Ἡ ἄνοιξη τῆς μεσσιακῆς ἐποχῆς

Τό γενικό θέμα τῶν κηρυγμάτων τοῦ Ἠσαΐα πού περιέχονται στά τε­λευταῖα κεφάλαια τοῦ βιβλίου του (40-66) εἶναι ἡ παρηγοριά τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἡ λύ­τρωση πού θά χαρίσει ἡ θυσία τοῦ Μεσσία.
Κείμενο
1. Ἐξεγείρου ἐξεγείρου, Σιών, ἔν­δυ­σαι τὴν ἰσχύν σου, Σιών, καὶ ἔν­δυσαι τὴν δόξαν σου, Ἰερουσαλὴμ πό­λις ἡ ἁγία· οὐκέτι προστεθήσεται δι­ελθεῖν διὰ σοῦ ἀπερίτμητος καὶ ἀκά­θαρτος.
2. Ἐκτίναξαι τὸν χοῦν καὶ ἀνά­στηθι, κάθισον, Ἰερουσαλήμ· ἔκδυσαι τὸν δε­σμόν τοῦ τραχήλου σου, ἡ αἰ­χ­μά­λωτος θυγάτηρ Σιών.
3. Ὅτι τάδε λέγει Κύριος· δω­ρεὰν ἐ­πράθητε καὶ οὐ μετὰ ἀργυρίου λυ­τρω­θήσεσθε.
4. Οὕτως λέγει Κύριος· εἰς Αἴ­γυπτον κατέβη ὁ λαός μου τὸ πρό­τε­ρον παρ­οικῆσαι ἐκεῖ, καὶ εἰς ᾿Ασ­συρίους βίᾳ ἤ­χθησαν·
5. καὶ νῦν τί ἐστὲ ὧδε; Τάδε λέγει Κύ­ριος· ὅτι ἐλήφθη ὁ λαός μου δω­ρεάν, θαυμάζετε καὶ ὀλολύζετε. Τάδε λέγει Κύ­ριος· δι᾿ ὑμᾶς δια­παν­τὸς τὸ ὄνομά μου βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι.

6. Διὰ τοῦτο γνώσεται ὁ λαός μου τὸ ὄνομά μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐ­κεί­νῃ, ὅτι ἐ­γώ εἰμι αὐτὸς ὁ λαλῶν· πά­ρειμι

