Ἀθάνατα ἑλλληνικά κυπριακά νιάτα

cypriaka niata Θαλερές κι ἀμάραντες οἱ δάφνες πού στεφανώνουν, 60 χρόνια τώρα, τό μνημειῶδες κυπριακό ἔπος  1955-59.  Ὁ Ἕλληνας ἔγραψε καί στό παρελθόν λαμπρές ἐποποιίες. Τοῦτο ὅμως τό μεγαλούργημα ἔχει κάτι τό ἰδιαίτερο. Εἶναι ἀποκλειστικό ἐπίτευγμα τῆς κυπριακῆς νεολαίας.  
«Μιά χώρα ἀξίζει ὅ,τι ἀξίζει ἡ νεολαία της», διασαλπίζει ὁ ἀρχηγός τῆς ΕΟΚΑ «Διγενής». Καί τό βασανισμένο τοῦτο νησί μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά τά «ἄγουρα» νιάτα του. Μικρά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ, ἔφηβοι τῶν γυμνασιακῶν τάξεων, ἐργατόπαιδα κι ἀγροτόπαιδα, σάν ἄλλοι ἱερολοχίτες, μεθοῦν ἀπό ἐνθουσιασμό καί ρίχνονται στόν ἀγώνα γιά τήν ἀποτίναξη τοῦ ἀγγλικοῦ ζυγοῦ. Μαθητές καί μαθήτριες ἀφήνουν τίς ἀθῶες χαρές τους, τά ὄμορφα παιχνίδια τους, τίς πορεῖες κι ἐκδρομές τους, τήν καλοπέραση κι ἀνεμελιά τους καί κατατάσσονται στήν Ἄλκιμη Νεολαία τῆς ΕΟΚΑ (Α.Ν.Ε.).    
Οἱ ἀποικιοκράτες δέν πιστεύουν στά μάτια τους. Τόσα χρόνια δέν ἐφάρμοζαν τό σχέδιο τοῦ Διευθυντῆ τῆς Παιδείας Πάλμερ, γιά νά ἀποχρωματίσουν τούς σκλάβους; Τόν ἀγγλικό ὕμνο δέν τούς δίδασκαν; Ἀπό τήν ἱστορία τους, τό ἔνδοξο παρελθόν τους δέν προσπαθοῦσαν συστηματικά νά τούς ἀποκόψουν; Τίς ἑλληνικές σημαῖες δέν τούς εἶχαν ἀπαγορεύσει; Κι ὅμως στόν ἐθνικό τοῦτο συναγερμό τῆς 1ης Ἀπριλίου 1955 τί θωροῦν; Μαθητικά νιάτα, πού δέν ναρκώθηκαν ἀπό τό βόλευμα, ἀσυμβίβαστα μέ τήν ἀνθελληνική πολιτική τοῦ δυνάστη, νά ὀργανώνουν διαδηλώσεις σέ πόλεις καί σέ χωριά, νά ξεχύνονται στίς πλατεῖες, στούς δρόμους, μέ καθάριο σπινθηροβόλο βλέμμα νά ἀνεμίζουν τίς γαλανόλευκες σημαῖες καί μέ καμάρι νά ψέλνουν γλυκόλαλα τόν ἑλληνικό ἐθνικό ὕμνο, φωνάζοντας μ’ ὅλη τή φλόγα τῆς καρδιᾶς τους τά δίκαια χρόνια αἰτήματά τους, Λευτεριά καί Ἕνωση:

«Δῶστε μας πκιόν στήν Μάνναν μας
τζ’ ἄν ἔνι τζιαί γραμμένον
νά τρῶμεν τό ψουμίν ξερόν
ἄς ἔν τζιαί κλιθθαρένον».

