Κυρ. Τυρινῆς Ρω 13,11-14,4

Ἄς ξυπνήσουμε!

  «Καί τοῦτο, εἰδότες τόν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γάρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἤ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός. Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μή κώμοις καί μέθαις, μή κοίταις καί ἀσελγείαις, μή ἔριδι καί ζήλῳ, ἀλλ' ἐνδύσασθε τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (Ρω 13,11-14).


Ὁ ὕπνος τῆς ἁμαρτίας

  Την τελευταία  Κυριακή πρίν μποῦμε στήν περίοδο τῆς ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, περίοδο νηστείας καί ἐντατικοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει σαλπίζοντας μέ τό στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα: «Δεῖτε τόν καιρό», λέει• «εἶναι ὥρα πιά νά σηκωθεῖτε ἀπό τόν ὕπνο!».
  Καθώς φέρνουμε στό νοῦ μας τήν ἠθική ἔκλυση τῆς εἰδωλολατρικῆς κοινωνίας, μέσα στήν ὁποία ζοῦσαν τότε οἱ χριστιανοί καί ἀπό τήν ὁποία εὔκολα ἦταν δυνατόν νά παρασύρονται, δέν εἶναι δύσκολο νά καταλάβουμε ποιόν ὕπνο ἐννοεῖ ὁ ἀπόστολος. Εἶναι ὁ πνευματικός ὕπνος, στόν ὁποῖο βυθίζεται ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν τήν τυλίξει τό σκοτάδι τῶν παθῶν, ὅταν τήν ἀγκαλιάσει ἡ νύχτα τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ κατάσταση τῆς λησμονιᾶς τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπό αὐτόν, γεγονός πού ὀφείλεται στήν ἀδιαφορία καί τήν ἀμέλεια. Ἀπό ἕναν τέτοιο ὕπνο καλεῖ κι ἐμᾶς σήμερα ἡ Ἐκκλησία νά σηκωθοῦμε.
  Συνήθιζαν τότε οἱ εἰδωλολάτρες νά διασκεδάζουν ἀχαλίνωτα στίς γιορτές τους καί νά ὀργιάζουν κυρίως κατά τή νύχτα χωρίς ντροπή. Συνηθίζουν καί σήμερα οἱ ἄνθρωποι νά ἀναβιώνουν ἐκεῖνα τά αἰσχρά ἤθη καί νά ἁμαρτάνουν χωρίς περίσκεψη. Στό Ρίο Ἰανέιρο, ὅπου γίνεται τό μεγαλύτερο καρναβάλι τοῦ κόσμου, τέτοιες μέρες διαπράττονται μέσα σέ μιά νύχτα τόσοι βιασμοί καί τόσα ἔκτροπα, ὅσα δέν διαπράτττονται ὅλο τό χρόνο. Ἀλλά καί στήν πατρίδα μας, μέ τό πρόσχημα τῶν λαογραφικῶν ἐκδηλώσεων, πόσα δέν γίνονται! Δυστυχῶς οἱ χριστιανοί ὑπνώττουμε καί ὑπνώττουμε θανάσιμα. Γι᾽ αὐτό ἐπίκαιρα ἀκούγεται καί γιά μᾶς τό σάλπισμα τοῦ ἀποστόλου. Ξυπνῆστε! Τινάξτε ἀπό πάνω σας κάθε ἴχνος πνευματικῆς ναρκώσεως, ἀνανεῶστε τή μετάνοιά σας, συναισθανθεῖτε τήν εὐθύνη σας, συσφίξτε τίς σχέσεις σας μέ τόν Θεό!
  Κάποτε πιστέψαμε καί μετανοήσαμε, κάποτε βαπτιστήκαμε στό ὄνομα τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἀλλά κρατοῦμε ἄραγε τήν πρώτη μας πίστη, τιμοῦμε ἄραγε τό ἅγιο ὄνομά μας; Ἀπό τή μιά ἡ ἁμαρτία μέ τά πάθη τῆς σάρκας, ἀπό τήν ἄλλη ἡ συνήθεια, πού γίνεται ὁ τάφος τοῦ θαυμασμοῦ γιά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, μᾶς ἔκλεισαν τά μάτια σέ ὕπνο βαρύ. Ὁ Κύριος ἔγινε κάτι ξένο γιά μᾶς, δέν μᾶς ἀγγίζει ἡ παρουσία του, δέν ζοῦμε μέ τήν ἀναμονή του.


