Κυριακή Ἀσώτου Λκ 15,11-32

asotosΤήν δύναμη τῆς μετανοίας καί τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρωπίας τονίζει καί ἡ τρίτη παραβολή, πού ἐπικράτησε νά ὀνομάζεται «παραβολή τοῦ ἀσώτου», ἄν καί εἶναι ἴσως πιό ἐπιτυχημένος ὁ τίτλος «παραβολή τοῦ εὔσπλαγχνου πατέρα», διότι μέ τρόπο μοναδικό «δημοσιεύει τὴν ἀνυπέρβλητον εὐσπλαγχνίαν καὶ ἀνείκαστον φιλοστοργίαν τοῦ οὐρανίου πατρός». Κατά τόν ἅγιο Κύριλλο ὁ ᾿Ιησοῦς θεώρησε ἀναγκαῖο νά διηγηθεῖ αὐτή τήν παραβολή εἰδικά γιά τούς φαρισαίους καί τούς ἄλλους κατηγόρους του, ὥστε νά τούς διδάξει τήν φιλαδελφία.
 ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου ἀποτελεῖ «τό μαργαριτάρι τῶν παραβολῶν», ἕναν πραγματικό θησαυρό σοφίας, εὐσπλαγχνίας, ἀγάπης καί τρυφερότητος. Καί μόνον αὐτή ἀρκεῖ γιά νά πιστοποιήσει ὅτι στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό «κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς» (Κλ 2,9). Δικαιολογημένα χαρακτηρίσθηκε «τό Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελίου». Μέ ἕναν ἄφθαστο συνδυασμό δυνάμεως νοημάτων καί λιτότητος λόγου, μέσα στούς εἰκοσιδύο στίχους της δίδεται ἡ ἐπιτομή τοῦ Εὐαγγελίου, καθώς παρουσιάζεται μέ τρόπο μοναδικό, συνοπτικά, παραστατικά καί συνταρακτικά τό δράμα τοῦ ἀποστάτη ἀνθρώπου, τοῦ κάθε ἁμαρτωλοῦ, ἄρα τοῦ καθενός ἀπό ἐμᾶς, γενικά τῆς ἀνθρωπότητος ὅλης. Συγχρόνως ὅμως προσφέρεται καί ἡ λύση αὐτοῦ τοῦ δράματος. Εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας τοῦ μετανοοῦντος ἁμαρτωλοῦ μέ τήν ἀγάπη τοῦ πολυεύσπλαγχνου Θεοῦ. ᾿Επιγραμματικά θά λέγαμε ὅτι στήν περιπέτεια τοῦ ἀσώτου διακρίνονται οἱ ἑξῆς τέσσερις σταθμοί· ἀποστασία - καταστροφή, ἐπιστροφή - σωτηρία.
 Γράφτηκε χαρακτηριστικά· «Βάλτε ἀπό τό ἕνα μέρος τῆς πλάστιγγας ὅλα ὅσα ὁ Κομφούκιος, ὁ Βούδδας, ὁ Ζωροάστρης, καί ὁ Σωκράτης ἔγραψαν ἤ εἶπαν, βάλτε ἀπό τό ἄλλο μέρος μόνη τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου, καί θά δεῖτε ποῦ θά βαρύνει ἡ πλάστιγγα. ῾Η παραβολή αὐτή εἶναι ἡ θεία προσαρμογή στίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου». Διακεκριμένος κριτικός τῆς λογοτεχνίας συγκρίνοντας τήν παραβολή μέ τά ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας καταλήγει στό συμπέρασμα· «᾿Από λογοτεχνικῆς ὑπεροχῆς αὐτή ἡ ἀφήγηση εἶναι ἀνυπέρβλητη. Τίποτε πιό ἁπλό, πιό ἀληθινό, πιό ρωμαλέο δέν θά μποροῦσε νά βρεθεῖ μεταξύ τῶν πιό διάσημων κομματιῶν τῆς ἑλληνικῆς κλασικῆς λογοτεχνίας. Πρόκειται γιά μία συγκλονιστική τραγωδία συμφιλίωσης».
