Προσεγγίζοντας τήν εἰκόνα τῆς Βάπτισης

vaptisiicon c Στήν ἀρχή τοῦ ἔτους, 6 Ἰανουαρίου, δεσπόζει ἡ δεσποτική ἑορτή τῶν Θεοφανίων. Ἡ σπουδαιότητά της εἶναι ἐξαιρετικά μεγάλη. Σύμφωνα μέ ἱστορικές μαρτυρίες, ἀποτελεῖ μετά τό Πάσχα τήν ἀρχαιότερη χριστιανική ἑορτή. Ἡ ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἀποδίδει τό μεγαλεῖο τοῦ γεγονότος μέ ὑψηλούς συμβολισμούς σέ κάθε λεπτομέρεια τῆς εἰκόνας.

 Τό κυρίαρχο φυσικό στοιχεῖο στήν εἰκόνα εἶναι ἀναμφίβολα τό νερό: ὁ Ἰορδάνης ποταμός μέ τούς κυματισμούς του, ἴσως καί λίγα ψάρια.
  Σέ κάποιες ἁγιογραφίες ὁ βαπτιζόμενος Κύριος πατᾶ ἐπάνω σέ δύο πλάκες κι ἀπό κάτω διακρίνονται φίδια.  Ἡ στάση του αὐτή σέ συνδυασμό μέ τά βραχώδη ὄρη δεξιά καί ἀριστερά συμβολίζει τήν προκάθοδο τοῦ Κυρίου στόν Ἅδη, σ’ ἕνα σκοτεινό σπήλαιο, σ’ ἕναν ὑγρό τάφο ὅπου Τόν βλέπουμε Νικητή νά συντρίβει «τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων». Τό νερό ἀλλάζει πιά σημασία καί ἀπό πηγή θανάτου τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ κατακλυσμοῦ μεταβάλλεται τώρα μέ τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου σέ πηγή ζωῆς, γίνεται ἁγιασμός.
 Ἡ μορφή τοῦ Κυρίου κυριαρχεῖ στό κέντρο τῆς εἰκόνας. Τόν βλέπουμε ὄρθιο πάνω ἀπό τά νερά τοῦ ποταμοῦ. Σπάνια κάποια κύματα φαίνεται νά ἀγγίζουν τό σῶμα του, πού εἰκονίζεται μέ τό ἕνα πόδι μπροστά. Αὐτός ὁ ἀπεικονιζόμενος βηματισμός κρύβει μέσα του βαθειά θεολογία. Ὁ Κύριος περπατᾶ, βαδίζει ἑκούσια πρός τή Βάπτιση. Ὁ ἁγιογράφος ἀποδίδει μ’ αὐτή τήν κίνηση τήν ὑπέρτατη πρωτοβουλία τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλά καί τό πόσο ἐπείγεται νά ἁγιάσει τά ὕδατα καί τελικά τόν ἄνθρωπο. Μέ τό ἕνα χέρι ἤ κάποτε καί μέ τά δύο εὐλογεῖ τά νερά τοῦ ποταμοῦ. Ὁ Κύριος εἰσέρχεται στόν Ἰορδάνη γυμνός, μειώνοντας ἀκόμη περισσότερο τή δόξα Του.  Ὁ ἴδιος ντύνεται τήν ἀδαμική γυμνότητα γιά νά χαρίσει στόν ἄνθρωπο ἔνδυμα αἰώνιας δόξας.
 Πάνω ἀπό τόν Χριστό διακρίνουμε τό ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει περιστερᾶς». Τό περιστέρι συνήθως βρίσκεται μέσα σ’ ἕνα φωτεινό κύκλο περιγεγραμμένο ὁλόγυρα ἀπό τέσσερις ἀκτίνες. Ἡ μεγαλύτερη ξεκινᾶ ἀπό τόν οὐρανό καί καταλήγει στή σκυμμένη κεφαλή τοῦ Κυρίου. Στόν οὐρα­νό ὑπάρχει ἕνα φωτεινό ἡμικύκλιο πού συμβολίζει τό ἄνοιγμα τῶν οὐρανῶν καί ἐνίοτε ἁγιογραφεῖται ἕνα χέρι νά εὐλογεῖ, προκειμένου νά σημανθεῖ ἡ παρουσία τοῦ Πατρός. Κατά τή Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ ἀ­κούστηκε ξεκάθαρα ἡ φωνή του· «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Μθ 3,17).