Ὁ Κύριος ἔρχεται

 11 Κι ὅμως «τώρα ὁ ἔρχομός του εἶναι πιό κοντά μας ἀπό ὅ,τι ὅταν πιστέψαμε», λέει ὁ ἀπόστολος. Κάθε στιγμή πού περνάει συντομεύει ὅλο καί περισσότερο τό χρόνο μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία του. Κι ἄν στή ζωή μας δέν ἔλθει ἡ συντέλεια, τό τέλος ὅμως θά ἔλθει μέ τό θάνατο. Ἔτσι ὁ Παῦλος, πού περίμενε τόν Κύριο στίς μέρες του καί δέν ἦλθε, δέν μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἔκανε λάθος. Αὐτός, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεση τοῦ Ἰησοῦ ὅτι θά ξαναέλθει ὁπωσδήποτε, ἀλλά ἄγνωστο πότε, ἔπρεπε νά τόν περιμένει τήν κάθε στιγμή. Ἡ ἔννοια τοῦ βεβαίου καί τοῦ ἀγνώστου συνεπάγεται τήν ἔννοια τοῦ ἐπικειμένου. Ἐν τούτοις ὁ Κύριος ἦλθε, πράγματι, στίς μέρες τοῦ Παύλου μέ τό θάνατο· διότι ὁ θάνατος ἔχει ἐκμηδενίσει πλέον γιά τόν ἀπόστολο τό διάστημα μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία, ἀφοῦ καμιά οὐσιαστική ἀλλαγή δέν μεσολαβεῖ, ἀφοῦ καμιά ἔννοια ἀνθρωπίνου χρόνου δέν ὑπάρχει.
  Εἶναι, λοιπόν, κοντά ἡ σωτηρία. Ὁ Κύριος ἔρχεται σέ μᾶς μέ τήν Παρουσία του κι ἐμεῖς πᾶμε σ᾽ αὐτόν μέ τό θάνατο. Σωτηρία δέ λέγεται ἡ συνάντησή μας μαζί του, πού θά σημάνει τή λύτρωσή μας ἀπό τά ποικίλα δεινά αὐτῆς τῆς ζωῆς.


Ἡ νύχτα τοῦ κόσμου καί ἡ ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας

  Μέ νύχτα παρομοιάζεται ὁ χρόνος τῶν ἐπιγείων ἡμερῶν μας. Νύχτα, γιά τό σκοτάδι τῆς ἀγνοίας πού κρύβει τήν ἀλήθεια· νύχτα, γιά τό κρύο καί τήν παγωνιά τῆς δυστυχίας πού μᾶς δέρνει. Νύχτα, διότι ἡ δικαιοσύνη βαδίζει στά τυφλά· νύχτα, διότι ἡ ἁμαρτία ρίχνει παντοῦ τή σκιά της.
Ἀλλά «ἡ νύχτα πῆρε δρόμο καί ἡ μέρα ζύγωσε», λέει ὁ ἀπόστολος. Αὐτή ἡ ζωή τελειώνει καί στόν ὁρίζοντα γλυκοχαράζει ἡ αἰωνιότητα. Ἔρχεται ἡ ἡμέρα, ὅπου ὅλα θά ἀποκαλυφθοῦν, τά βιβλία θά ἀνοιχτοῦν καί καθένας θά κριθεῖ κατά τά ἔργα του· ἡ ἡμέρα, κατά τήν ὁποία θά ἀντικρύσουμε πρόσωπο μέ πρόσωπο τόν Κύριο καί θά ἀπολαύσουμε τήν ἀτέλειωτη καί ὁλοκληρωμένη ζωή του. Ὁ θεόπνευστος συγγραφέας βρῆκε, πράγματι, μιά πολύ δυνατή εἰκόνα, γιά νά ζωγραφίσει μπρός στά μάτια μας ἐκείνη τήν ἡμέρα.
  Ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ παραβάλλεται μέ τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου, πού ἔρχεται νά διαλύσει τίς σκιές καί νά γεμίσει φῶς τήν πλάση.
Καί νά, πού ἡ ἀνατολή αὐτή ἤδη αὐγάζει! Ἀπό τήν ὥρα πού ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος καί ἐπισκέφθηκε τή γῆ μας, ἀπό τήν ὥρα πού τό Πνεῦμα τό ἅγιο ἵδρυσε στήν ἀνθρωπότητα τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ αἰωνιότητα συμπλέκεται μέ τή ζωή τῶν πιστῶν. Γιά τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ χάρη τῶν μυστηρίων, ἡ διδασκαλία καί ἡ θυσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γίνονται οἱ οὐράνιοι φωταγωγοί πού ἀφήνουν νά περνοῦν σ᾽ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο οἱ ἀκτῖνες τῆς αἰωνίου ζωῆς.