 ῾Η παραβολή ἀπαρτίζεται ἀπό δύο μέρη. Τό πρῶτο (στ. 11-24) παρουσιάζει τόν ἄσωτο υἱό καί τήν ἐπιστροφή του στίς ἑξῆς πέντε σκηνές·
 α) ᾿Αναχώρηση ἀπό τό πατρικό σπίτι - ἁμαρτία (στ. 11-13)
 β) ᾿Αθλιότης - τιμωρία (στ. 14-16) 
 γ) Μετάνοια (στ. 17-19)
 δ) ᾿Επιστροφή στό σπίτι τοῦ πατέρα (στ. 20-21)
 ε) ᾿Αποκατάσταση - συγχώρηση καί δικαίωση (στ. 22-24).
 Τό δεύτερο μέρος τῆς παραβολῆς ἀναφέρεται στόν πρεσβύτερο υἱό, πού ἀποδείχθηκε γογγυστής (στ. 25-32). Διακρίνονται δύο σκηνές·
 α) ῾Η συζήτηση τοῦ πρεσβυτέρου υἱοῦ μέ τόν δοῦλο (στ. 25-28)
 β) ῾Η συζήτηση μέ τόν πατέρα του (στ. 29-32). 

15,11-12. Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς, καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον.
 ᾿Από τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο εἰσάγεται ἡ παραβολή, εἶπε δέ, δέν εἶναι δυνατό νά προσδιορισθεῖ ἄν λέχθηκε ἀμέσως μετά τίς δύο προηγούμενες ἤ σέ κάποια ἄλλη περίσταση. Τό βέβαιο εἶναι ὅτι ἀπευθύνεται, ὅπως καί ἐκεῖνες, τόσο στούς ἁμαρτωλούς ὅσο καί στούς γογγυστές φαρισαίους καί γραμματεῖς. ᾿Ακόμη καί ἄν ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε τήν παραβολή σέ διαφορετικό τόπο καί χρόνο, ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ὡς συστηματικός ἱστορικός εὔστοχα τήν παραθέτει ἐδῶ, ἀκριβῶς λόγῳ τοῦ κοινοῦ νοήματος.
 ῾Η παραβολή διηγεῖται ὅτι κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. ῾Ο νεώτερος εἶπε στόν πατέρα του· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Ζητᾶ νά τοῦ δοθεῖ τό μερίδιο τῆς πατρικῆς περιουσίας πού τοῦ ἀνήκει. Σύμφωνα μέ τόν νόμο, κάθε πρωτότοκος δικαιοῦνταν διπλό μερίδιο (βλ. Δε 21,17)· ἑπομένως στόν νεώτερο γιό τῆς παραβολῆς ἀνῆκε τό 1/3 τῆς περιουσίας. Συνήθως ὁ πρωτότοκος κληρονομοῦσε τό πατρικό σπίτι καί τούς ἀγρούς. Τά ἄλλα ἀδέλφια ἔπαιρναν σέ χρῆμα τό μερίδιό τους. Μέ αὐτό μποροῦσαν νά ἐμπορευθοῦν, νά ἀγοράσουν δικά τους κτήματα, νά συνάψουν γάμο καί γενικά νά ὀργανώσουν τήν ζωή τους. Εἶχε, λοιπόν, τό δικαίωμα ὁ νεώτερος γιός νά ζητήσει τό μερίδιο τῆς πατρικῆς κληρονομιᾶς. ῞Οπως δείχνει ὅμως ὁ αὐθάδης τρόπος μέ τόν ὁποῖο τό ἀπαιτεῖ καί ἡ σπάταλη διαχείρισή του στήν συνέχεια, δέν ἔκανε καλή χρήση αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος.
