Ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Κυριακῆς

Κυριακή 2/4, Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας
«ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε» (Μρ 10,38).
 Πολύ σύντομη φράση. Ἔχει τέσσερις λέξεις κι ὅμως ἔχει πάρα πολλά νά πεῖ ὄχι μόνο στούς δυό μαθητές, ἀλλά καί σέ ὅλους τούς ἀκροατές καί σέ ὅλους τούς χριστιανούς. Πολλές φορές κλονιζόμαστε, διότι ὁ Θεός δέν ἀκούει τίς προσευχές μας καί δέν ἐκπληρώνει τά αἰτήματά μας. Σκεφθή­καμε ποτέ ὅτι καλά κάνει ὁ Θεός καί δέν μᾶς ἀκούει; Διότι αὐτά πού ζητοῦμε δέν μᾶς συμφέρουν, δέν εἶναι γιά τό καλό μας, δέν εἶναι γιά τή σωτηρία μας. Ἀκόμη καί τήν ὑγεία, πού εἶναι τό μεγαλύτερο ἀπό τά ἀγαθά καί φυσικά τή ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό, μπορεῖ ὁ Θεός νά μή μᾶς τή δίνει. Ὑπάρχουν περιπτώσεις πού ἡ ὑγεία βλάπτει, ἐνῶ ἡ ἀρρώστια ὁδηγεῖ στή σωτηρία. Γι᾽ αὐτό νά ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά νά προσ­θέτουμε: «γενηθήτω τὸ θέλημά σου, Κύριε».

Κυριακή 9/4, τῶν Βαΐων
«ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαί­ων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν» (Ἰω 12,10-11).
 Ὁ Λάζαρος καί μόνο μέ τό νά ζῆ ἦταν κήρυκας τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ. Θά ἦταν ἀνώφελο γιά τούς ἀρχιερεῖς νά φο­νεύσουν τόν Ἰησοῦ καί ν᾽ ἀφήσουν τόν Λά­ζαρο. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι ἀπό κεῖνα τά σημεῖα πού περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα τ᾽ ἄλλα προκάλεσαν τήν ἐντύπωση καί τόν θαυμασμό. Γι᾽ αὐτό ἀποφάσισαν νά φονεύ­σουν τόν Λάζαρο, νά τόν ἐπανα­φέ­ρουν στόν τάφο, γιά νά «ἐξαφανιστεῖ», νά ξεχα­στεῖ ἡ ἀνάσταση πού ἔγινε. Μ᾽ αὐτή τους τήν ἀπόφαση ἔδειξαν ὅτι αὐτό πού τούς ἐνοχλεῖ πλέον εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ Γιαχβέ. Γιατί ποιός ἄλλος ἀνέστησε τόν Λάζαρο ἀ­πό τούς νεκρούς; Θεομάχοι πιά ἀποδεί­χτη­καν καί χριστοκτόνοι θά γίνουν ἀργότερα.

Κυριακή 16/4, Πάσχα
«εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον» (Ἰω 1,11).
 Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ καί οἱ συμπατριῶτες του δέν τόν δέχθηκαν. Δέν τόν δέχθηκαν ὅσοι δέν τόν πίστεψαν. Καί τί συνέβη μ᾽ αὐ­τούς; Ἔπαθαν ὅ,τι παθαίνει ἕνας πού πνίγεται καί πᾶς νά τόν σώσεις καί δέν θέλει, ἕνας πού καίγεται καί πᾶς νά τόν βγάλεις ἀπό τίς φωτιές καί δέν τό θέλει, ἕνας πού εἶναι ἄρρωστος καί τοῦ δίνεις τό φάρμακο τῆς γιατρειᾶς καί δέν τό δέχεται, ἐκεῖνος πού εἶναι σκλάβος καί πᾶς νά τόν ἐλευθερώσεις καί δέν τό δέχεται. Αὐτό παθαίνουν ὅσοι δέν πιστεύουν. Δέν δέχονται τό φῶς καί μένουν στό σκοτάδι, δέν δέχονται τή ζωή καί μένουν στόν θάνατο, δέν δέχονται τήν ἀλήθεια, τήν εἰρήνη, τή χαρά καί μένουν στόν πόνο, στό ψέμα, στήν ἀνασφάλεια. Νά γιατί τήν κόλαση δέν τήν κάνει ὁ Θεός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἄρνησή του νά δεχτεῖ τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ.

Κυριακή 23/4, τοῦ Θωμᾶ
«ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω 20,31).
 Ποιός δέν θέλει νά ἔχει ζωή; Ὅλοι λαχταροῦμε γιά τή ζωή καί κάνουμε τό πᾶν γιά νά ἐξασφαλίσουμε καί νά παρατείνουμε τή ζωή μας. Ἀλλά ἡ τέλεια ζωή εἶναι ἡ ζωή «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ». Κατά βάθος ὁ ἄνθρωπος διψάει καί λαχταράει αὐτή τή ζωή, τήν αἰώνια ζωή. Ὀνομάζεται αἰώνια ὄχι μόνο διότι ποσοτικά εἶναι ἀτέλειωτη ἀλλά καί διότι ποιοτικά εἶναι τέλεια. Ποσοτικά ἐπεκτείνεται εἰς αἰῶνας αἰώνων καί ποιοτικά εἶναι ἡ ὑψηλότερη, ἡ γλυκύτερη, ἡ ποθεινότερη, τό τέλειον εἶδος, ἡ τελεία μορφή ζωῆς, πού λαχταράει ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.

Κυριακή 30/4, τῶν Μυροφόρων
«ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀ­λείψωσιν αὐτόν» (Μρ 16,1).
 Ξεκίνησαν οἱ μαθήτριες τοῦ Κυρίου μέ μύρα ἀκριβά νά μυρώσουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά δέν τό κατόρθωσαν γιατί βρῆκαν τόν τάφο κενό, τόν Χριστό ἀναστημένο. Ἔδειξαν ὅμως μέ τήν κίνηση αὐτή τήν ἀγάπη τους, τήν ἀφοσίωσή τους, γι᾽ αὐτό ὁ Κύριος ἀνέθεσε σ᾽ αὐτές μιά μεγάλη ἀποστολή: Νά γίνουν ἀπόστολοι τῶν ἀποστόλων του, νά γίνουν κήρυ­κες τῶν κηρύκων, ὅπως ψάλλουν τά τροπάρια, καί εὐαγγελίστριες τῶν εὐαγγελιστῶν του. Ἔ­φεραν στούς μαθητές τό μεγαλύτερο μήνυμα πού ἀκούσθηκε ποτέ στόν κόσμο καί λέγεται εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν! Καί τούς παρήγγειλαν νά πᾶνε στή Γαλιλαία νά τόν περιμένουν, γιά νά ἐμφανισθεῖ καί σ᾽ αὐ­τούς.

Στέργιος Ν. Σάκκος

(ἀπό λειτουργικά κηρύγματα)