Μετάνοια καί πίστη

  Ὅταν ἕνα τέτοιο φῶς φωτίζει καί ζεσταίνει τούς χριστιανούς, ὅταν μιά τέτοια προοπτική ἁπλώνεται μπροστά τους, πῶς μποροῦν αὐτοί νά κοιμοῦνται; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ξυπνᾶ καί μᾶς λέει νά ἑτοιμασθοῦμε. Εἶναι καιρός γιά δουλειά· πρέπει νά κατεργασθοῦμε τόν ἁγιασμό μας. Εἶναι καιρός γιά μάχη· πρέπει νά πολεμήσουμε τούς πειρασμούς. Ὅπως ἐκεῖνος πού μέ τό πρῶτο φῶς τῆς μέρας πετάγεται ἀπό τό κρεββάτι του, βγάζει τά ροῦχα τῆς νύχτας καί ντύνεται τά ροῦχα τῆς δουλειᾶς, ἔτσι καί ὁ χριστιανός πρέπει νά πετά ἀπό πάνω του κάθε ἀπρέπεια καί νά ντύνεται μέ ἁγνότητα, ὥστε ὁ Κύριος νά τόν βρεῖ εὐπρεπῆ, ὅταν ἔλθει.
  Μέ τόν παραστατικό αὐτό τρόπο  δέν κηρύττει τίποτε ἄλλο παρά τή μετάνοια, μέ τήν ὁποία ἀπαλλασσόμαστε ἀπό τόν παλιό ἑαυτό μας καί τίς ἀδυναμίες του καί τήν πίστη, μέ τήν ὁποία κτίζουμε μέσα μας τόν καινούργιο ἄνθρωπο κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Ξεφορτωθεῖτε, λοιπόν, τά ἔργα τοῦ σκότους», παραγγέλλει, «καί ντυθεῖτε τά ὅπλα τοῦ φωτός».


Τά ἔργα τοῦ σκότους

  Εἶχε ὑπ' ὄψιν του ὁ Παῦλος τούς εἰδωλολάτρες τῆς ἐποχῆς του, πού φρονοῦσαν ὅτι τό σκοτάδι τῆς νύχτας ἐπέτρεπε κάθε ἀσχημία καί ἀσυδοσία πού ἀπαγόρευε τό φῶς τῆς ἡμέρας. Ἔτσι, μόλις σκοτείνιαζε, ξεχύνονταν στούς δρόμους καί σχημάτιζαν «κώμους», πομπές δηλαδή, πού συμποσίαζαν, χόρευαν καί τραγουδούσαν ἄσεμνα· ἐπιδίδονταν σέ μεθύσια καί καταντοῦσαν σέ πορνεῖες, βιασμούς, ἄλλες φοβερές ἀνηθικότητες. Κι ὅλα αὐτά μέ τήν ἐλευθερία πού τούς ἔδινε τό σκοτάδι.
Γιά τούς χριστιανούς ὅμως δέν εἶναι ἔτσι. Τό εὐαγγέλιο ἐξισώνει ἀπό ἠθικῆς ἀπόψεως ὅλες τίς ὧρες τοῦ ἡμερονυχτίου, καί ἡ νύχτα ἀπαιτεῖ τήν ἴδια σωφροσύνη, ὅπως ἡ ἡμέρα. Γι᾽ αὐτό ὁ ἀπόστολος ζητᾶ νά εἴμαστε κόσμιοι, εἴτε εἶναι ἡμέρα εἴτε εἶναι νύχτα, ὅπως φροντίζουμε νά εἴμαστε πάντοτε μπροστά στά μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὀνομάζει δέ τίς ἀσχημίες τῶν εἰδωλολατρῶν «ἔργα τοῦ σκότους». «Ὅπως περπατᾶμε μέσα στό φῶς τῆς ἡμέρας μέ εὐπρέπεια, ἔτσι νά ζοῦμε, ὄχι μέ πομπές καί μεθύσια, ὄχι μέ ἁμαρτωλές συνουσίες καί  ἀκατονόμαστες ἀσέλγειες, ὄχι μέ καυγάδες καί ζήλειες». Προσθέτει στό τέλος τῆς αἰσχρῆς ἁλυσίδας καί τίς αἰτίες καί τά κέντρα τῶν ἄλλων παθῶν, ὅπως εἶναι ἡ φιλονικία καί ἡ ζήλεια.