 ῾Ο πατέρας διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον, τούς μοίρασε τήν περιουσία του. Μέ μακροθυμία ἀντιμετώπισε τήν θρασύτητα τοῦ γιοῦ του καί, σεβόμενος τό δικαίωμα καί τήν ἐλευθερία του, ἱκανοποίησε τό αἴτημά του. ᾿Αναμφίβολα, θά τόν συμβούλευσε ποιό ἦταν τό συμφέρον του. Δέν θέλησε, ὡστόσο, αὐταρχικά νά τόν ἐμποδίσει ἀπό ὁποιαδήποτε ἐνέργεια. Χρησιμοποιεῖ τήν ἀγωγή τῆς ἐλευθερίας καί ὄχι τήν διαταγή τῆς κυριαρχίας. Καταλάβαινε, ἐξάλλου, ὅτι ὁ γιός του, τυφλωμένος ἀπό τόν ἐγωισμό καί τήν ἔπαρσή του, δέν ἦταν σέ θέση νά ἀποδεχθεῖ καμία πατρική συμβουλή. Τό μόνο πού θά μποροῦσε πλέον νά τόν συνετίσει ἦταν ἡ ἔμπυρη ἐμπειρία. Μέ πόνο, λοιπόν, ὁ πατέρας προχώρησε στήν μοιρασιά τῆς περιουσίας του. 15,13. Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
 
῾Η καλωσύνη τοῦ πατέρα δέν συγκίνησε τόν νέο. ῾Ο οἶστρος γιά ἀνεξαρτησία τόν εἶχε κυριεύσει. Δέν τόν ἄφηνε νά δεῖ πόσο ἀληθινά σεβόταν τήν ἐλευθερία του ἡ πατρική ἀγάπη. Μόλις πῆρε σέ χρῆμα τό μερίδιο τῆς περιουσίας, μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας, πρίν περάσουν πολλές ἡμέρες, διότι δέν ἄντεχε περισσότερο νά περιμένει, συναγαγὼν ἅπαντα, μάζεψε ὅλα του τά ὑπάρχοντα, δίχως νά ἀποκρύψει ὅτι σκόπευε νά μήν ξαναγυρίσει, καί ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, ἔφυγε σέ χώρα μακρινή. ῎Ηθελε τό γρηγορώτερο νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν πατρική ἐπίβλεψη, ὥστε ἀδέσμευτος νά ἀπολαμβάνει τίς ἀθέμιτες ἡδονές πού τόν ἔθελγαν.
 ᾿Ενῶ ὅμως ξεκόπηκε ἀπό τόν πατέρα του κυνηγώντας τήν ἐλευθερία, παρασύρθηκε στήν ἀσυδοσία καί βρέθηκε δέσμιος στά πλοκάμια τῆς ἁμαρτίας. ᾿Επιγραμματικά ἀλλά καί πολύ παραστατικά περιγράφει ἡ εὐαγγελική διήγηση τήν ζωή τοῦ νεώτερου γιοῦ στήν χώρα τῆς ἀποστασίας· διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως, σκόρπισε ὅλη του τήν περιουσία σέ μία ζωή ἄσωτη, σπατάλησε τά ὑπάρχοντά του καί τά νιάτα του στήν ἀκολασία. ῾Η ἄσωτη, ἡ ἀκόλαστη ζωή του πρόβαλε τήν ἀφροσύνη του καί προσέβαλε τήν ὑπόληψη τοῦ ἀγαθοῦ πατέρα (βλ. Πρμ 28,7· «φυλάσσει νόμον υἱὸς συνετός, ὃς δὲ ποιμαίνει ἀσωτίαν ἀτιμάζει πατέρα»).
 ᾿Εφαρμόζοντας τήν παραβολή στήν πραγματικότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ὁ ἅγιος Χρυσόστομος τονίζει· «῞Οταν ἁμαρτάνουμε, φεύγουμε ἀπό τόν Θεό, δραπετεύουμε, ἀπομακρυνόμαστε σέ ξένη γῆ, ὅπως ἐκεῖνος πού κατέφαγε τά ὑπάρχοντα τοῦ πατέρα του φεύγοντας σέ ξένη γῆ, πού κατανάλωσε ὅλη τήν πατρική περιουσία καί ζοῦσε στόν λιμό». Καί ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος διδάσκαλος ποιά εἶναι ἡ δική μας περιουσία, τήν ὁποία μᾶς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος· «Μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τίς ἁμαρτίες, μᾶς χάρισε δύναμη, ἰσχύ γιά νά ἐργαζόμαστε τήν ἀρετή, μᾶς χάρισε προθυμία, ὑπομονή, μέ τό βάπτισμα μᾶς χάρισε Πνεῦμα ἅγιο· ἄν αὐτά τά ξοδέψουμε, θά βρεθοῦμε σέ λιμό».
