Λειτουργικά κηρύγματα

Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή (Λκ 8,27-39)
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀνα­φέρεται σ’ ἕνα σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰη­σοῦς. Σημεῖα ὀνο­μάζουμε τά θαύ­μα­τα.
Ὁ Ἰησοῦς ἐπισκέ­πτεται μία πε­ρι­οχή τῆς Γαλιλαίας ἀπέναντι ἀπό τήν Κα­περναούμ. Στήν περιοχή αὐτή τῶν Γαδα­ρη­νῶν ἤ Γεργεσηνῶν, ὅπως λε­γόταν, ἦταν ἕνας δυστυχισμένος ἄν­θρωπος πού κυριαρχοῦνταν ἀπό λεγεώνα δαι­μονίων. Ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρό­μος τῆς περιοχῆς. Γύριζε γυ­μνός, κα­τοικοῦσε μέσα στά μνήματα, μέ πέ­τρες ἔσχιζε τίς σάρκες του. Τόν ἔ­πια­ναν, τόν ἔδεναν, ἀλλά ἔσπαζε τίς ἁλυσίδες σάν κλωστές. Αὐτόν τόν ἄν­θρω­πο τόν θεράπευσε ὁ Ἰησοῦς καί μά­λι­στα μέ ἕναν τρόπο ἐντυ­πω­σιακό, κα­ταπληκτικό, γιά νά δοῦμε ὅλοι ὅτι δέν εἶναι μία ἁπλή θεραπεία ἀλλά εἶναι ἕνα θαῦμα. Ἐπέτρεψε στή λε­γεώνα τῶν δαιμονίων νά μπεῖ στούς χοίρους πού ἔβοσκαν πιό πέρα. Ἔτσι καί ἔγινε, μέ ἀποτέλεσμα οἱ χοῖροι νά πνιγοῦν. Χει­ροπιαστή ἀπό­δειξη ὅτι ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν δέν εἶναι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, εἶναι Θε­ός. Μπροστά του καί τά ἴδια τά δαι­μόνια τρέμουν καί τόν παρακαλοῦν νά τά λυπηθεῖ. Καί ὅμως οἱ Γαδαρηνοί πη­γαίνουν καί Τόν πα­ρακαλοῦν, οἱ δοῦ­λοι τόν ἀφέντη, οἱ μικροί τόν με­γάλο, οἱ ἀδύνατοι τόν δυνατό, νά φύ­γει ἀπό τή χώρα τους.
Γιατί; Διότι ἦταν λαθρέμποροι. Ἐ­νῶ ἀπαγορευόταν ἀπό τόν μωσαϊκό νόμο στούς ἰουδαίους νά ἐκτρέφουν χοίρους, οἱ Γαδαρηνοί ἔκαναν χρυ­σές δουλειές μέ τό χοιρινό κρέας, ἐπειδή οἱ ρωμαῖοι κατακτητές τό ἀ­κριβο­πλή­ρωναν. Κατάλαβαν λοιπόν ὅτι ἐάν ὁ Χριστός μείνει στή χώρα τους, πᾶνε τά γουρούνια καί τό λα­θρεμπόριο, πάει ἡ μαυραγορά καί τά μεγάλα κέρ­δη.
Καί ὁ Ἰησοῦς φεύγει. Σέβεται τήν ἀπαίτησή τους, μπαίνει στή βάρκα καί φεύγει.
Αὐτό τό σημεῖο δίνει ἀπάντηση σέ ἕνα πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεῖ ὅλους. Καί τό πρόβλημα εἶναι: Γιατί μό­νο λίγοι ἄνθρωποι πιστεύουν στόν Θεό; Γιατί λίγοι παραδέχονται τόν Ἰησοῦ Χριστό σωτήρα καί λυτρωτή, τόν ἀναγνωρίζουν Θεάνθρωπο, ἐνῶ τό με­­­γαλύτερο μέρος τῶν ἀνθρώπων δέν θέλουν νά ἀκούσουν τό ὄνομά του ἤ ἔστω τόν ἀναγνωρίζουν ὡς ἕνα σπουδαῖο ἄνθρωπο πού ἔζησε κάπο­τε; Μήπως δέν προσφέρει μαρ­τυρίες τῆς ὑπάρξεώς του; Μήπως ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἀποδεικνύει μέ τό πέ­ρα­σμά του ἀπό τή γῆ τή θεό­τη­τά του; Ἐ­άν ἀμερόληπτα καί χωρίς προκα­τάληψη ἐξετάσουμε τά πρά­γματα, θά δοῦμε ὅτι καί ἡ δημιουργία καί ἡ ἱ­στο­ρία ἔχουν νά μᾶς παρου­σιάσουν πλῆ­θος μαρτυριῶν, ἀκατα­μάχητα ἐπι­­­χειρήματα, μαρτυρίες ἀ­ξιόπιστες καί ἀ­ναν­τίρρητες οἱ ὁποῖες ἀποδει­κνύ­ουν ὅτι ὑπάρχει Θεός καί αὐτός ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, ἔζησε ἀνάμε­σά μας, κήρυξε τό εὐαγγέλιο, ἔκανε συγ­­κλο­νιστικά σημεῖα, ἵδρυ­σε τήν Ἐκ­κλη­σία πού μέ τόν ἀγώνα της συνε­χίζει τό ἔρ­γο του μέσα στόν κόσμο, στούς αἰῶνες.
