Λειτουργικά κηρύγματα

Κυριακή 21 Ἰανουαρίου (ΙΕ´ ΛΟΥΚΑ)
Ὁ ζωντανός Θεός ὁ σωτήρας μας
 Σήμερα ἀκούσαμε τήν ἱστορία τοῦ Ζακχαίου, ἀπό τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο (19,1-10), καί μιά περικοπή ἀπό τήν Α´  Πρός Τιμόθεον Ἐπιστολή (4,9-15). Ὅσα γρά­φει στήν ἐπιστολή αὐτή ὁ ἀπό­στολος Παῦλος δέν τά ἀπευθύνει μόνο στόν Τιμόθεο, ἀλλά καί σέ ὅ­λους τούς πι­στούς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας, ὅλων τῶν αἰ­ώνων. Καί ἐπειδή τά λόγια πού θά μελε­τή­σουμε αὐτή τήν ὥρα εἶναι πολύ ἀ­ναγκαῖα γιά τήν πνευματική μας διατροφή καί γιά τήν προκοπή μας, παρακαλῶ τό Πνεῦμα τό ἅγιο νά φω­τίσει ὅλους ἐμᾶς πού μαθητεύουμε στό σχολεῖο τοῦ Χρι­στοῦ, ὥστε νά μποῦν στή σκέψη μας καί στήν καρ­διά μας.
 Γράφει, λοιπόν, ὁ ἀπόστολος• «εἰς τοῦτο γὰρ καὶ κοπιῶμεν καὶ ὀνει­δι­ζό­με­θα, ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλι­στα πιστῶν». Δηλαδή δέν ἐλπίζουμε, δέν πιστεύουμε σέ ψεύ­τικους θεούς, σέ φαν­τάσματα, σέ ξόανα καί εἴδωλα. Ὁ Θεός πού πι­στεύουμε εἶναι ζωντα­νός. Εἶναι ὁ Θεός πού δημιούργησε τά σύμπαν­τα, κυβερνάει τόν κόσμο. Τήν ὕπαρ­ξη καί τήν παρουσία του βε­βαιώνει ἡ ἁρμονία καί ἡ τάξη, ἡ σκο­πιμότητα καί ἡ ἀ­κρί­βεια, ὅλο τό με­γαλεῖο πού ἔχει τό σύμπαν. Ἀλλά καί τό τίκ τάκ τῆς καρδιᾶς μας συνε­χῶς μᾶς ὑπεν­θυμίζει αὐτή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ.
 Ὁ Θεός ὅμως πού εἶναι ζωντανός δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ Θεός τοῦ σύμ­παν­τος, εἶναι ὁ Θεός πού ἔγινε ἄν­θρω­πος καί ἔγραψε ἱστορία καί συνέ­δεσε τήν ἱστορία του μέ τή δική μας, γιά νά συνδέσουμε κι ἐμεῖς τήν ἱ­στο­ρία μας μέ τή δική του. Μπῆκε στόν χρόνο, στήν τροχιά τῆς ἀνθρω­πίνης ἕλξεως, γιά νά ἀποσπασθοῦμε ἐμεῖς ἀπό τήν ἕλξη αὐτή καί νά μποῦμε στήν ἕλξη τοῦ αἰωνίου καί νά βρεθοῦμε στήν ἀγκαλιά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁ­ποία συνέχει ἡ­μᾶς, ὅπως λέγει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Β´ Κο 5,14). Εἶναι ὁ Θε­ός ὁ ὁποῖος πέ­θανε καί ἀναστήθηκε. Γι’ αὐτό καί εἶναι ζων­τα­νός, ὅπως τό λέγει στήν Ἀ­πο­κά­λυψη ὅτι «ἐγενό­μην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (1,18). Εἶ­ναι ζωντανός!
 Σ’ αὐτόν, λοιπόν, τόν Θεό πιστεύει ὄχι μόνο ὁ Παῦλος καί ὁ Τιμόθεος ἀλ­λά ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί γι’ αὐτό εἴμαστε ἕτοιμοι καί πρό­θυ­μοι ὅ,τι προστάζει ὁ ζωντανός Κύ­ρι­ός μας νά τό ἐκτε­λέ­σου­με, κι ἄν ἀκόμη ἀπαι­τεῖ ἡ ζωή μας νά περάσει ἀπό κόπους, ἀπό βάσανα καί μαρ­τύ­ρια. «Εἰς τοῦτο γὰρ καὶ κοπιῶμεν καὶ ὀνειδιζόμεθα», δηλαδή ἐξευτελιζό­μαστε. Γιατί; «Ὅτι ἠλπί­κα­μεν ἐπὶ Θε­ῷ ζῶντι».