 15,14. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
 ῾Η ζωή τῆς ἀσωτίας δέν μποροῦσε νά εἶναι ἀπεριόριστη, ὅπως ἴσως φανταζόταν ὁ νέος. Δύο παράγοντες, ἀναμενόμενος ὁ ἕνας (σπατάλη), ἀπροσδόκητος ὁ ἄλλος (λιμός), τήν ἀνέκοψαν· δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα, ὅταν ξοδεύτηκαν ὅλα τά πλούτη του, ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, ἔπεσε πεῖνα μεγάλη στήν περιοχή ἐκείνη, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι, ἄρχισε νά ὑπομένει στερήσεις. Μέσα στό κυνήγι καί στήν μέθη τῶν ἡδονῶν δέν προνόησε ἀσφαλῶς γιά τήν δύσκολη ὥρα. ῾Ο ἄσωτος νέος ὁδηγήθηκε σέ μεγάλη δυστυχία καί ἀθλιότητα. Τό ὄνειρο πού ἔπλαθε ἐγκαταλείποντας τό πατρικό του σπίτι γιά μία ζωή εὐτυχισμένη μέσα σέ ἀπολαύσεις πολύ σύντομα ἔσβησε.
 15,15. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.
 Μέσα στήν ἀπόγνωσή του ὁ νέος πορευθείς, ἀφοῦ περιπλανήθηκε ἴσως πολύ ζητώντας βοήθεια, ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, ἐπίμονα καί φορτικά παρακάλεσε νά τόν κρατήσει στήν δούλεψή του κάποιος ἀπό τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Αὐτός πού ἔφυγε ἀπό τό σπίτι του, ἐπειδή δέν ἤθελε νά ὑπακούει στόν πατέρα του, σάν παράσιτο προσκολλᾶται σέ ἕναν ξένο καί τόν ἱκετεύει νά τόν δεχθεῖ στήν δούλεψή του! ῞Ολοι ἐκεῖνοι πού τόν περικύκλωναν καί τοῦ ἔκαναν τόν φίλο, ὅταν μποροῦσαν νά ροκανίζουν τήν περιουσία τοῦ πατέρα του, τώρα πού δέν εἶχαν νά πάρουν τίποτε ἀπό αὐτόν τόν ἐγκατέλειψαν ἐπιβεβαιώνοντας μέ τήν συμπεριφορά τους ὅτι «τῶν εὐτυχούντων πάντες φίλοι, τῶν δυστυχούντων οὐδείς». Πραγματοποιήθηκε καί στήν δική του περίπτωση τό ἀρχαῖο γνωμικό· «ζεῖ (=βράζει) χύτρα, ζῆ φιλία».
 Πόση καταφρόνια τοῦ ἔδειξε ὁ ἄγνωστός του ἀλλοεθνής, φαίνεται ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἐπειδή ἴσως δέν μποροῦσε νά ἀνεχθεῖ οὔτε τήν θέα του, ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Τό νά γίνει κάποιος χοιροβοσκός ἦταν μεγάλος ἐξευτελισμός, ἰδιαίτερα γιά ἕναν ῾Εβραῖο. Κατά τόν μωσαϊκό νόμο οἱ χοῖροι ἦταν ἀκάθαρτα ζῶα -μέ τήν νομική ἔννοια- γι᾿ αὐτό ἡ κατανάλωση χοιρινοῦ κρέατος ἀπαγορευόταν (βλ. Λε 11,7· Δε 14,8)· οἱ πιστοί ᾿Ιουδαῖοι ἀπέφευγαν ἀκόμη καί νά ὀνομάσουν τόν χοῖρο, ζῶο τόσο βδελυρό γι᾿ αὐτούς. ῾Ο Κύριος χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα αὐτή προκάλεσε, ἀναμφίβολα, τόν ἀποτροπιασμό στίς καρδιές τῶν ἀκροατῶν του.
 15,16. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ.