7. ὡς ὥρα ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὡς πόδες εὐαγγελιζομένου ἀκοὴν εἰρή­νης, ὡς εὐαγγελιζόμενος ἀγαθά, ὅτι ἀκου­στὴν ποιήσω τὴν σωτηρίαν σου λέγων Σιών· βασιλεύσει σου ὁ Θεός.
Μετάφραση
1. Σήκω, σήκω, Σιών! Ντύσου τήν δυ­να­μή σου, Σιών, καί ντύσου τήν δόξα σου, Ἰερουσαλήμ, πόλη ἁγία! Δέν θά ξανα­περάσει πλέον μέσα ἀπό σένα ἀ­πε­ρί­τμητος καί ἀκάθαρτος.
2. Σήκω, τίναξε ἀπό πάνω σου τό χῶ­μα καί κάθισε, Ἰερουσαλήμ! Ἀ­φαίρεσε τήν θηλειά ἀπό τόν τράχηλό σου, αἰ­χμάλωτη θυγατέρα μου Σιών!
3. Διότι αὐτά λέγει ὁ Κύριος: «Δωρεάν πουληθήκατε καί δίχως χρή­ματα θά ἐξαγορασθεῖτε».
4. Ἔτσι λέγει ὁ Κύριος: «Στήν Αἴγυπτο κατέβηκε ὁ λαός μου παλαιό­τερα, γιά νά μείνει ἐκεῖ ὡς πάροικος, καί στούς Ἀσ­συρίους μέ τήν βία ὁδη­γήθηκαν».
5. Καί τώρα γιατί εἶστε ἐδῶ; Αὐτά λέ­γει ὁ Κύριος: «Ἐπειδή αἰ­χμα­λωτίσθηκε ὁ λαός μου δωρεάν, ἀπο­ρεῖτε καί θρη­νεῖτε». Αὐτά λέγει ὁ Κύ­ριος: «Ἐξ­αι­τίας σας συνεχῶς τό ὄ­νομά μου συκοφαν­τεῖ­ται ἀνάμεσα στά ἔ­θνη».
6. Γι’ αὐτό θά γνωρίσει ὁ λαός μου τό ὄνομά μου τήν ἡμέρα ἐκείνη, ὅτι δηλα­δή εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος πού μιλάω· καταφθάνω
7. σάν τήν ἄνοιξη πάνω στά βουνά, σάν τά πόδια ἐκείνου πού ἀ­ναγγέλλει χα­ρούμενο μήνυμα εἰρή­νης, σάν ἐ­κεῖν­ον πού ἀναγγέλλει ἀγα­θά. Διότι θά κά­νω ξακουστή τήν σω­τηρία σου λέ­γοντας στήν Σιών· «βασιλιάς σου θά εἶ­ναι ὁ Θε­ός».
Ὁ προφήτης Ἠσαΐας παρομοιάζει τήν Σιών μέ αἰχμαλωτισμένη βασι­λο­πούλα, τήν ὁποία ἔχει καταβάλει ἡ θλί­ψη καί ἡ ἐξουθένωση καί τήν ἔχει ρίξει σέ κατάσταση ἀδυναμίας καί ἀ­δρά­νει­ας. Μέ τήν ἐπίμονη προτροπή «ἐξε­γεί­ρου ἐξεγείρου» τήν καλεῖ νά ση­κωθεῖ καί τήν ἐνθαρρύνει, διότι δέν εἶναι πλέ­ον ἡ ρυπαρή καί ἁλυσο­δε­μένη σκλάβα· ἦρθε ἡ ὥρα τῆς λύ­τρω­σής της. Τώρα εἶναι ἀνάγκη νά νικήσει τήν ἀπογοή­τευ­σή της. Νά πάρει θάρ­ρος καί σάν μα­χητής νά περιβληθεῖ τήν δύναμή της καί τήν δόξα της, νά ἀρχίσει νέα ζωή τελείως διαφορετική ἀπό τήν προη­γούμενη.
Μέ τήν προσφώνηση «Ἰερουσα­λήμ πόλις ἡ ἁγία» ὁ προφήτης ὑ­παι­νίσ­σε­ται τόν ἡγεμονικό ρόλο πού θά συνεχί­σει νά ἔχει ἡ Ἰερουσαλήμ ἀνά­μεσα στίς ἄλλες πόλεις. Αὐτή εἶναι ἁ­γία, ξεχωρι­σμένη καί δοσμένη στόν Θε­ό. Πολλές φορές μέχρι τώρα ἡ ἁγι­ότητά της βε­βηλώθηκε ἀπό ἀπερί­τμη­τους εἰδωλο­λάτρες καί ἀκάθαρτους Ἰουδαίους πού τήν μόλυναν μέ τήν ἀ­σεβῆ ζωή τους. Ὅλα αὐτά ὅμως ἀ­νή­κουν στό παρελ­θόν. Ἡ ἁγιότητά της θά μείνει στό ἑξῆς ἀκηλίδωτη.