Κι αὐτά τά τρυφερά βλαστάρια, πού μέ τ’ ἁπαλό χάδι καί τό γλυκό φιλί τῆς μάνας μεγάλωναν, δοκιμάζουν πρόωρα τή βαρβαρότητα τοῦ κατακτητῆ. Μέ ἀσπίδες, κράνη, γκλόμπς, δακρυγόνες βόμβες ὁρμᾶ ὁ Ἄγγλος νά χτυπήσει τά παιδιά τοῦ Παγκυπρίου Γυμνασίου τῆς Λευκωσίας. Ἐρεθίζεται ἀπό τή μαχητικότητά τους. Καί στό λιοντάρι πού βρυχᾶται τολμοῦν ν’ ἀντισταθοῦν τά μαθητούδια μέ πέτρες, χαλίκια, κεραμίδια καί μ’ ὅ,τι ἄλλο ἔβρισκαν μπροστά τους. Ποῦ ἔμαθαν αὐτά τ’ ἀγύμναστα, ἀμούστακα παλληκαράκια νά ἔχουν τέτοια ἑτοιμότητα καί μαστοριά, ὥστε τίς δακρυγόνες βόμβες πού τούς πετοῦσαν νά τίς στέλνουν, πρίν ἐκραγοῦν, ἀμέσως πίσω, προξενώντας καταστροφές στίς ἐχθρικές δυνάμεις;    
Ἀνελέητες σκηνές ξετυλίγονται. Σέ μιά μαθητική διαδήλωση στή Λευκωσία ἕνας Βρετανός τραβᾶ μιά μαθήτρια ἀπό τά μαλλιά. Ἐνῶ τήν κακοποιεῖ ἀλύπητα μέ τόν ὑποκόπανο τοῦ ὅπλου του, αὐτή γενναῖα ὑψώνει τή φωνή της: «Εἶσαι δειλός. Ἄν εἶσαι ἄντρας, πέταξε τό ὅπλο, βγάλε τό κράνος, ἄφησε τήν ἀσπίδα κι ἔλα νά παλαίψουμε μέ τά χέρια!».
Σέ μιά διαδήλωση διαμαρτυρίας τῶν μαθητῶν τῆς Λάρnακας οἱ «πολιτισμένοι» Ἄγγλοι τούς ἀπαντοῦν μέ δακρυγόνες βόμβες. Μερικά παιδιά χτυποῦν τίς καμπάνες τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, ἄλλα πετοῦν πέτρες κι ἄλλα τρέχουν νά σωθοῦν. Ἕνας στρατιώτης πυροβολεῖ πρός τό μέρος τους. Ἐκεῖνοι σκορπίζουν. Μονάχα ὁ ἑπτάχρονος Δημητράκης Δημητριάδης, ὁ ἀνθοπώλης-μαθητής, μένει νά τούς πολεμήσει. Φτωχό παιδάκι ὁ Δημητράκης μπῆκε ἀπό νωρίς στή βιοπάλη. Σάν τέλειωνε τό σχολεῖο, πουλοῦσε καθημερινά λουλούδια. Μά σήμερα τά παράτησε ὅλα. Ποθεῖ νά κάνει κι αὐτός κάτι γιά τήν πολύπαθη πατρίδα του. Μέ τό τρυφερό χεράκι του σηκώνει πέτρες καί τίς ἐκσφενδονίζει στούς ὁπλισμένους Ἄγγλους, κραυγάζοντας: «Ἕνωση! Ἕνωση!». Ἕνας κρότος ἠχεῖ κι ἡ σφαίρα τόν ρίχνει κάτω θανάσιμα. Τό ἄψυχο κορμάκι του κολυμπᾶ μές στό αἷμα. Πένθιμα χτυπᾶ ἡ καμπάνα τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, διασαλπίζοντας τή θυσία τοῦ μικρότερου ἥρωα τῆς κυπριακῆς ἐποποιίας. Ἀπαρηγόρητη ἡ γιαγιά του στολίζει τό φέρετρο τοῦ ἐγγονοῦ της μέ τά λουλούδια, πού ἔμειναν ἀπούλητα ἐκείνη τή μέρα.
Ἀθάνατα, ἔνδοξα μαθητικά νιάτα τῆς μαρτυρικῆς Κύπρου μας! Ἐσεῖς ἀψηφήσατε κινδύνους, γιά νά μεταφέρετε τήν ἀλληλογραφία τῆς Ὀργάνωσης. Ἐσεῖς ἤ¬σασταν ὁ συνδετικός κρίκος μέ τούς πολεμιστές τῆς πόλεως καί τοῦ βουνοῦ. Ἐσεῖς τίς νύχτες κουβαλούσατε τροφές γιά τούς ἀντάρτες, ἐνῶ τήν ἄλλη μέρα ξεκινούσατε γιά τό σχολειό σας, δίχως νά κινεῖτε τήν ὑποψία τοῦ δυνάστη ἀλλ’ οὔτε καί τῶν γο¬νιῶν σας. Ἐσεῖς παρακολουθούσατε τίς κινήσεις τοῦ ἀντιπάλου καί μέ ταχύτητα εἰδοποιούσατε τούς συμπατριῶτες σας. Οἱ τσάντες σας ἦταν γεμάτες ἀπό προκηρύξεις τῆς ΕΟΚΑ καί πυρομαχικά γιά τόν ἐφοδιασμό τῶν παλληκαριῶν.
Πῶς νά ἐγκωμιάσει κανείς τ’ ἀνδραγαθήματά σας; Ἕνας καθηγητής σας ἔπλεξε τοῦτο τόν ὕμνο πρός τιμήν σας:    
        
«Τί νά σᾶς πῶ γιά Θερμοπύλες,
Μαραθῶνες,
ὅταν τή μάχη δίνετε μέ πέτρες
στήν αὐλή μας;...

Τί νά σᾶς μάθω ἡρωικούς
ἑξάμετρους τοῦ Ὁμήρου,
ὅταν μετρᾶτε λίγα δευτερόλεπτα
κι ὕστερα ρίχνετε τή χειροβομβίδα;...

Τί νά ζητῶ καλλιγραφίες
ἀπό τά χέρια πού ἔσκαβαν
ὅλο τό βράδυ χτές κρησφύγετα;...

Ποιό τραγούδι ὀμορφότερο νά πῶ
ἀπ’ τή σιωπή σας
μπρός στά βασανιστήρια; ....»           
                        Ἑλληνίς