 
Οἱ χοῖροι τούς ὁποίους ἔβοσκε ὁ ἄσωτος βρίσκονταν σέ καλύτερη θέση ἀπό τόν ἴδιο. ᾿Εκεῖνοι συμπλήρωναν τήν βοσκή τους μέ τά ξυλοκέρατα πού τούς ἔδινε τό ἀφεντικό καί ἦταν χορτάτοι. Τοῦ ἀσώτου ὅμως δέν τοῦ ἔφθανε γιά νά χορτάσει τήν πεῖνα του ἡ λιγοστή τροφή πού ἔπαιρνε ὡς ἀμοιβή. Ταλαίπωρος καί πειναλέος ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ, ἐπιθυμοῦσε νά γεμίσει τήν κοιλιά του· πολύ χαρακτηριστική ἔκφραση γιά κάποιον πού ὑποφέρει ἀπό τήν πεῖνα καί δέν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιά τήν ποιότητα οὔτε γιά τήν ποσότητα τῆς τροφῆς του. ῾Ο ἄσωτος λαχταροῦσε νά γεμίσει τό ἄδειο στομάχι του μέ τά ξυλοκέρατα (χαρούπια), τροφή κατάλληλη γιά χοίρους καί ὄχι γιά ἀνθρώπους. ᾿Εντούτοις, οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ, κανείς ἀπό τούς ὑπαλλήλους, πού ἦταν ὑπεύθυνοι γιά τήν διανομή τῆς τροφῆς στούς χοίρους, δέν τοῦ ἔδινε ξυλοκέρατα, γιά νά μήν τά στερήσει ἀπό τά ζῶα· ἐκεῖνα θεωροῦνταν πιό πολύτιμα ἀπό αὐτόν. Δέν στερήθηκε μόνο τήν περιουσία του, τήν ἐλευθερία, τούς φίλους, τήν τιμή του, ἀλλά ἀκόμη καί τήν τροφή τῶν χοίρων πού ἐπιθύμησε! Πλήρωσε, πράγματι, πολύ ἀκριβά τό ἀντίτιμο γιά τήν πρώτη λιγοστή «ἀπόλαυση» τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς του.
 15,17. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!
 ῾Η σκληρή πραγματικότητα στήν ὁποία βρέθηκε ὁ φυγάς μακριά ἀπό τό πατρικό σπίτι τόν ἀφύπνισε. ῾Η κακοπάθεια τόν συνέτισε. ᾿Ανάνηψε ἀπό τήν μέθη τῆς ἁμαρτίας καί ἀντιλήφθηκε τήν κατάστασή του. 
 ᾿Ελπιδοφόρο τό μήνυμα γιά κάθε παραστρατημένη ψυχή καί γιά τήν σύγχρονη ἀνθρωπότητα, τήν ἀποστατημένη καί ἀλλοτριωμένη ἀπό τόν Θεό. ῾Η ἴδια ἡ ἁμαρτία καί ἡ διαφθορά, πού φέρνει τόν ἄνθρωπο σέ ἀδιέξοδο, μπορεῖ νά γίνει ὁ πειστικός δάσκαλος καί ὁδηγός του γιά τήν μετάνοια καί τήν ἐπιστροφή. «Μεγάλη τῶν κερατίων ἡ πειστικότης», κατά τήν ἀποφθεγματική διατύπωση τοῦ μακαριστοῦ ᾿Αλ. Τσιριντάνη.
 ῾Η ἔκφραση εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν ὑποδηλώνει ἔμμεσα ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα εἶδος τρέλλας. Σημαίνει ὅτι ὁ ἄσωτος υἱός συνῆλθε, «ἦλθε στά συγκαλά του».
 ῾Η ἀνάμνηση τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ καί τῆς εὐημερίας πού κυριαρχοῦσε σ᾿ αὐτό ὠθεῖ τόν ἄσωτο νά συνειδητοποιήσει ἐντονώτερα τήν ἄθλια κατάστασή του (πρβλ. ᾿Απ 2,5). ᾿Αναλογίζεται· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! Βρισκόταν σέ πολύ χειρότερη θέση ἀπ᾿ ὅ,τι οἱ μισθωτοί ἐργάτες τοῦ πατέρα του. ᾿Εκεῖνοι εἶχαν τουλάχιστον περίσσια τροφή, ἐνῶ αὐτός πεθαίνει ἀπό τήν πεῖνα. ῾Η ἀντίθεση προβάλλει πολύ ζωηρά τήν ἔσχατη κατάπτωσή του.
 15,18. ᾿Αναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου.
