τό συνέλαβε πολύ καλά καί τό ὁδήγησε ἐκεῖ πού ἤθελε, στήν ἀληθινή ἐλευθερία, στήν αἰώνια σωτηρία.

Κυριακή 21/5, τοῦ Τυφλοῦ
«καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν με­τὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν» (Ἰω 9,37).
 Νά ποιά εἶναι ἡ πίστη ἡ ἀληθινή: νά βλέπω τόν Χριστό καί νά Τόν ἀκούω, νά πιστεύω ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός πού ἔ­γινε ἄνθρωπος, πού ἦλθε καί κήρυξε τό εὐ­αγγέλιο καί ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νε­κρῶν. Ἡ πίστη εἶναι τά μάτια μέ τά ὁ­ποῖα βλέ­πουμε τόν Χριστό, τά ἀφτιά μέ τά ὁποῖα ἀκοῦμε τόν Χριστό, ἡ καρδιά μέ τήν ὁποία νιώ­θου­με τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη ἡ ἀληθινή εἶναι ὑπέρ­βαση κάθε ἀδυναμίας, κάθε λογικῆς, κά­θε συμφορᾶς, κάθε κακί­ας. Εἶναι ἡ συνάντηση καί ἡ ἕνωσή μου μέ τόν Ἰησοῦ, τόν γλυκύτατό μου φωτοδότη πού μοῦ ἄνοιξε τά μάτια. Ὅπως Αὐτός λέ­γει «ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω 8, 12), ἐγώ λέγω: Ἐγώ εἶμαι ὁ τυφλός πού μοῦ ἔ­δωσες, Χριστέ, φῶς ἀπό τό φῶς σου καί ἄνοιξαν τά μάτια μου καί σέ βλέπω, καί σέ ἀκούω καί συνομιλῶ μαζί σου.

Κυριακή 28/5, τῶν Πατέρων
«καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς» (Ἰω 17,10).
 Δοξάστηκε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τούς μα­θη­τές του ὄχι διότι ἔμειναν μαζί του καί τόν ἀκολούθησαν καί μαθήτευσαν. Διότι ἐκεῖνο πού ἤθελε νά δώσουν ὡς συμμε­τοχή οἱ μαθητές ἦταν ἡ διάθεσή τους γιά νά λάβουν αὐτό πού ὁ Ἴδιος τούς ἔδωσε. Καί εἶναι ἕνα μεγάλο δόσιμο αὐτό, ὅταν κανείς δίδει τή διάθεσή του, δίδει τόν κε­νό χῶρο τῆς ὑπάρξεώς του γιά νά γε­μίσει μ᾿ αὐτό πού προσφέρει ὁ ᾿Ιησοῦς. Εἶναι μιά προσφορά ἡ ὁποία ὄντως δο­ξά­ζει τόν ᾿Ιησοῦ. ᾿Επιπλέον ὁ ᾿Ιησοῦς βλέπει δια­χρονικά καί ὑπερ­χρονικά τά πράγματα καί εἶναι γεγονός ὅτι δοξάστηκε διά τῶν μαθητῶν του. Αὐτός πού τούς δόξασε μέ τό νά τούς ἀναθέσει τή μεγάλη ἀπο­στο­λή, δοξάστηκε ἀπό αὐτούς μέ τό νά κα­ταγγείλουν τό ὄνομά του στά πέρατα τῆς γῆς, νά γίνουν μάρτυρές του ἕως ἐσχά­του τῆς γῆς.

Στέργιος Ν. Σάκκος
(ἀπό λειτουργικά κηρύγματα)