Τά ὅπλα τοῦ φωτός

  Ἀλλά δέν σταματά ἐδῶ, δέν γυμνώνει ἁπλῶς τόν ἄνθρωπο· τόν ντύνει καί τόν στολίζει μέ τά «ὅπλα τοῦ φωτός». «Μή φοβηθεῖς», λέει ὁ Χρυσόστομος, «ὅταν ἀκούσεις τή λέξη ὅπλα. Γιά τήν ὁρατή πανοπλία εἶναι βέβαια βαρύ καί δέν τό εὐχόμαστε νά ὁπλιζόμαστε, ἐδῶ ὅμως εἶναι ποθεινό καί ἀξίζει νά τό εὐχηθοῦμε· διότι τά ὅπλα εἶναι τοῦ φωτός· γι᾽ αὐτό καί σέ ἐμφανίζουν λαμπρότερο ἀπ᾽ τήν ἀκτῖνα, σκορπᾶς πλούσια λάμψη. Ἀκόμη σέ καθιστοῦν ἀσφαλῆ -καθότι ὅπλα- καί σέ κάνουν νά λάμπεις –καθότι ὅπλα τοῦ φωτός. Τί λοιπόν; Δέν εἶναι ἀνάγκη νά πολεμήσουμε; Ἀνάγκη νά πολεμήσουμε εἶναι, ὄχι ὅμως καί νά ταλαιπωρηθοῦμε καί νά κοπιάσουμε· ἀφοῦ οὔτε γιά πόλεμο πρόκειται, ἀλλά γιά σεμνή καί χαρούμενη συγκέντρωση. Τέτοια εἶναι ἡ φύση τῶν ὅπλων, τέτοια εἶναι ἡ δύναμη τοῦ στρατηγοῦ. Ὅπως βγαίνει ὁ νυμφίος στολισμένος ἀπό τό νυφικό δωμάτιο, ἔτσι κι ἐκεῖνος πού εἶναι ἁρματωμένος μ᾽ αὐτά τά ὅπλα· καθ᾽ ὅσον εἶναι συγχρόνως καί στρατιώτης καί νυμφίος».


