Τιμή στό σκεῦος τῆς ζωῆς

gyzis Ἴδια μέ λυγερό κλωνί πού ξεπετάγεται ἀπ᾿ τή γῆ στέκεται ἡ νεαρή βασιλοπούλα τῶν Φαιάκων ἀντίκρυ στό Δυσσέα• μαντεύει ὁ ναυαγός στήν περήφανη ἀφοβία τῆς κόρης τήν ἀρχοντιά τῆς φύτρας της. Βυθομετρᾶ σπλάχνος κι ἁγνότητα στά καθαρά της μάτια. Κι ἡ ἐλπίδα πού τσακίστηκε μαζί μέ τή σχεδία του στ᾿ ἀγριεμένα βράχια, καπνό μόνο νά δεῖ ἀπ᾿ τίς στέγες τοῦ νησιοῦ του κι ἄς πεθάνει, σαλεύει πάλι μονομιᾶς στό ἔξυπνο μυαλό του• ἄν παρακάλαγε ἐτοῦτο τό κορίτσι λίγο ψωμί, λίγα κουρέλια ροῦχα κι ἕνα πλοῖο...
 Μά ὅσο κι ἄν ἔκαιγε τυραγνικά τό αἷμα του ἡ Ἰθάκη, ὁ πονεμένος νοσταλγός ἤξερε πάντα νά ταιριάζει ἁρμονικά τή σκέψη μέ τήν πράξη. Δούλεψε γρήγορα τό πολυμήχανο μυαλό ἀνάμεσα στά δυό: νά πέσει μπρός στά πόδια της, τά γόνατά της ν᾿ ἀγκαλιάσει, καθώς τό συνηθίζανε οἱ ἱκέτες ἤ μοναχά ἀπό μακριά μέ λόγο γλυκό κι ἔξυπνο νά τήν παρακαλέσει. Καί τοῦ Λαέρτη τό παιδί, πού πολιτεῖες καί καρδιές εἶχε γνωρίσει ἀνθρώπων, ὑπάκουσε στό χρῶμα πού ἔβαψε ἀμέσως ροδαλά τά μάγουλα τῆς κόρης, μόλις τόν πρωταντίκρυσε• ὄχι, δέν θά τήν ἄγγιζε• μπορεῖ νά τοῦ θυμώσει κι ἄς τόν ἀθώωνε πού ἤτανε ἱκέτης καί πού ἔτσι ἦταν πρεπούμενο νά κάμνουνε στή χώρα τους οἱ ἱκέτες. Διάβασε ὁλόσωστα τό τετραπέρατο μυαλό μές στήν ψυχή τῆς Ναυσικᾶς, γιατί, σάν ἦρθε ἡ ὥρα νά τόν ὁδηγήσει ἐκείνη στό παλάτι τοῦ πατέρα της, τοῦ ᾿δωσε ἐτούτη τήν παραγγελιά:
 «Ξένε, μοῦ φαίνεται ἀσύνετος δέν εἶσαι...
μόλις θά μπαίνουμε στήν πόλη,
ξέχωρα ἀπό μένα νά βαδίσεις
μήν τύχει κάποιος ἀπ᾿ τούς Φαίακες
καί μέ κακολογήσει.
Γιατί καί μένα διόλου δέν μ᾿ ἀρέσει
κόρη παρθένα μ᾿ ἄντρα νά γυρνᾶ,
προτοῦ τό γάμο της νά κάνει».
(Ὀδύσσεια ζ΄, ἀπό τούς στίχους 257-288)
 Χαριτωμένη ἡ σκηνή ταξίδεψε ἀπ᾿ τή χώρα τοῦ παραμυθιοῦ στό χρόνο τό δικό μας• τόσο τήν ἀγαπήσαμε, πού τήν κάνουμε ποίημα, τραγούδι, ζωγραφιά καί μάθημα στά δωδεκάχρονα παιδιά μας. Εἶναι, θαρρεῖς, πού βρίσκουμε σ᾿ αὐτήν μιά Ναυσικᾶ τόσο δυσεύρετη στούς χαλεπούς καιρούς μας. Ἀτενίζουμε μέ νοσταλγία καί θάμβος στό παρθενικό κορμί της παρθενική τή γυναικεία ὀμορφιά, ὅπως ξεπήδησε ἀπ᾿ τά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ: ἕνα λουλούδι τοῦ Θεοῦ, πού ὁ κόσμος μας τό τσαλαπάτησε λησμονώντας ἀστόχαστα πώς τοῦτο τ᾿ ἀνέγγιχτο νεανικό κορμί τῆς Ναυσικᾶς εἶναι τό τίμιο θησαυροφυλάκιο τῆς ζωῆς του: τά σπλάχνα του ναός, τά δύο του χέρια δώρημα στοργῆς, ἡ ἀγκαλιά του λίκνο τῆς ἐλπίδας μας. Καί μεῖς τό κάναμε βορά σέ λάγνα μάτια, πού τό ξεκοκκαλίζουν λαίμαργα στίς διαφημιστικές ἀφίσες καί στίς ὀθόνες τῶν τηλεοράσεών μας• δημόσιο θέαμα, πού ἐκτίθεται ἀφειδώλευτα, ἀφοῦ οἱ μαίτρ τῆς μόδας ξοδεύουν μέ φειδώ τό ὕφασμα, γιά νά τό ντύσουν.