Αὐτή ἡ νέα Σιών ἡ ἁγία εἶναι ἡ Ἐκ­κλησία, πού ἁγιάσθηκε μέ τό Πνεῦμα τό ἅγιο. Ὁ Θεός δέν θά ἐ­πιτρέψει νά βλά­ψουν τήν ἁγιότητά της ἡ ἀπο­στα­σία καί ἡ ἠθική ἀκαθαρσία οὔτε ὁ­ποια­δήποτε ἀδικία καί πονηριά.
Μέ τό στόμα τοῦ Ἠσαΐα ὁ Κύριος διαβεβαιώνει ὅτι δέν πούλησε τήν Σι­ών στούς ξένους, ἀλλά τήν παρέ­δωσε δω­ρεάν. Μέ τήν ἔκφραση αὐτή ἐννοεῖ ὅτι δέν τούς παραχώρησε τά δικαιώ­ματά του πάνω της. Τήν παρέδωσε στά χέρια τους προσωρινά, μόνο γιά νά τήν παι­δαγωγήσει. Ἔχει, ἑπομέ­νως, δικαίωμα νά τήν ἐλευθερώσει ὅ­ποτε θελήσει. Παρακολουθεῖ τήν ἱστο­ρία καί θά ἐπέμ­βει ὅταν ὁ Ἴδιος κρί­νει, ὅπως ἔκανε καί παλαιότερα, ὅταν ὁ λαός του ἦταν ὑ­πόδουλος στούς Αἰ­γυπτίους.
Στά χρόνια τοῦ Ἠσαΐα «εἰς ᾿Ασσυ­ρί­ους βίᾳ ἤχθησαν»· τό βόρειο βα­σί­λειο, τοῦ Ἰσραήλ, καταλύθηκε ὁριστικά (722 π.Χ.) ἀπό τούς Ἀσσυρίους καί οἱ Ἰ­σρα­ηλίτες σύρθηκαν στά βάθη τῆς Ἀσ­συ­ρί­ας. Ἀλλά καί στό νότιο βα­σί­λειο, τοῦ Ἰούδα, κυριεύθηκαν ὀχυ­ρω­μένες πό­λεις καί κιν­δύνευσε ἡ ἴδια ἡ Ἰερουσαλήμ. Θαυ­μα­τουργικά ὁ Θεός τήν ἔσωσε.
Τό βλέμμα τοῦ Ἠσαΐα ἀτενίζει ἀ­κό­μη βαθύτερα στό μέλλον: τήν κα­τά­λυση τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰούδα ἀπό τούς Βα­βυ­λω­νίους καί τήν Βαβυλώνια Αἰχμαλω­σία (606-538 π.Χ.). Ὁ Κύριος, ὡστό­σο, βε­βαι­ώνει ὅτι δέν θά ἐγκα­τα­λείψει αἰ­χμά­λωτους τούς Ἰουδαίους. Ἡ θεία πα­ρέμ­βασή του θά κλείσει τό στόμα τῶν ἀσε­βῶν πού βλα­σφημοῦν τό ὄνομά του, κα­θώς τόν χλευ­άζουν ὡς δῆθεν ἀνίσχυρο νά σώσει τόν λαό του, καί θά πλημμυ­ρί­σει μέ εὐ­φρο­σύ­νη τούς πι­στούς. Θά ἀν­τιλη­φθοῦν τήν σω­τήρια πα­ρουσία του, ὅπως ἀντι­λαμ­βά­νονται τόν ἐρχομό τῆς ἄνοιξης πού πρασι­νίζει τά βουνά. Θά σκιρ­τή­σουν ἀπό χαρά, ὅπως ὅταν δέ­χονται σέ καιρό πολέμου τόν ἀγγελιο­φό­ρο τῆς εἰρήνης.
Τά προφητικά αὐτά λόγια δέν ἀ­να­φέ­ρονται μόνο στήν εὐχάριστη εἴ­δηση τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν Ἰου­δαίων ἀπό τούς Βαβυλωνίους, ἀλλά κυρίως στόν ἐρχομό τοῦ Μεσσία. Μέ αὐτά ἐκφρά­ζε­ται ὁ ἀπό­στολος Παῦλος ὅταν ἀνα­φέ­ρε­ται στό ἔρ­γο πού ἐπιτελοῦν οἱ κήρυκες τοῦ εὐ­­αγγε­λί­ου, κα­θώς με­ταφέρουν τό ἄγγελμα τῆς σω­τη­­ρίας· «ὡς ὡραῖοι (ἀ­νοιξιάτικοι*) οἱ πό­δες τῶν εὐαγγε­λι­ζο­μένων εἰρήνην, τῶν εὐαγ­γελιζομένων τὰ ἀγαθά» (Ρω 10,15).

Στεργίου Ν. Σάκκου

• Βλ. Στ. Ν. Σάκκου, Περί μεταφράσεως, σσ. 58-61.Ἡ ἄνοιξη τῆς μεσσιακῆς ἐποχῆς