Λειτουργικά κηρύγματα

Κυριακή 29 Ἰουλίου

(Θ´ Ματθαίου)

«Θαρσεῖτε! Μὴ φοβεῖσθε!» (Μθ 14,27)
 Τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀπό τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα σημεῖο τό ὁποῖο συν­δέεται μέ ἐκεῖνο τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισ­χιλίων, τό ὁποῖο ἀκούσαμε τήν περα­σμένη Κυριακή. Τόν χορτα­σμό τῶν πεν­τακισχιλίων καί τό περ­πά­τημα τοῦ Κυ­ρίου πάνω στήν τρικυμι­σμένη θάλασσα τά ἔχουν καί οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές, διότι τά σημεῖα αὐτά ἀποκαλύπτουν κά­τι πολύ μεγά­λο: Συνδέουν τήν Καινή μέ τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἀποδει­κνύ­ουν ὅτι ὁ Γιαχ­βέ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού μέ θαυμαστό τρόπο πέρασε τόν Ἰσραήλ ἀπό τήν ᾿Ερυθρά θάλασσα καί τόν ἔθρεψε στήν ἔρημο, εἶναι μπροστά τους. Καί ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς Χρι­στός, ὁ ὁποῖος χορταίνει μέ πέντε ψω­μιά καί δύο ψάρια πέντε χιλιάδες ἀν­θρώ­πους καί περπατάει πάνω στά κύ­μα­τα σάν νά εἶναι στή στεριά. Ἔ­τσι, ἄν οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἦταν φανατισμέ­νοι, θά ἀ­να­γνώριζαν στό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ θεαν­θρώπου Κυ­ρί­ου μας, τόν ἴδιο τόν Γιαχβέ.
 Ὁ Χριστός μετά ἀπό τόν χορτασμό «ἠνάγκασε» τούς μαθητάς νά μποῦν στό πλοῖο καί νά φύγουν. Γιατί τούς ἀ­νάγ­κα­σε; Διότι ὁ λαός ἐνθουσιάσθη­κε καί ἤθελαν νά τόν κάνουν βασιλιά. Ἀλλά ὁ Χρι­στός δέν εἶναι ψευτομεσ­σί­ας, εἶναι βασιλιάς πραγματικός, αἰώ­νι­ος καί ἡ βασιλεία του εἶναι πνευμα­τική. Γι᾿ αὐτό λοιπόν λέγει στούς μα­θη­τάς νά μποῦν στό πλοῖο καί νά φύ­γουν. ᾿Αλλά οἱ μαθη­τές ποῦ νά τόν ἀ­φήσουν καί νά φύγουν! Δέν θέ­λουν. Γι᾿ αὐτό τούς ἔδωσε διαταγή καί τούς ἀνάγκασε νά περάσουν ἀντίπερα πρός τήν Καπερνα­ούμ καί Ἐ­κεῖνος κρυφά ἀνέβηκε στό ὄρος. Ἔτσι ὁ ὄχλος διαλύθηκε.
 Ὁ Κύριος ἔμεινε μόνος στό ὄρος καί προσηύχετο. Συχνά προσεύχεται ὁ Ἰη­σοῦς· «ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσ­ευ­­χῇ», λέγει ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Τώ­­­ρα θά σκεφτεῖ κανείς: πῶς προσ­ευ­χόταν ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἶναι Θεός; Βέβαια εἶναι Θεός ἀλλά προσευχόταν ὡς ἄν­θρωπος. Ὅπως π.χ. ὁ πρύτανης τοῦ πα­νεπιστη­μίου πού εἶναι καί καθηγητής τοῦ Φυσικοῦ γράφει μία αἴτηση καί ζη­τάει ἕνα μήνα ἄδεια νά πάει στό ἐξωτερικό. Τή γράφει ὡς καθηγητής πανεπι­στημίου μέ τό ὄνο­μά του καί τή στέλνει στόν πρύ­τανη. Τήν παίρνει τώρα ὁ ἴδιος ὡς πρύ­τανης καί λέγει «ἐγκρίνεται». Δηλαδή ὁ Χριστός ὡς Θεός εἶναι ἕνα μέ τόν Πα­τέρα ἀλλά προσεύχεται στόν Πατέρα ὡς ἄνθρωπος.
 Καί ἐνῶ προσεύχεται, «τῇ τετάρ­τῃ φυλακῇ τῆς νυκτός», δηλαδή 3:00 μέ 6:00 τά ξημερώματα, διακόπτει τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν Πατέρα. Γιατί; Κά­τω στή λίμνη τῆς Τιβεριάδος, πού εἶναι τό­σο μεγάλη ὥστε ὀνομάζεται θάλασσα καί ἔχει φοβερές τρικυμίες, τό καράβι τῶν μαθητῶν κλονίζεται καί στό καράβι αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία του. Ναί, μέσα στό κα­ράβι εἶναι δυνάμει ὅλη ἡ Ἐκκλη­σία τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό διακόπτει τήν προσευ­χή του καί κατεβαίνει καί περπατάει πά­νω στά κύματα, γιά νά πλησιάσει ἔτσι τούς μαθητές του καί νά τούς διδάξει.