 Κουρελιασμένοι ναυαγοί μές στήν Ὀδύσσεια τῶν καιρῶν μας παραδέρνουμε ἀπ᾿ τόν πολιτισμό στή βαρβαρότητα, πού ἤθελε τή γυναίκα «res», πράγμα ἀνυπόληπτο, στήν ἐξουσία τοῦ ἄντρα• ἔτσι ἀνυπόστατη τή βρῆκε ὁ Θεός• στάθηκε κουρασμένος ὁδοιπόρος στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, γιά νά τή συναντήσει• νά ξεδιψάσει τά φρυγμένα χείλη τῆς ψυχῆς της, πού ὁμολογοῦσαν μέ εἰλικρίνεια• «ἄνδρα οὐκ ἔχω». RES ἡ Σαμαρείτιδα, ἐφήμερο παιχνίδι στά χέρια τῶν περαστικῶν• κι Ἐκεῖνος πού τῆς ἔστησε καρτέρι στό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ τήν ἔκανε ἀπό ἶὸὖ ἁγία κι ἰσαπόστολο• ψυχή ἀπό φῶς, γιά νά σκορπίζει γύρω της τό φῶς του.
 RES καί σήμερα ἡ γυναίκα• τήν καρτερεῖ καί πάλι ὁ Θεός στή δροσερή πηγή τῆς χάρης του, πού λέγεται Ἐκκλησία, νά τῆς χαρίσει τό πρωτόκτιστο, παρθενικό της κάλλος• νά σβήσει ἀπό τά χείλη της τό πικραμένο της παράπονο «ἄνδρα οὐκ ἔχω», πού κραυγάζει τή βασανιστική ἀπουσία τῶν ψυχῶν στήν ἐπιπόλαια συνουσία τῶν σωμάτων.
 Κάτω ἀπ᾿ τούς θόλους τοῦ ναοῦ, πού ἀντιφεγγίζουν τό ἔλεός του, ἑνώνει ὁ Θεός μέ τό μυστήριο τοῦ γάμου ὄχι δυό σαρκία μά δυό ψυχές «εἰς σάρκαν μίαν», καί τελεσιουργεῖ μέσα στό σῶμα τῆς γυναίκας σάν πάνω σ᾿ ἅγια Τράπεζα τά τίμια δῶρα τῆς ζωῆς• ἡ γυναίκα μητέρα, συνδημιουργός τοῦ Θεοῦ. Πλασμένη ἀπ᾿ τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ μέσα στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, τή στήνει στό πλευρό τοῦ ταπεινοῦ ἱερέα του μές στήν ἐπίγεια Ἐδέμ, πού λέγεται Ἐκκλησία, νά συνιερουργεῖ κοντά του τό Εὐαγγέλιο στίς παιδικές ψυχές• ἡ γυναίκα ἱεραπόστολος, συλλειτουργός Θεοῦ. Δανείζεται τά χέρια, τά πόδια, τήν εὐαίσθητη καρδιά της, γιά νά θρέψει, νά ντύσει, νά ζεστάνει τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς του• καί κάνει τή γυναίκα ἀχθοφόρο τῆς ἀγάπης, συνδιάκονο δική του στούς ἁγιαστικούς ναούς τοῦ πόνου.