 Ὁ Θεός μας ὁ ζωντανός «ἐστι σω­τὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πι­στῶν». Αὐτό εἶναι δύσκολο νά τό κα­ταλάβουμε. Ἀφοῦ ὁ Θεός μας ὁ ζων­τανός, στόν ὁποῖο ἐλπίζουμε, εἶ­ναι σω­τήρας ὅλων, πῶς εἶναι δυνα­τόν νά εἶναι ἰδιαίτερα τῶν πιστῶν; Ἐ­δῶ βρί­σκεται τό μεγαλύτερο μυ­στι­κό τῆς ζωῆς μας ἀλ­λά καί τό μεγαλύ­τερο πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θε­ός πράγματι εἶναι σωτήρας ὅλου τοῦ κό­σμου, ὅπως μᾶς τό ἀποκαλύ­πτει ἡ ἁ­γία Γραφή• «θέλει πάντας ἀν­θρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνω­σιν ἀλη­θείας ἐλ­θεῖν» (Α´ Τι 2,4), «μὴ θελήσει θελήσω τὸν θά­να­τον τοῦ ἀνόμου ὡς τὸ ἀποστρέψαι αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτὸν» (Ἰζ 18,23), βε­βαι­ώνει. Ἀλ­λά ἐνῶ εἶναι σωτήρας ὅ­λων τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν σώ­ζονται ὅ­λοι οἱ ἄνθρωποι. Ποιοί σώζονται; Μό­νον ἐ­κεῖνοι πού πι­στεύ­ουν. Μεγά­λος λόγος αὐτός!
 Ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος• καί ὅμως, ἄν ὁ ἄν­θρωπος δέν θέλει νά σωθεῖ, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά τόν σώ­σει. Μᾶς ἔπλασε ἐλεύθερους καί δέν ἀφαιρεῖ τήν ἐ­λευθερία μας. Κά­νει τό πᾶν γιά τή σωτηρία μας, ἀλ­λά ποτέ μά ποτέ δέν μᾶς σώζει διά τῆς βίας. Διό­τι ἄν σω­θοῦ­με διά τῆς βίας, τότε παύουμε νά εἴμαστε ἄνθρωποι. Θά εἴμαστε σάν τά λευκά περιστέρια καί τά ἀθῶα προ­βατάκια, ἁγιογρα­φί­ες καί ὄχι ἅγιοι. Θέλει, λοιπόν, ὁ Θε­ός νά συνεργαστοῦμε μαζί του γιά νά σω­θοῦμε. Ἔτσι στρώνει τό τρα­πέ­ζι του καί καλεῖ τούς πει­να­σμέ­νους νά φᾶ­νε. Ἀνοίγει τήν πηγή καί καλεῖ τούς δι­ψα­σμέ­νους νά ξεδιψά­σουν. Προσ­φέρει τά φάρμακα σ’  ὅ­λους τούς ἀρ­ρώ­στους γιά νά για­τρευ­τοῦν, ἀλλά γιατρεύονται ὅσοι χρησιμοποιοῦν τά φάρμα­κά του. Ξε­διψοῦν ὅσοι πίνουν ἀπό τήν πηγή του. Χορταίνουν ὅσοι τρέφον­ται μέ τόν λόγο πού δίδει καί μέ τό Σῶμα του καί μέ τό Αἷμα του. Οἱ ἄλλοι μέ­νουν ἐκτός τῆς σω­τη­ρίας δυστυ­χεῖς καί ταλαίπωροι, ἐπειδή δέν θέλουν νά σωθοῦν.
 Καί ποιοί εἶναι αὐτοί; Εἶναι ὅσοι δέν θέλουν νά μετανοήσουν. Ἄν θέ­λει νά μετανοήσει, ὁ ὁποιοσδήποτε μπορεῖ νά σωθεῖ. Παράδειγμα ὁ ἄν­θρωπος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ὁ Ζακχαῖος. Δέν εἶ­ναι ἁπλῶς τελώνης, ἀλλά ἀρχιτε­λώ­νης, πού σημαίνει ἀρχιλήσταρχος, ἀρχιεκ­μεταλλευτής. Ὅμως, καί γι’ αὐτόν ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο. Καί πρα­γματικά, ὁ Ζακχαῖος συνάν­τησε τόν Ἰη­σοῦ, μετανόησε καί σώ­θηκε. Τό βε­βαίωσε ὁ Κύριος· «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένε­το».
Αὐτό εἶναι τό σημερινό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἀπευθύ­νε­ται σέ μᾶς, σέ ὅλα τά τέκνα της, ἀλλά καί σέ ὅλο τόν κόσμο: Ὁ Θεός ὑπάρ­χει, εἶναι ζωντανός. Ἄν ἔχει ὁ ἄν­θρωπος τά μάτια του ἀνοιχτά τόν βλέπει, τά αὐτιά του ὑγιῆ τόν ἀκού­ει, τήν καρδιά του εὐαίσθητη τόν αἰ­σθάνεται. Σ’ αὐ­τόν τόν Θεό πι­στεύ­ουμε, σ’ αὐτόν τόν Θεό ἐλπίζουμε, αὐτόν τόν Θεό ἀγα­ποῦμε. Κι αὐτός ὁ Θεός εἶναι ὁ σω­τήρας μας. Θέλει νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, φθάνει νά θέλουν καί ἐ­κεῖ­νοι. Καί θέλω νά σωθῶ, ὅταν μετανοῶ.

 

Στέργιος Ν. Σάκκος
(Κυ 24-1-93, Δράμα)