Γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα

penticosti cἩ μεγάλη γιορτή τῆς Πεντηκοστῆς ἀποτελεῖ τήν γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλη­σίας. Τί θά πεῖ Ἐκκλησία; Ἐκκλησία κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς (Α΄ Κο 12,27). Γεννιέται λοιπόν καί πάλι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Μέ μιά διαφορά: Αὐτή τήν φορά δέν γεννιέται ὡς ἄτομο, ἀλλά μέ μήτρα τό καινό καί κενό μνῆμα του καί μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γεννιέται ὡς σύλλογος, ὡς ἄθροισμα πιστῶν.
Αὐτή ἡ μυστική ὑπόσταση τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ὁ Κύριος, μαρτυρεῖται ὄχι μόνον ἀπό τήν Βίβλο ἀλλά καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἱστορία. Ἄν ρίξουμε μιά ματιά στά πρῶτα βήματα τῆς Ἐκκλησίας στήν πορεία τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου θά μείνουμε ἔκπληκτοι. Ποιοί ἦταν οἱ πρῶτοι ἡγέτες της; Δώδεκα ψαράδες. Δώδεκα ἄνθρωποι πού δέν διέθεταν οὔτε γνώσεις οὔτε κοσμική ἐξουσία οὔτε ἅρματα καί στρατούς. Ποιοί ἦταν οἱ ἀντίπαλοί τους; Πρῶτα οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες τῶν Ἑβραίων πού διέθεταν κῦ­ρος καί ἰσχύ, καί ἔπειτα ἡ παντοδύναμη ρωμαϊκή ἐξουσία. Κι ἐνῶ θά περίμενε κανείς οἱ ἐχθροί τῆς πίστης νά συντρίψουν τό οἰκοδόμημα τῶν ψαράδων, συνέβη τό ἀ­δια­νό­ητο: Οἱ δώδεκα ψαράδες ὄχι μόνον ἀναδείχτηκαν νικητές ἀπέναντί τους, ἀλλά εἵλ­κυσαν στά δίχτυα τοῦ Πνεύματος ὅλη τήν Οἰκουμένη. Ποιός τούς ἐνίσχυσε; Ποιός μιλοῦσε μέ τό στόμα τους; Ποιός πύρωνε τίς καρδιές τους; Ποιός κατέβηκε μαζί τους στόν φοβερό ἅδη τῶν διωγμῶν πού διήρκεσαν τριακόσια χρόνια (!), καί τούς ἀνέστησε μέ τήν δύναμη τῆς ἀνάστασής του; Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, τό ἀρνί πού σφάχτηκε κι ὅμως ζεῖ (Ἀπ 5,6), αὐτός πού ὁ Παῦλος χαρακτηρίζει ἑαυτό του καί ταυτότητά του: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γα 2,20).
Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν εἶναι ὁ Χριστός. Κι αὐτό δέν ἀπο­δεί­χτηκε μόνο κάποτε, ἀλλά φανερώθηκε καί στίς ἡμέρες μας. Δέν ἔχουν περάσει πολλά χρόνια ἀπό τό κα­ταπληκτικό σημεῖο πού ἐπιτέλεσε ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στίς χῶρες οἱ ὁποῖες διοικοῦνταν ἀπό ἀθεϊστικά καθεστῶτα. Μέσα σέ μιά νύχτα καί χωρίς νά ἀνοίξει ρουθούνι ὁ ἀθεϊστικός πύργος κατέρρευσε μέ πάταγο. Κι ἐνῶ οἱ παράγοντες τῶν καθεστώ­των αὐτῶν κόμπαζαν στόν καιρό τῆς δόξας τους ὅτι ὁλο­κλήρωσαν τό ἔργο τοῦ Διο­κλη­τιανοῦ, εἶδαν ἔκπληκτοι νά ἀναδύεται μέσα ἀπό τίς στάχτες μιά Ἐκκλησία παντο­δύ­να­μη. Ποιός τό ἔκανε αὐτό; Ποιός ἀνέβηκε μαζί μ᾽ αὐτούς τούς λαούς στόν σταυρό τῆς καταδίκης ἀλλά καί στόν θρόνο τῆς δόξας; Καί πάλι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος• καί πάλι ὁ σταυ­ρω­μένος καί ἀναστημένος Θεός, αὐτός πού βεβαίωνε τόν ἀρ­νητή του -καί τό ἐπιμαρτυροῦν οἱ αἰῶνες- ὅτι «εἶναι ὀδυνηρό νά κλοτσᾶς στά καρφιά» (Πρξ 26,14).