 Στά ἀριστερά τοῦ Κυρίου ξεχωρίζει ἡ ἀσκητικότατη μορφή τοῦ Προδρόμου. Ὑποκλίνεται μέ σεβασμό ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Τό πρόσωπό του εἶναι λιπόσαρκο καί μελαμψό γιά νά ἀποδοθεῖ ὁ καύσωνας τῆς ἐρήμου. Ὑψώνει συνήθως τό κεφάλι πρός τά ἐπάνω καί βλέπει τό περιστέρι. Βλέπει ὅσα βλέπουν οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι συγκεντρωμένοι στόν ποταμό ἀλλά καί ὅσα δέν βλέπουν. Ἔχει ἁπλωμένο τό δεξί του χέρι στήν κεφαλή τοῦ Κυρίου. Στό πρόσ­ωπό του ἀπεικονίζεται τό δέος, ὁ τρόμος γιά τή χειροθέτηση τοῦ Δεσπότη. Εἶναι ὁ  μάρτυρας τῆς ὑποταγῆς, τῆς κενώσεως τοῦ Κυρίου. Τό ἄλλο χέρι ἀνοιχτό δηλώνει ἀποδοχή καί ταυτόχρονα ἡ ἀνοιχτή παλάμη ὑποδηλώνει στάση δέησης. Τά πόδια του εἶναι ἀνοιχτά, βρίσκεται σέ κίνηση. Ὁ Ἅγιος ἔχει στάση πορευομένου, ἀποστελλόμενος στή διακονία τῆς Βάπτισης. Κάτω ἀριστερά στά κλαδιά ἑνός μικροῦ δέντρου εἶναι σφηνωμένη μία ἀξίνα. Αὐτή παραπέμπει στό ἐλεγκτικό κήρυγμα τοῦ βαπτι­στῆ: Ἄν τό δένδρο δέ δώσει καρπό, θά κοπεῖ.
  Τό δέος λόγῳ τῆς ἄκρας ταπείνωσης τοῦ Κυρίου ἀποτυπώνεται καί στή φύση. Δεξιά καί ἀριστερά ὑψώνονται τά γνωστά βραχώδη ὄρη, ἀνώμαλα καί ἀνισόπεδα. Ἔ­χουν ὡστόσο μία ἐλαφρά κλίση. Ὑποκλίνονται κι αὐτά στό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού κατέρχεται τήν κλίμακα τῆς ταπεινώσεως γιά νά σώσει τόν Ἀδάμ.
 Στά δεξιά ἀπεικονίζονται κατά κανόνα τέσ­­σερις ἄγγελοι εὐλαβικοί  σέ στάση δέησης, πρόθυμοι γιά ἐξυ­πη­ρέ­τηση μέ τά ἱμάτια νά κα­λύπτουν τά χέρια τους. Εἶναι λει­τουρ­γικά πνεύματα, ἀλλά δέν ἔ­χουν κάποια διακονία, γι’ αὐτό καί τά πό­δια τους εἶναι κλειστά σέ ἀντιπαράθεση μέ τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή πού ἐπιτελεῖ συγ­κεκρι­μένη ὑπηρεσία. Περιμένουν νά παραλά­βουν τό βαπτι­σμέ­νο σῶ­μα τοῦ Κυρίου.
 Ἡ εἰκόνα τῆς Βάπτισης μπορεῖ νά σταθεῖ ἐφαλτήριο γιά κάθε πιστό πού θά τήν ἀτενίσει προσεκτικά καί μέ εὐλάβεια. Ξεχειλίζει ἀπό εὐγνωμοσύνη ἡ ψυχή μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ  Θεοῦ πού προχωρᾶ, εἰσέρχεται στόν ποταμό σάν ἄνθρωπος ἁπλός, μικραίνει, σκύβει, ταπεινώνεται. Ἐ­πείγεται νά βαπτιστεῖ, κάνει τά πάντα γιά νά μέ συναντήσει ἐκεῖ στά σκοτεινά βάθη τοῦ Ἅδη πού μέ ἔρριξε ἡ πολλή μου ἁμαρτία· γιά νά μέ λούσει, νά μέ ἁγιάσει, νά μέ φωτίσει, νά μέ ἀναβαπτίσει.
 

Ἀγγελική Τσιραμπίδου
Φιλόλογος

Ἀπολύτρωσις 71 (2016) 6-7