Λάφυρο ἀπό τό κράτος τοῦ σατανᾶ

ermias c Ὅσες καρδιές φυλάγουν μέσα τους μία σπίθα θαυμασμοῦ γιά τό ἀληθινό, στούς ἔσχατους καιρούς μας πού ὅλα τά ἰσοπέδωσε ἡ παγερή ἀδιαφορία, ἀνακαλύπτουν πρότυπα καθοδηγητικά στούς μάρτυρες τῆς πίστεως.
 Γιγαντωμένοι μέ τήν πίστη τοῦ Ἰησοῦ οἱ ἅγιοι μάρτυρες πορεύονται νικηφόρα μέσα στούς αἰῶνες, θριαμβευτές στίς μάχες τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἡ βιοτή τους, εὐαγγέλιο ζωντανό, ἐμπνέει τίς ἁ­γνές καλοπροαίρετες ψυχές. Λυσσαλέα τούς πολεμᾶ ὁ μισόκαλος ἐχθρός, μά καταισχύνεται περίτρανα ἀπ᾽ αὐτούς πού ἔκαναν λάβαρό τους τόν σταυρό καί ὁμολογία τους τήν ἀνάσταση.
 Τά ἔργα τοῦ διαβόλου φαρμακερά καί θανατηφόρα. Φαρμάκι ποτίζει τίς καρδιές ὅσων τόν ἀκολουθοῦν. Πικρή ἡ ζωή τους καί φαρμακωμένοι οἱ ἴδιοι ποτίζουν καί τούς γύρω τους μέ δηλητήριο.
 Τέτοιο δηλητήριο ὀξύ καί θανατηφό­ρο πότισαν τά ὄργανα τοῦ διαβόλου τόν σεβάσμιο μάρτυρα Ἑρμεία. Τόν εἶχαν συλ­­λάβει κι ἄς εἶχε μέ τιμιότητα ὑπηρετήσει χρόνια ὁλόκληρα στόν αὐτοκρατορικό στρατό, κι ἄς βρισκόταν σέ γεροντική ἡλικία. Τόν εἶχε συλλάβει ὁ ἡγεμόνας Σεβαστιανός διότι εἶχε διαπράξει τό μεγάλο ἔγκλημα νά εἶναι χριστιανός. Ὁ πολιός ὁμολογητής τοῦ Χριστοῦ ἀρνεῖται νά θυσιάσει στά εἴδωλα καί χαμογελώντας ἀπαντᾶ: «Θά ἦταν πολύ ἀνόητο, ἄρχοντα, νά ἀφήσω τό φῶς καί νά προτιμήσω τό σκοτάδι, νά ἐγκαταλείψω τήν ἀλήθεια καί νά ἀσπασθῶ τό ψέμα, νά χάσω τή ζωή καί νά πέσω στόν θάνατο. Ὁ Κύριός μας καί Θεός μας Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό φῶς πού φωτίζει τόν κόσμο, εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια καί ἡ πραγματική πηγή ζωῆς. Λοιπόν, δέν θά ἦταν παράλογο τώρα, στό τέλος τῆς ζωῆς μου, νά χάσω τέτοια πολύτιμα ἀγαθά;».
 Τά φοβερά βασανιστήρια πού ἀκο­λου­θοῦν ἀναδεικνύουν τήν καρτερία τοῦ μάρτυρα καί ἀφοπλίζουν τούς διῶκτες. Στό ἀδιέξοδό τους σπεύδουν στόν ὀνομαστό μάγο τῆς περιοχῆς καί τόν ἐπιστρα­τεύ­ουν στον ἀνίερο πόλεμο. Παρα­σκευάζει ἐκεῖνος σύμφωνα μέ τίς ἐντολές πού εἶχε λάβει τό ἰσχυρότερο μαγικό του φίλτρο. Σίγουρος γιά τό ἀποτέλεσμα στέκεται νά δεῖ ἱκανοποιημένος τόν θάνατο τοῦ ἀθώου θύματος. Ὁ ἡρωικός πρόμαχος τοῦ Ναζωραίου ποτίζεται βίαια τό θανατηφόρο ποτό. Τό παντοδύναμο χέρι τοῦ Κυρίου ὅμως σκεπάζει θαυματουργικά τόν γενναῖο ἀθλητή του καί τόν διαφυλάττει σῶο καί ἀβλαβῆ.
 Ὁ ὀνομαστός μάγος μέ ἔκπληξη ἀνείπωτη παρακολουθεῖ τοῦτο τό θαῦμα. Μέ δέος στέκει μπροστά σ᾽ αὐτό τό πρωτόγνωρο καί ἀνερμήνευτο γεγονός. Ποιοί νά ᾽ναι αὐτοί πού ὄντας θνητοί φοροῦν παν­οπλία ὑπερκόσμια καί ντύνονται μέ δύναμη ἀκατάβλητη; Δέν γνωρίζει ὅτι θαυ­μαστά τό προεῖπε ὁ Ἀρχηγός τους• «σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακο­λου­θήσει• ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι• γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀ­ροῦ­σι• κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει...» (Μρ 16,17-18).
 Ἡ ὕπαρξή του συγκλονίζεται. Παραδίδει τόν ἑαυτό του στόν Ἰσχυρό, πού κατέστησε ἀνίσχυρα τά ὅπλα του. Ὁ αἰώνιος Θριαμβευτής κερδίζει ἕνα λάφυρο ἀπό τό κράτος τοῦ σατανᾶ. Μέ χαρά καί δύναμη ὁμολογεῖ ὁ πρώην μάγος τήν πίστη του στόν Θεό τοῦ Ἑρμεία. Οἱ ἀπειλές καί οἱ ἐκβιασμοί πού δέχεται ἐξοβελίζονται ἀπό τή στέ­ρεα ἀπόφασή του: Γιά αὐτόν τόν Θεό ἀξίζει καί νά πεθάνει κανείς!
 Ὁ μάγος δέν ἔ­λαβε τό ἅγιο βάπτισμα μέ τό νερό τοῦ μυστηρίου. Βαπτίστηκε μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου του, ἐκεῖ στά Κόμανα τῆς Καππαδοκίας τόν 2ο αἰώνα μ.Χ ἐπί βασιλέως Μάρκου Αὐρηλίου (περίπου τό 177 μ.Χ.).
 Μαρτυρεῖ διά ἀποκεφαλισμοῦ ὁ πρώ­ην μάγος καί μένει στό συναξάρι τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας μέ τόν τίτλο αὐτό πού δια­τρανώνει τίς θαυ­μά­σιες ἀλλοιώσεις πού ἐπιτελεῖ ἡ δεξιά τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος.
 «Τῇ 31ῃ Μαΐου μνήμη Ἑρμείου μάρτυρος καί τοῦ κεράσαντος τόν ἅγιον Ἑρ­­μεί­αν φάρμακον Μά­γου Μάρτυρος».
 

Ἰχνηλάτης