Ὡστόσο αὐτή ἡ συνείδηση πού πρέπει νά ἔχουμε ὅλοι, ὅτι δηλαδή εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, συνεπάγεται καί μιά μεγάλη εὐθύνη: τήν εὐθύνη τῆς ἑνό­τητας. Ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική του προσευχή πρό τοῦ πάθους του, ὅταν τήν ψυχή του συνεῖχε ὁ ἐπικείμενος θάνατός του, δέν παρακάλεσε τόν Πατέρα του γιά τίποτε ἄλλο παρά μόνο γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἑνότητα τῶν μαθητῶν του. Προσ­ευχήθηκε πέντε φορές «γιά νά εἶναι ὅλοι ἕνα» (Ἰω 17,11∙ 21∙ 22∙ 23). Γιατί τό ἔκανε αὐτό; Γιατί οἱ μαθητές του ἦταν ἐκεῖνοι πού θά συνέχιζαν τό ἔργο του, ἐκεῖνοι δη­λαδή πού θά κατέθεταν τήν μαρτυρία τους στόν κόσμο γιά τόν Θεό τῆς ἀγάπης. Πῶς ὅμως θά τό ἔκαναν αὐτό ἄν δέν ἦταν ἑνωμένοι μεταξύ τους ἀλλά διασπασμένοι καί ἀντίπαλοι; Τό κήρυγμά τους γιά τήν ἀγάπη δέν θά εἶχε καμιά ἀπήχηση καί οἱ συνέπειες θά ἦταν τραγικές γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά αὐτή τήν ἑνότητα. Το­νίζει ὅτι ἀφοῦ εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ δέν δικαιολογεῖται νά ἀδια­φοροῦμε γιά τόν ἀδελφό μας πού πάσχει. Ὅταν πάσχει ἕνα μέλος τοῦ σώμα­τος συμπάσχουν ὅλα τά μέλη. Ἤ ὅταν τιμᾶται ἕνα μέλος συγχαίρουν καί τά ὑπό­λοιπα (Α΄ Κο 12,26). Ἄς σκεφτοῦμε: Ἄν τυχόν χτυπήσει ἔστω τό μικρό δάχτυλο τοῦ ποδιοῦ μας τί κάνει τό σῶμα; Ἀδιαφορεῖ ἤ προσπαθεῖ μέ ὅλες του τίς δυνάμεις νά ἀντιμετωπίσει τό πρόβλημα; Δέν κινητοποιεῖται καί ὁ ἐγκέφαλος καί τά μάτια καί τά χέρια καί ὅλα τά ὄργανά μας; Ἔχει σημασία τό ὅτι πρόκειται γιά τό πιό μικρό μέλος; Ἔτσι πρέπει νά συμβαίνει καί στό μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκ­κλησία. Ὁ κάθε πι­στός πρέπει νά ἀγαπᾶ καί νά συνδέεται μέ τόν ἀδελφό του ὅπως τά μέλη τοῦ σώ­μα­τος.
Ἔχουμε ἆραγε συνειδητοποιήσει αὐτό τό χρέος; Ὑπάρχει ἑνότητα στά Πατριαρχεῖα, στίς ἀρχιεπισκοπές, στίς μητροπόλεις, στίς ἐνορίες, στίς μοναχικές καί ἱεραποστολικές ἀδελφότητες; Ἤ ὑπάρχουν ἔριδες καί φατριασμοί καί σχίσματα καί ἐγωπάθεια; Νά θυμόμαστε πάντοτε ὅτι τό σῶμα μπορεῖ νά ἀπειληθεῖ καί ἀπό ἕνα μόνο κύτταρο. Ὅταν ἕνα κύτταρο δέν λειτουργεῖ σωστά ἀλλά ἄτυπα, τότε προ­κα­λεῖται καρκίνος μέ συνέπεια τόν θάνατο. Καί ἐπίσης νά μνημονεύουμε πάντοτε τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι «ἄν δαγκάνετε καί τρῶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, προ­σέξτε μήπως ἀλληλοεξοντωθεῖτε» (Γα 5,15).
Ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί ἡ προστασία της δέν εἶναι πα­ρω­νυχίδα. Εἶναι ἀνάγκη ζωτικῆς σημασίας.

Εὐάγγελος Ἀλ. Δάκας