Γιατί ὅμως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν πιστεύ­ουν; Δέν τά βλέπουν, δέν τά ἀκοῦν αὐτά; Ἡ ἀπάν­τηση πού μᾶς δίδει τό περιστατικό στή χώρα τῶν Γα­δα­ρηνῶν εἶ­ναι ἁπλή: Οἱ ἄνθρωποι πού κατέ­χον­ται, πού κυριαρ­χοῦνται ἀπό τά πάθη δέν μποροῦν νά πι­στέ­ψουν στόν Θεό, δέν μποροῦν νά παρα­δεχθοῦν καί νά ὁμολογήσουν τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Αὐτή εἶναι ἡ τραγική κατάντια ὅλης τῆς ἀνθρω­πό­τητος. Δέν ἔχουμε παρά νά ἐξετάσουμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί θά διαπιστώσουμε ὅτι ὅταν δέν μᾶς ἀνα­στατώνουν κακίες καί πάθη, τότε πιστεύ­ου­με καί ἀγαποῦ­με τόν Χριστό. Ὅταν ὅμως θολώσει ἡ σκέψη μας καί ἀναστα­τωθεῖ ἡ καρδιά μας, ὅταν τό αἷμα μας δηλητηριαστεῖ ἀπό τά πάθη, τότε ἀρχί­ζουμε νά πο­λι­ορκούμαστε ἀπό ζάλη ἀμφιβόλων λογισμῶν καί ὁδηγού­μεθα στήν ἄρνηση καί στήν ἀπιστία.
Ὅταν ἤμουν μικρό παιδί στό κατηχητικό σχολεῖο, ὁ κατηχητής μου, ὁ π. Αὐ­γουστῖνος, ζωγράφισε στόν πίνακα ἕνα στρόγγυλο, ἕνα τετράπλευρο καί ἕνα ποτήρι. Στό στρόγγυλο ἔγραψε τή λέξη «Θεός», στό παραλληλόγραμμο «Εὐ­αγγέλιο», στό ποτήρι «Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ». Ἐάν τώρα πάνω ἀπό τό στρόγ­γυλο βάλω ἕνα νόμισμα, δέν φαίνεται τό «Θεός». Ἐάν πάνω ἀπό κεῖ πού γράφει «Εὐαγγέλιο», βάλω ἕνα τραπουλόχαρτο, δέν φαίνεται τό «Εὐ­αγ­γέλιο». Καί ἄν πάνω ἀπό τό δισκοπότηρο βάλω τό ρακοπότηρο ἤ τό ναρ­κω­τικό, δέν φαίνεται τό «Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ».
Μέ ἁπλά λόγια, τά πάθη μας κρύβουν τόν Θεό καί τά δικά του καί δέν μᾶς ἀφήνουν νά πιστέψουμε. Ἐνῶ, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀπαλλάσσονται ἀπό τά πάθη, ζητοῦν τή σωτηρία τους, λαχταροῦν τόν Χριστό. Γι’ αὐτό ὁ πρώην δαιμονι­σμέ­νος, ἐνῶ ὅλοι στήν πε­ριοχή τῶν Γαδαρηνῶν παρακαλοῦσαν τόν Χριστό νά φύγει ἀπό τή χώρα τους, ἐκεῖνος τόν παρακαλεῖ νά μείνει κοντά του. Καί σήμερα καί πάν­τοτε σ’ ὅλο τόν κόσμο, ἕνα μικρό ποίμνιο -συνέχεια τοῦ ἀν­θρώπου ἐκείνου- μέ μεγάλη ἀγάπη, μέ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη θά γονατίζει παρακαλώντας τόν Ἰησοῦ Χρι­στό: «Μεῖνε, Χριστέ, κοντά μας».
Σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό ποίμνιο, σέ μένα, σέ σένα, σ’ ὅλους τούς συναμαρ­τω­λούς ἀδελφούς, ὁ Κύριος δίνει τήν παραγγελία πού ἔδωσε στόν πρώην δαι­μο­νισμένο: «Πήγαινε καί διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Μέ τή μετάνοιά μας, μέ τή μεταστροφή μας νά κηρύξουμε στό περιβάλλον μας ὅσα ἔκανε γιά μᾶς ὁ Ἰησοῦς, ὅτι μᾶς πῆρε ἀπό τό σκότος καί μᾶς ἔφερε στό φῶς, μᾶς ὁδήγησε στή χαρά, στήν ἀλήθεια. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μας θά εἶναι μέσα στόν κόσμο ἕνα δυνατό κήρυγμα μετανοίας καί ἐπιστροφῆς στόν Θεό. Ἀμήν.

Στέργιος Ν. Σάκκος
(Κυριακή 23/10/1977,
ἱ.ν. Ἁγ. Γεωργίου Νεαπόλεως)