 Ἡ μπόρα φαίνεται ὅτι δέν ἦταν φυσιολογική, διότι οἱ μαθητές τρόμαξαν πολύ ἄν καί ἦταν ψαράδες, δηλαδή μαθημένοι σ’ αὐτά. Στή λίμνη αὐτή γεν­νή­θηκαν καί μεγάλωσαν. ῏Ηταν μιά τρικυ­­μία πού ὁ Θεός τήν ἐπέτρεψε, σεισμική, φοβερή. Καί κιν­δύ­νευαν νά καταποντιστοῦν, γι’ αὐτό ἦταν τρο­μαγμένοι.
 Ἀλλά στόν τρόμο αὐτό προστίθεται καί ἄλλος τρόμος. Ποιός; ῾Ο Χριστός περπατάει πάνω στά κύματα. Τήν ὑγρά θά­λασσα τήν κάνει στερεά, ἐπίπεδο, σταθερό ἔδαφος καί περπατάει. Ἀλλά οἱ μαθητές ἀπό μακριά μέσα στή νύχτα δέν καταλα­βαίνουν ὅτι εἶναι ὁ Δάσκαλος καί φωνάζουν: «Φάν­τασμα!». Σα­λεύ­θηκαν, τρόμαξαν. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶ­πε ἕνα λόγο πού μένει αἰ­ώνιος: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε».
 Εἶναι ἕνας λόγος πού ἀντηχεῖ καί σήμερα. Λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἀκού­σθη­κε ἐκείνη τήν ὥρα στή θάλασσα, στό καράβι, ἀλλά ἀκούγεται καί σ᾿ ὅλη τήν Ἐκ­κλησία τοῦ Χριστοῦ. Τόν ἄκουσε ὁ Χρυσόστομος στήν ἐξορία, στίς μπό­ρες καί στίς θλίψεις καί στούς διω­γμούς καί πῆρε κουράγιο. Τόν ἄκουσαν οἱ μάρτυρες καί ὅλοι «οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης» καί στάθηκαν ὄρ­θιοι, δέν λύ­­γισαν, δέν ἔγιναν λιποτά­κτες. Εἶναι λόγος ἐνθαρρυντικός, πού ὄχι μόνο ἐν­θαρρύνει ἀλλά ἔχει καί τό ἀντίκρυσμα τῆς ἐνθαρρύνσεως.
 Μακάρι νά τόν ἀκούσω ἐγώ, νά τόν ἀκούσετε κι ἐσεῖς, συναμαρτωλοί ἀδελφοί μου. Εἶναι αὐτό πού μᾶς ταιριάζει, διότι μέσα στή ζωή μας ἔχουμε θλίψεις, ἀρ­ρώ­στιες, συκοφαντίες, χτυπήματα, ἀποτυχίες, θανάτους προσφιλῶν, ποικίλες δυσκολίες. Ποιός ναυτικός ταξίδευ­σε σέ θάλασσες καί δέν ἀντιμετώπισε ποτέ τρικυμία; Ποιός ἄνθρωπος ταξιδεύοντας σ᾿ αὐτή τή ζωή δέν περνάει ἀπό μπόρες, φουρ­τοῦ­νες καί τρικυ­μίες; Κι ἄν ἀκό­μη εἶναι πλού­σιος, καί ἄν εἶ­ναι φτω­χός καί ἄν εἶναι ἐπι­στή­­μων καί ἄν εἶ­ναι ἀγράμ­μα­τος... ῞Ολοι οἱ ἄν­­θρωποι περ­νοῦ­με τέ­τοιες θύ­ελ­λες. Ποιός λοιπόν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει; ῞Ενας καί μόνο, ὁ αἰώνιος Κύριος πού περπατάει στή θάλασσα τῆς ζωῆς μας καί φωνάζει: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖ­σθε».
 Θά ἤθελα αὐτό τόν λόγο νά τόν ἀ­κούσει ὁ καθένας μέ τό ὄνομά του. Νά σκεφθοῦμε ὅλες τίς θύελλες καί τίς μπόρες τῆς ζωῆς μας καί νά ἀκούσουμε νά λέγει ὁ Κύριος: «Θάρρος, παιδί μου Στέργιο, μή φοβᾶσαι, εἶμαι μαζί σου. ῞Ολα θά περά­σουν. Μαζί σου ἐγώ! Κανείς μή σέ τρομάζει!». Νικάει τούς νό­μους τῆς φύσεως ὁ Κύριος, ὅλες τίς μπόρες τῆς ζωῆς.
«Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν παντο­­δύναμο Κύριό μας. Μᾶς ἀγαπάει, μᾶς φροντίζει. Φροντίζει γιά μᾶς, φροντίζει καί γιά τήν Ἐκκλησία του. Αὐτές τίς μέ­ρες πού ζοῦμε, θύελλες σαλεύουν τήν Ἐκκλησία. Πι­κραινόμαστε. Σκανδαλί­ζον­ται πολλοί. «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Δέν πρό­κειται ἡ Ἐκ­κλησία νά καταποντισθεῖ. ῾Ο Κύριος εἶναι κυ­ρί­αρχος τοῦ παντός καί εἶναι ὁ νοικοκύ­ρης τῆς Ἐκκλησίας. Δέν τήν ἀφήνει, ὅπως δέν ἀφήνει καί τό κάθε παιδί του!

Στέργιος Ν. Σάκκος
(Κυριακή 21-8-2005, Φίλυρο)