 Οἱ συμφορές στίς ὁποῖες ἡ ἁμαρτία ἔρριξε τόν ἄσωτο -φτώχεια, πεῖνα, ἐγκατάλειψη- εἶχαν εὐεργετική ἐπίδραση· τόν ἔφεραν σέ συναίσθηση. ῾Η νοσταλγία τῆς πατρικῆς ἑστίας θά τόν ὁδηγήσει στόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. ῎Εχει πεποίθηση στήν μακροθυμία τοῦ πατέρα διότι τήν εἶχε γευθεῖ πολλές φορές, ἀκόμη καί τήν τελευταία στιγμή τῆς φυγῆς του. Πῆρε, πράγματι, τήν ἡρωική ἀπόφαση· ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου. ῾Ο τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐκφράζεται ὑποδηλώνει ὅτι μέσα του συντελέσθηκε ἡ ἀνάσταση ἀπό τόν πνευματικό θάνατο τῆς ἁμαρτίας. ῎Ετσι ἐνθαρρύνεται καί ὠθεῖται στήν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεών του μέ τόν πατέρα.
 Σωτήριος ἀποδείχθηκε ὁ λόγος τοῦ ἀσώτου πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου, ἐπειδή συνοδευόταν ἀπό τήν ἀνάλογη πράξη. Γράφει σχετικά ὁ ἅγιος Χρυσόστομος· «῾Ο λόγος αὐτός τοῦ ἔφερε ὅλα τά ἀγαθά· ἤ μᾶλλον ὄχι ἁπλῶς ὁ λόγος, ἀλλά τό ἔργο πού προστέθηκε στόν λόγο. Δέν εἶπε ὁ ἄσωτος “θά ἐπανέλθω” καί ἔμεινε, ἀλλά εἶπε “θά ἐπανέλθω” καί ἐπανῆλθε, καί περπάτησε ὅλον ἐκεῖνο τόν δρόμο. ῎Ετσι νά κάνουμε καί ἐμεῖς», προτρέπει ὁ ἅγιος διδάσκαλος. «... ῾Η ἁμαρτία μᾶς ἀπομάκρυνε ἀπό τό σπίτι τοῦ πατέρα. ῎Ας τήν ἀφήσουμε, λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε γρήγορα στό πατρικό σπίτι. Εἶναι, ἀναμφίβολα, φιλόστοργος ὁ πατέρας καί ἄν ἀλλάξουμε ζωή, θά μᾶς ἀγαπήσει ὄχι λιγώτερο ἀπό αὐτούς πού εὐδοκιμοῦν, ἀλλά καί πολύ περισσότερο».
 ῾Ο ἄσωτος ἀποφασίζει νά ἐπιστρέψει στόν πατέρα του καί νά ἐξομολογηθεῖ τήν ἐνοχή του χωρίς δικαιολογίες. Θά τοῦ πεῖ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Συναισθάνεται ὅτι ἡ ἁμαρτία του δέν λύπησε μόνο τόν πατέρα του, τόν ὁποῖο πλήγωσε καί προσέβαλε μέ τήν ἀπρεπῆ συμπεριφορά του. Πρωτίστως λύπησε τόν ἴδιο τόν Θεό· αὐτό σημαίνει ἡ φράση εἰς τὸν οὐρανόν, διότι κατά τήν ἑβραϊκή νοοτροπία τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἦταν ἀπρόφερτο. Κάθε ἁμαρτία προσβάλλει καί λυπεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό, ὅπως ὁμολογεῖ καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ· «σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψα 50,6).
 15,19. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.
