Ἔτσι πήραμε τά Γιάννενα 21 Φεβρουαρίου 1913

 giannena Στή μνήμη τοῦ πολιούχου της ἡ Θεσσαλονίκη ἀνασαίνει ἐλεύθερα. Μέ ὑψωμένες τίς γαλανόλευκες, μέσα σ᾿ ἕνα παραλήρημα χαρᾶς καί ἐνθουσιασμοῦ, γιορτάζει τήν ἀπελευθέρωσί της. Πόσο «ζήλεψαν» τότε τοῦτο τό πανηγύρι της τά Γιάννενα καί ὠνειρεύτηκαν τή δική τους λευτεριά! Πῶς ὅμως νά κάνουν τό μεγάλο τόλμημα, ὅταν τούς δρόμους ὅλους φράζη ἀπό παντοῦ τό φρουριακό ἐκεῖνο συγκρότημα, τά ξακουστά ὀχυρά τοῦ Μπιζανίου;

 Ἔβαλε τήν τέχνη του ὅλη καί τά θωράκισε γερά ὁ φιλότουρκος γερμανός στρατηγός φόν Γκόλτς. Ἔσκαψε βουνά καί ράχες, γιά νά μετατρέψη τά ἔγκατά τους σέ πυροβολεῖα. Λέγεται πώς σέ ἀπόστασι ἀναπνοῆς ἀπό τά Γιάννενα ἡ γῆ «φιλοξενοῦσε» ἑκατόν δώδεκα πυροβόλα. Τήν ὥρα μάλιστα πού ὁ μισέλληνας Γερμανός παρέδιδε στούς Τούρκους τό καταπληκτικό ὀχυρωματικό του ἔργο, περήφανα ἀναφώνησε· «Σᾶς παραδίδω τόν τάφο τῆς Ἑλλάδος».

 Πάνω στή δύναμι τοῦ λογικοῦ του στήριξε ὁ στρατηγός τά προγνωστικά του, χωρίς νά ὑπολογίση τήν τόλμη τοῦ Ἕλληνα, πού ξέρει νά προτάσση στό σιδερόφρακτο ἀντίπαλο τίς δικές του «σφενδόνες». Μέ ἐξαιρετική εὐφυΐα σχεδίασε ὁ Γερμανός τήν ὀχύρωσι τῆς περιοχῆς. Ποιός νά τοῦ τό ᾿λεγε ὅμως πώς ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἑλληνικῶν δυνάμεων, ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος, θά διέθετε μαζί μέ τό ἐκλεκτό του ἐπιτελεῖο πολύ περισσότερη, γιά νά πατήση τό Μπιζάνι;

  Ὁ Ἀγαρηνός ἔχει τήν ἰδέα πώς ἀπό τήν ἀριστερή πτέρυγα τῶν ὀχυρῶν, ἀπό τό βουνό Δρίσκος, θά δεχθῆ τό ἀποφασιστικό χτύπημα. Γι᾿ αὐτό πρός ἐκείνη τή μεριά στέλνει διαρκῶς ἐνισχύσεις καί καρτερεῖ τήν ἀναμέτρησι. Μάταια, ὅμως, γιατί στό παρά πέντε ὁ ἀρχιστράτηγος ἀντιστρέφει τό σχέδιο δράσης τοῦ στρατοῦ μας.

  20 Φεβρουαρίου 1913. Μέρα γενικῆς ἐπίθεσης μέ παγωνιά φοβερή καί χιονοθύελλα ἀσταμάτητη. Μόνο τά στήθη τοῦ ἕλληνα στρατιώτη εἶνε πυρακτωμένα ἀπό τήν ἀγάπη στά πατρογονικά χώματα. Αὐτή εἶνε ὁ κινητήριος μοχλός πού τόν βοηθᾶ ν᾿ ἀψηφήση τίς ἀντίξοες συνθῆκες τοῦ καιροῦ καί νά ὁρμήση ἐναντίον τῆς δεξιᾶς πτέρυγας τοῦ ἐχθροῦ. Αἰφνιδιάζεται ὁ δυστυχής Τοῦρκος. Ἀπό ἀλλοῦ περίμενε τό ραγιά καί αὐτός τόν ξεγέλασε. Τοῦ ἐμφανίστηκε ἀπό τήν περιοχή τῆς Ὀλύτσικας, ἐκεῖ πού οἱ δικές του δυνάμεις ἦταν ἰσχνές καί ἀφύλακτες. Ἕνα-ἕνα τά εὐζωνάκια μας πατοῦν τά ὀχυρά τῆς Τσούκας, τῆς Μανωλιάσας, τοῦ ἁγίου Νικολάου. Κι ἀρχίζει τότε νά συντρίβεται ὁ θρῦλος πώς τό Μπιζάνι εἶνε ἀπόρθητο.

  Πολυάριθμοι Ἀγαρηνοί σκιαγμένοι ἀπό τά σφυροκοπήματα καί τίς ἐπιτυχίες τῶν Ἑλλήνων, τρέχουν πρός τήν πεδιάδα τῆς Ραψίστας νά σωθοῦν. Σκορποῦν πανικό ἀπό πίσω τους τά δύο γενναῖα εὐζωνικά τάγματα μέ τούς θρυλικούς ταγματάρχες Ἰωάννη Βελισσαρίου καί Γεώργιο Ἰατρίδη. Πόσο ἀκριβά στοίχισε στούς δικούς μας ἡ καταδίωξι τῶν ἐχθρικῶν τμημάτων καί ἡ κατάληψι τῆς Ραψίστας; Μέχρι τή μέση βυθιζόταν τό σῶμα τους, καθώς διέσχιζαν τέλματα καί τάφρους.