 Δανείζεται τήν ἴδια της τή σάρκα ὁ Θεός, γιά νά ντυθεῖ τό φύραμά μας. Προσφέρει ἐκείνη τό ἄσπιλο κορμί της, κλίμακα ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, νά κατεβεῖ ὁ Θεός, κι ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, γιά ν᾿ ἀνεβεῖ ὁ ἄνθρωπος. Χαράζει λυτρωτικά τούτη τήν οὐρανόδρομη τροχιά στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας τό ταπεινό κορίτσι ἀπό τή Ναζαρέτ, ἀθόρυβα καί τόσο διαφορετικά ἀπ᾿ ὅλους τούς μεγάλους ἄντρες πού κυβέρνησαν ἐξουσιαστικά καί πολεμόχαρα τόν κόσμο. Καί γίνεται αὐτή πρώτη μας πρέσβειρα στή χώρα τοῦ οὐρανοῦ• μιά ἀγκαλιά πάντα ἀνοιχτή νά σκέπει στοργικά τόν πονεμένο κόσμο μας• χαρά καί καταφύγιό του• μητέρα τοῦ Θεοῦ μά καί δική μας.
Ἀπό τήν καταφρόνια στήν ὕψιστη τιμή: Βασίλισσα τῶν οὐρανῶν, πάνω ἀπ᾿ τούς θρόνους τῶν ἀγγέλων• ἐκεῖ ὕψωσε τή γυναίκα ὁ Θεός. Τίμησε καί ἁγίασε τό σκεῦος της, ζωντανό δισκοπότηρο, γιά νά φυλάξει τό μαργαρίτη τῆς θεότητάς του.
Κι ἐμεῖς τῆς Τόν συκοφαντήσαμε στά φεμινιστικά μας μανιφέστα. Τή δελεάσαμε μ᾿ ἀπατηλά ταξίματα σάν ἄλλη Εὔα, γιά νά συλήσουμε ἀνεμπόδιστα τό θεοτίμητο κορμί της. Τήν ἐξορίσαμε ἔτσι ἀπ᾿ τόν Παράδεισο, γιά νά μείνουμε οἱ διοι ἐξόριστοι, ξερριζωμένοι ἀπ᾿ τή στοργή της, πού θάλπει μητρικά τό αὔριό μας. Ξοδεύεται ἀσυλλόγιστα ὁ θησαυρός ἐτούτης τῆς στοργῆς, πού περιθάλπει τή ζωή, στόν ἐπιπόλαιο συμφυρμό τῆς σάρκας ἔξω ἀπ᾿ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού μεταποιεῖ ἁγιαστικά τ᾿ ἄγγιγμα τῶν σωμάτων σέ σφιχταγκάλιασμα ψυχῶν, τέτοιο πού νά βαθαίνει καί ν᾿ ἀσφαλίζει προστατευτικά τόν πλοῦτο τῆς γυναικείας καρδιᾶς.
 Εἶναι ν᾿ ἀπορεῖ κανείς μέ τή σοφία τῶν καιρῶν μας. Περιφρονήσαμε τόν Θεό, γιά νά βγάλουμε τή γυναίκα ἀπό τήν καταφρόνια. Εἴπαμε τό Εὐαγγέλιο ξεπερασμένο, ὅμως τόν Ὅμηρο τόν ἔχουμε ἀκόμα γιά ἀξεπέραστο. Μᾶς διαφεύγει, βέβαια, ὅτι σέ τούτη τή σκηνή, πού τόσο ἀγαπήσαμε, ὁ Ὅμηρος δρασκελίζει τόν 8ο προχριστιανικό αἰώνα, γιά νά γράψει μπρός στά μάτια μας μ᾿ ἐνάργεια τό εὐαγγελικό παράγγελμα• «τῷ γυναικείῳ σκεύει ἀπονέμοντες τιμήν» (Α΄ Πέ 3,7)• διόλου περίεργο αὐτό, ἀφοῦ ὁ ποιητής σκίζει τά βάθη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, γιά νά διαβάσει ἐκεῖ ἔμφυτα χαραγμένο τό νόμο τοῦ Δημιουργοῦ της. Περίεργοι εμαστε ἐμεῖς καί τραγελαφικοί μαζί, καθώς καλπάζουμε περήφανα στό χρόνο γράφοντας μέ φωτεινά λαμπιόνια τό 2015. Ποῦ πᾶμε ἀλήθεια; Μπροστά στήν τρίτη μεταχριστιανική χιλιετία ἤ ... πιό πίσω ἀκόμα κι ἀπ᾿ τήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου;

Μαρία Παστουρματζῆ
Φιλόλογος