 ῾Η συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος γεννᾶ στήν ψυχή ταπεινό φρόνημα. ῾Ο ἄσωτος, ἐνῶ τόν προηγούμενο καιρό δέν δίσταζε νά ἐκφράζεται στόν πατέρα του μέ ἐγωισμό καί αὐθάδεια, νιώθει πλέον ἀνάξιος νά ὀνομάζεται γιός ἑνός τέτοιου πατέρα· πρόδωσε τήν ἀγάπη του, σπατάλησε τήν περιουσία του, ντρόπιασε τήν τιμή του. ᾿Αναγνωρίζει ὅτι ἡ διαγωγή του ἦταν ἐντελῶς ἀνάρμοστη. Εἶναι ἀποφασισμένος νά ὁμολογήσει· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. ᾿Ελπίζει, βέβαια, στόν συγγενικό τους δεσμό, γι᾿ αὐτό καί ἀποτολμᾶ τήν ἐπιστροφή. Παραδέχεται ὅμως ὅτι δέν δικαιοῦται τό ἐλάχιστο προνόμιο οὔτε κἄν νά φέρει τό πρῶτο του ὄνομα οὔτε καί τήν μόνιμη διαμονή στό σπίτι. Θά ζητήσει ἱκετευτικά ἀπό τόν πατέρα του· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου, δέξου με ὡς ἕνα ξένο μισθωτό ἐργάτη. Πόσο ἀλλιώτικα λειτουργεῖ ὁ ἄσωτος νέος μετά τήν μετάνοιά του! Τοῦ φαινόταν ἀνυπόφορα δεσμευτική ἡ παρουσία καί ἡ κάθε νουθεσία τοῦ πατέρα του, τώρα ἐπιθυμεῖ νά μείνει κοντά του ὑποτασσόμενος δουλικά σέ ὅλα τά προστάγματά του.
 15,20. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ῎Ετι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
 ῾Ο ἄσωτος πραγματοποιεῖ τήν ἀπόφασή του· καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· ἡ ἐπανάληψη τῆς μετοχῆς (βλ. στ. 18) τῆς προσδίδει ἰδιαίτερη βαρύτητα. ᾿Αναστημένος πνευματικά, ἀναστήθηκε, σηκώθηκε ἀπό «τοῦ πτώματος τῆς ἁμαρτίας», ἐγκατέλειψε τήν ἁμαρτία καί στήριξε τό βλέμμα του σταθερά πρός μία κατεύθυνση, πρός τό πατρικό του σπίτι. Δέν ἄφησε νά τόν καταβάλει ἡ ἀπόγνωση. Δέν μπόρεσε νά ἀσκήσει πάνω του πλέον καμία ἕλξη ἡ ζωή τῆς ἡδονῆς. Τήν ἀποφασιστική στιγμή τῆς μετανοίας του τήν συνεχίζει μέ ἀποφασιστική ζωή μετανοίας. ᾿Επάξια ἡ ᾿Εκκλησία μας προβάλλει τόν ἄσωτο υἱό ὡς παράδειγμα μετανοίας καί διαβάζει τήν παραβολή αὐτή ὡς εὐαγγελική περικοπή κατά τήν δεύτερη Κυριακή τοῦ Τριωδίου.
 ῾Η ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου παιδιοῦ βρίσκει ἤδη ἀνοιχτή τήν ἀγκαλιά τοῦ στοργικοῦ πατέρα. Συγκλονιστικά ἀπεικονίζεται ἡ ἀγαθότητα καί εὐσπλαγχνία του στόν στίχο αὐτό καί στούς ἑπόμενους. Σύμφωνα μέ τόν νόμο, ὁ πατέρας εἶχε δικαίωμα νά παραδώσει γιά λιθοβολισμό τόν ἀνυπάκουο καί ἄσωτο υἱό του (βλ. Δε 21,18-21). ᾿Εντούτοις, ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ· τόν διέκρινε, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη μακριά, κάτι πού φανερώνει ὅτι ἀπό καιρό περίμενε μέ λαχτάρα τήν ἐπιστροφή του. Μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι καθημερινά πολλές φορές θά τόν ἀναζητοῦσε ἐναγώνια μέ τό βλέμμα του στό βάθος τοῦ δρόμου. ῾Η ἀγάπη τοῦ πατέρα κρατοῦσε ἄσβηστη στήν καρδιά του τήν ἐλπίδα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ παιδιοῦ (πρβλ. Τωβίτ 11,5ἑ). ῎Ετσι, τήν ἡμέρα ἐκείνη, παρά τήν ἀπόσταση καί παρ᾿ ὅτι ὁ νέος εἶχε καταντήσει ἀγνώριστος -ἕνας φτωχός χοιροβοσκός, βρώμικος, ρακένδυτος, ταλαιπωρημένος, ἐξασθενημένος ἀπό τήν πεῖνα, κατάκοπος ἀπό τήν ὁδοιπορία-, τόν ἀναγνώρισε. Μόλις τόν εἶδε, ἐσπλαγχνίσθη· ταράχτηκαν τά σπλάγχνα του, πόνεσε γιά τό οἰκτρό κατάντημα τοῦ παιδιοῦ του.