  Τώρα πού ἀπέχουν μόλις λίγα μέτρα ἀπό τά Γιάννενα καί ὁ πόθος γιά λευτεριά ἔχει φουντώσει, ποιός μπορεῖ ν᾿ ἀνακόψη τόν καλπασμό τῶν εὐζώνων; Εὐτυχῶς, δέν ἔφτασε ἡ διαταγή τοῦ διοικητοῦ πού τούς καθήλωνε στή Ραψίστα. Ἡ νύχτα τούς βρίσκει στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου. Ἡ θέσι τους εἶνε κρίσιμη καί ἐπικίνδυνη, γιατί βρίσκονται στό «στόμα τοῦ λύκου». Ὤ καί νά ᾿ξερε ὁ Ὀθωμανός τό πολύτιμο μυστικό, πώς μόνο δύο εὐζωνικά τάγματα ἔχουν παρεισφρύσει στίς δικές του γραμμές! Μές στό ἀλάφιασμά του νόμισε πώς κατέφθασε ἔξω ἀπό τά Γιάννενα ὅλος ὁ στρατός μας. Ἔχασε, τί κρῖμα, μοναδική εὐκαιρία μέσα ἀπό τά χέρια του. Τό σπουδαῖο εἶνε, ὅπως ὑπογραμμίζει στήν ἔκθεσί του ὁ ριψοκίνδυνος Βελισσαρίου, ὅτι καί σ᾿ αὐτή τή δύσκολη φάσι τοῦ ἀγώνα «οἱ ἄνδρες, διάβροχοι ἐκ τῆς διαβάσεως τῶν τελμάτων, ἔμειναν ἀγρυπνοῦντες μέ τό ὅπλον ἀνά χεῖρας... καί κατά τήν νύκτα ἐκείνην, 37 ἀξιωματικοί καί 935 ὁπλῖται ἐφυλάσσοντο αἰχμάλωτοι εἰς τόν περίβολον τῆς ἐκκλησίας»!

  Ἀναπάντεχα καί ἀστάθμητα γεγονότα σημειώνονται τό διο βράδυ. Στό στρατηγεῖο τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου, στό χάνι τοῦ Ἐμίν Ἀγᾶ, καταφθάνει ἀποστολή ἀκριβή, πού τήν συνοδεύει ὁ ταγματάρχης Βελισσαρίου. Εἶνε ὁ ἐπίσκοπος Δωδώνης καί δύο Τοῦρκοι ἀξιωματικοί, ὁ ὑπολοχαγός Ρεούφ καί ὁ ἀνθυπολοχαγός Ταλαάτ -ἀπεσταλμένοι τοῦ Ἐσσάτ Πασᾶ- πού μεταφέρουν τήν ἐπιστολή γιά τήν παράδοσι τῆς πόλης. Κι εἶνε ἀπό τά πρωτάκουστα, νά ὑπογράφεται τό πρωτόκολλο παράδοσης τή στιγμή πού τό Μπιζάνι δέν εἶχε πέσει ἀκόμη! Ροδίζει ἡ νέα μέρα, ἡ 21 Φεβρουαρίου, καί μαζί της γλυκοχαράζει στά Γιάννενα ἡ λευτεριά.

  Καθώς ἐπέστρεφαν τήν ἄλλη μέρα, οἱ Τοῦρκοι ἀξιωματικοί ρωτοῦν γιά τά στρατεύματά μας τόν Βελισσαρίου· «Μά δέν μᾶς ἐλέγετε τήν νύκτα ὅτι εἶχον κατέλθει εἰς τήν πεδιάδα;». «Ὄχι», τούς λέει, «εἰς τήν πεδιάδα μόνον ἡμεῖς εχομεν κατέλθει». «Τότε οἱ ἀξιωματικοί», διηγεῖται ὁ διος ὁ ταγματάρχης, «προσβλέψαντες ἀλλήλους καί κατανοήσαντες τό πάθημά των, ἔδηξαν τά χείλη καί μοι λέγουν εἶτα· κ. Ταγματάρχα, πρέπει νά γνωρίζετε ὅτι ἡ τιμή τῆς παραδόσεως τῶν Ἰωαννίνων ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς». Πραγματικά, αὐτή εἶνε ἡ ἀλήθεια. Τήν ἐπιβεβαίωσε κι ὁ διάδοχος Κωνσταντῖνος. Ὅταν συναντήθηκε μέ τόν τολμηρό ταγματάρχη τό προηγούμενο βράδυ καί ἐνημερώθηκε γιά τίς παράτολμες ἐνέργειές του, συγκινημένος τοῦ εἶπε· «Βελισσαρίου, εἶσαι ἄξιος ραπίσματος ἀλλά καί φιλήματος». Κι ἔσκυψε τότε ὁ ἀρχιστράτηγος καί ἀσπάστηκε τόν ἥρωα.

  Μέ τέτοιους προγόνους, πού μέ τούς ἀγῶνες τους σοῦ φωνάζουν «τήν ἱστορία δέν τήν γράφουν τά νούμερα, ἀλλά οἱ φλογερές καρδιές», πῶς νά μήν αἰσθάνεσαι περήφανος καί συνάμα χρεωμένος;

Ἑλληνίς

Ἀπολύτρωσις 52 (1997) 33-34