Ντυθεῖτε τόν Χριστό

  Θά περίμενε κανείς νά ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάποια σειρά ἀπό ἀρετές -σέ ἀντίθεση μέ τίς προηγούμενες κακίες- πού θά ἀποτελοῦσαν τό φόρεμα τοῦ χριστιανοῦ. Ἀντί γι᾽ αὐτό ὅμως ὁ ἀπόστολος μᾶς δίνει γιά ἔνδυμα, σ᾽ ἐκείνη τήν ἐπίσημη μέρα τῆς συναντήσεώς μας μέ τόν Κύριο, τόν ἴδιο τόν Χριστό. «Ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν», λέει. Διότι πράγματι, αὐτός πού ἔχει τόν Κύριο, ἔχει ὅλες τίς ἀρετές. Ὁ Χριστός, λοιπόν, εἶναι ὁ Νυμφίος μας, ὁ Χριστός εἶναι καί τό νυφικό μας!
  «Καί νά, τί σημαίνει ντυθεῖτε», ἑρμηνεύει καί πάλι ὁ Χρυσόστομος. «Νά μή μᾶς λείψει ποτέ, νά φαίνεται στό κάθε τι πάνω μας μέ τήν ἁγιωσύνη μας, μέ τήν καλωσύνη. Τό ἴδιο λέμε καί γιά τούς φίλους· ὁ τάδε ντύθηκε τόν τάδε, ἐννοώντας τήν πολλή ἀγάπη καί τήν ἀδιάλειπτη συναναστροφή, ἀφοῦ αὐτός πού ντύθηκε ἐμφανίζει ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἔχει ντυθεῖ. Ἄς φαίνεται, λοιπόν, στό κάθε τι πάνω μας ὁ Χριστός». Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ «περισκεπάζει», ντύνει καί προστατεύει, τόν νοῦ μας. Ἔτσι ὁ Χριστός εἶναι ἕνα ἔνδυμα πού σκεπάζει τή γυμνότητά μας, στολίζει τήν ψυχή μας καί μᾶς ὁπλίζει ἔναντι τῶν ἐχθρῶν.
  Ντύνομαι ἕνα πρόσωπο σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο αὐτό γίνεται ὁ ἄξονας, γύρω ἀπό τόν ὁποῖο στρέφεται ὁ κόσμος τῆς σκέψεως, τῆς βουλήσεως καί τοῦ συναισθήματός μου. Νά ντυθῶ τόν Χριστό, λοιπόν, σημαίνει νά ἀποκτήσω τά δικά του σπλάγχνα, τή δική του καρδιά, τή δική του νοοτροπία,τή δική του θέληση, τή δική του ζωή. Ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἶναι σέ θέση νά κάνουν πραγματικότητα αὐτή τή μοναδική δωρεά τοῦ οὐρανοῦ στή χωματένια μας ὕπαρξη. Χρειάζεται ὅμως κι ἐμεῖς νά διαφυλάξουμε αὐτή τή δωρεά καί νά μήν ἐρεθίζουμε τή σάρκα μας, προκαλώντας της ἄνομες ἐπιθυμίες, πού λυποῦν τό Πνεῦμα τό ἅγιο καί διώχνουν τόν Θεό ἀπό τή ζωή μας. «Ντυθεῖτε τόν Χριστό», λέει ὁ Παῦλος, «καί μήν κανακεύετε τή σάρκα σας, ὥστε νά ἐπιθυμεῖ τήν ἁμαρτία».


Κάλεσμα στή ζωή

  Τρεῖς αἰῶνες ἀφ᾽ ὅτου εἶχε γραφεῖ αὐτή ἡ ἐπιστολή, τό κομμάτι πού εἴδαμε ἔπεσε στά χέρια ἑνός μεγάλου ἁμαρτωλοῦ, τοῦ Αὐγουστίνου. Τό ἐγερτήριο σάλπισμα τοῦ ἀποστόλου ἤχησε συγκλονιστικά μέσα στήν καρδιά του καί στάθηκε ἱκανό νά τόν ξυπνήσει ἀπό τόν πνευματικό λήθαργο, στόν ὁποῖο εἶχε πέσει. Πέταξε μακριά του τά σκοτεινά ἔργα, καθάρισε τόν ἑαυτό του καί ντύθηκε τόσο λαμπρά, ὥστε ἀναδείχθηκε ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.
Δέν εἶναι καιρός νά κάνουμε κι ἐμεῖς τό ἴδιο; Ἀρκετά κοιμηθήκαμε μακριά ἀπ᾽ τόν Χριστό, ἀρκετά καταχρασθήκαμε τό χρόνο τῆς ζωῆς μας. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ καί μᾶς περιμένει νά δώσει ζωή καί νόημα στή ζωή μας, νά πλύνει τίς ψυχές μας μέ τό αἷμα τοῦ Ἀρνίου, πού σέ λίγο θά ἀρχίσει νά ἀνεβαίνει τό Γολγοθᾶ του, νά μᾶς στολίσει καί νά μᾶς ντύσει μέ τόν ἴδιο τόν Χριστό, νά μᾶς ἀσφαλίσει μέ τά φωτεινά της ὅπλα. Κάθε Κυριακή στρώνει πλούσιο τό τραπέζι της καί μᾶς προσφέρει νά χορτάσουμε χαρά, ἀλήθεια καί Θεό.
Ποιός λογικός ἄνθρωπος θά ἀντάλλαζε ποτέ αὐτήν τήν εὐωχία μέ τά ἀποκριάτικα γλέντια τοῦ κόσμου;


Στέργιος Ν. Σάκκος

Ἀπολύτρωσις 45 (1990) 17-20