Ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Κυριακῆς

Κυριακή 5/11
«...ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετα­νοήσουσιν» (Λκ 16,30).
῾Ο Κύριός μας ἦλθε ἀπό τόν ἄλλο κόσμο στή ζωή μας, ἀλ­λά δέν τόν δε­χθήκαμε. «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέ­λαβον», δέν τόν δέχθηκαν. Καί ὄχι μόνο ἦλθε καί ἐνανθρώπησε ἀνάμεσά μας, ἀλ­λά καί ἀναστήθηκε ἀπό τούς νε­κρούς ὁ Κύριός μας.  Ἀλλά καί πάλι δέν πίστε­ψαν ὅ­λοι. Συνεπῶς, καί ἄν ἀκόμη κάποιος ἀπό τούς νε­κρούς ἀνα­στηθεῖ καί ἔρθει στόν κόσμο, ὅπως ζητάει ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, πάλι δέν θά τόν πιστέψουν. Ὁ Κύριος πέθανε καί τά­φηκε, ἀνα­στή­θηκε καί βεβαίωσε μέ τίς ἐμφανίσεις του τήν ἀνάσταση καί ἐξακο­λουθεῖ νά ἐμφανίζεται. ῞Οπως 40 μέρες ἐμφανι­ζόταν ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, ἐξακολουθεῖ ἔτσι νά ἐμφανίζεται στούς αἰῶνες. Καί ἡ ἑτέρα μορφή εἶναι ἡ Ἐκκλησία πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Μέ τήν Ἐκκλησία του συνεχίζει τό ἔργο του καί μᾶς φέρνει φῶς ἀπό τόν ἄλλο κόσμο• καί ὄχι μόνο μᾶς φωτίζει μέ τή διδασκαλία του, ἀλλά μέ τήν ἀνάστασή του μᾶς δίδει καί ἕνα ἰσχυρό τεκμήριο, ἕνα ἐπιχείρημα ἀναντίρρητο, γιά τή δική μας ἀνάσταση.

Κυριακή 12/11
«Ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. Ὁμοίως δὲ καὶ λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε» (Λκ 10,31-32).
Ὁ ἱερεύς καί ὁ λευΐτης κατέβαιναν ἀπό τά Ἰερο­σό­λυμα. Ἦταν στόν ναό, ἔκαναν τήν ἐφημερία τους, ἄναψαν τά λυχνάρια, ἔκαναν τίς εὐχές, τίς θυσίες, ὅλα στήν ἐν­τέλεια καί ἔδειξαν ἔτσι τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλη­σίον καί χαί­ρονταν ὅτι πορεύονται γιά τήν αἰώνια ζωή, εἶχαν αὐτό τό καύχημα. Τόν πο­νεμένο, τόν ἑτοιμοθάνατο ὅμως τόν εἶδαν καί ἔφυγαν. Ἀπεδείχθη λοιπόν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶχαν ψεύτικη ἀγάπη, διότι δέν ἔδειξαν εὐσπλαγ­χνία στόν ἑτοιμοθάνατο. Ἡ ψεύ­τικη ἀγάπη ὅμως δείχνει καί ψεύ­τικη πίστη. Ἐάν τώρα αὐτοί οἱ ἴδιοι ἐξομολο­γοῦν­­ταν, θά ἔλεγαν ἴσως ἄλλα ἁμαρτήματα ἀλλά δέν θά ἔλεγαν ποτέ ὡς ἁμάρτημα αὐ­τό πού ἔκαναν. Γιατί; Δέν ἔκαναν κανένα κακό, ἁπλῶς τόν εἶδαν καί ἔφυγαν. Κι ὅμως ὅποιος δέν πράττει τό ἀγαθό διαπράτ­τει ἔγ­κλημα. Γι’ αὐτό τό παράγγελμα τοῦ Κυρίου εἶναι: «ἔκκλινον ἀπὸ κα­κοῦ καὶ ποίησον τὸ ἀγαθόν». Ἄν ἕνας ξεκλίνει ἀπό τό κακό καί δέν κάνει τό ἀγαθό, εἶναι κακός. Ὅπως ἐπίσης ἄν κάνει τό κακό, κάνει καί τό καλό μαζί, νοθεύεται τό καλό. Χρειάζεται νά ἔχει κανείς καί τήν πίστη ὀρθόδοξη ἀλλά καί τήν ἀγάπη ἀληθινή. Τό λέει καί ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος• «πίστις ἄνευ ἔργων νεκρά ἐστι» (2,17).

Κυριακή 19/11
«ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαι­τοῦσιν ἀπὸ σοῦ» (Λκ 12,20).  
Τίποτε τοῦ θανάτου βεβαιότερον καί τίποτε τοῦ θανάτου ἀδηλότερον. Ποιός ἦλθε στόν κό­σμο καί δέν πέθανε; Καί τί ἀπό ὅσα ἔχουμε παίρνουμε μαζί μας; Τίποτε. Καί ὅταν πέρα ἀπό τόν θάνατο ὑπάρχει μιά αἰώνια χώρα πού πε­ριμένει νά στεί­λουμε τό συνάλλαγμα, δέν εἶναι τρελοί ὅλοι ὅ­σοι συσσωρεύουν καί κα­τα­κρα­τοῦν τόν πλοῦτο; Ναί, ἀδελφοί μου, εἶναι τρελοί. Ἀλλά ὑπάρχουν καί πλούσιοι πού εἶναι ἔξυπνοι. Ποιοί εἶναι; Αὐτοί πού σκέφθηκαν νά στείλουν συν­άλλαγμα στήν ἄλλη χώρα. Πῶς; Τό χρυσάφι, τό ψωμί, τά κινητά καί τά ἀκίνητα δέν περνοῦν ἀπό τά σύνορα τοῦ θα­νάτου. Μόνο ἕνα συνάλλαγμα περνά­ει, τά ἀγαθά μας ἔργα καί οἱ ἐλεημοσύνες μας. Τό λέγει ὁ Κύριός μας· «ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκη­νάς» (Λκ 16,9). Πάρτε τόν μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, τό χρῆμα, καί κάντε το συνάλλαγμα σκορπώντας το στούς φτωχούς. Καί τότε, ὅταν θά φύγετε ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί πᾶτε στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, θά ἔχετε ἐκεῖ τό συνάλλαγμα πού ἐδῶ φτιάξατε.

Κυριακή 26/11
«ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα» (Λκ 18,23).
Συνηθίσαμε στήν καλοπέραση, στόν ἐγωισμό καί στή σπατάλη. Συνδεθήκαμε πο­λύ μέ τά φθαρτά καί μέ τά γήινα. Ἔγινε ἡ παροῦσα ζωή πολύ ἑλκυστική. Ἕνας λόγος πού κάθε κρίση καί κάθε δυστυχία στή ζωή αὐτή θά εἶναι ὅλο καί πιό τρομερή εἶναι διότι δέν συνδέουμε τή ζωή μας μέ τήν αἰωνιότητα. Ἡ φθαρτότητα, τό ἐπίγειο, τό προσωρινό κατόρθωσαν νά καμουφλάρονται, νά γυαλίζουν, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά μή βλέπει πέρα ἀπό τά πρόσκαιρα καί τά ἐπίγεια ἀγαθά, νά μήν πιστεύει τό αἰώνιο. Ἐνῶ εἶναι γεγονός ὅτι εἴτε πιστεύει εἴτε δέν πιστεύει, εἴτε τό θέλει εἴτε δέν τό θέλει εἶναι πλασμένος γιά τήν αἰωνιότητα.

Στέργιος Ν. Σάκκος
(ἀπό λειτουργικά κηρύγματα)