 Λιτά ἀλλά πολύ ζωηρά περιγράφεται ἡ στοργή τοῦ φιλεύσπλαγχνου πατέρα· δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. ᾿Από τήν ὑπερβολική του χαρά καί τήν σφοδρή του ἀγάπη ξέχασε καί τήν ἡλικία του ἀκόμη· τρέχει, σάν νά ἦταν στά χρόνια τῆς νιότης του, καί πέφτει αὐτός πρῶτος στόν τράχηλο τοῦ παιδιοῦ του γεμίζοντάς το μέ φιλιά. Δέν ὀνειδίζει τόν ἄσωτο νέο, δέν τόν ἐπιπλήττει, δέν ἀπειλεῖ μέ τιμωρίες· οὔτε κἄν περιμένει νά ἐκφράσει ἐκεῖνος τήν μετάνοιά του. Τοῦ δείχνει μέ τόν τρόπο αὐτό ὅτι τόν συγχωρεῖ καί τόν καλοδέχεται στό σπιτικό του. Τά μεγάλα συναισθήματα ἐκφράζονται χωρίς λόγια.
 15,21. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.
 ῾Ο ἄσωτος κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του, ὁμολογεῖ τό σφάλμα του. ῾Η στοργική ὑποδοχή τοῦ πατέρα δέν τόν ἐμποδίζει νά μιλήσει μέ συντριβή καί νά δηλώσει τήν μετάνοιά του. ῾Η πατρική εὐσπλαγχνία κάνει τόν ἄσωτο νά πονᾶ περισσότερο γιά τήν πτώση του· αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ὁμολογήσει εἰλικρινά τήν ἁμαρτία του. Τοῦτο ἀποτελεῖ δεῖγμα ἀληθινῆς μετανοίας καί βαθειᾶς εὐγνωμοσύνης.
 Δέν ἀκούγεται, βέβαια, τό «ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου» (στ. 19), πού εἶχε σκεφθεῖ νά πεῖ ὁ ἄσωτος. ῾Ο στοργικός πατέρας δέν τόν ἄφησε νά τελειώσει τήν πρότασή του· ἔσπευσε νά τόν ἀποκαταστήσει στήν θέση τοῦ ἄρχοντα ὡς παιδί του ἀγαπημένο.
 15,22. Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας.
 ῾Ο πατέρας ἀποκαθιστᾶ τόν ἄσωτο στήν πρώτη του ἐξουσία, στήν θέση τοῦ γνήσιου υἱοῦ του. Προστάζει τούς δούλους του· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην, τό μακρύ καί μεγαλόπρεπο ροῦχο, τήν πιό ἐπίσημη ἐνδυμασία, καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, νά τοῦ τήν φορέσετε, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ, βάλτε στό χέρι του δαχτυλίδι, κόσμημα τῶν ἐλεύθερων καί εὔπορων ἀνθρώπων· μέ τό δαχτυλίδι τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ ἄρχοντες σφράγιζαν τά διάφορα ἔγγραφα (βλ. ᾿Ια 2,2). ᾿Ακόμη, δῶστε του καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, τά ὁποῖα φοροῦσαν κατά τήν ἀρχαιότητα μόνον οἱ ἐλεύθεροι πολῖτες, ἐνῶ οἱ δοῦλοι περπατοῦσαν ξυπόλητοι.
 15,23. καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν.
 ῾Η ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου εἶναι τό πιό σημαντικό γεγονός γιά τόν πατέρα. ῾Η εὐτυχία του ἔφθασε στό ἀποκορύφωμά της. Δέν περίμενε ἄλλη χαρά μεγαλύτερη ἀπό αὐτήν. Τώρα, λέει στούς δούλους του, φέρτε καί σφάξτε τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, τό θρεφτάρι, μοσχάρι πού καλοτάιζε ἡ οἰκογένεια γιά κάποια ἐξαιρετικά χαρμόσυνη περίσταση. Στρῶστε τραπέζι γιορταστικό καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν· τήν ἀγαλλίαση τῆς καρδιᾶς νά συνοδεύσει ἡ εὐφροσύνη τοῦ σώματος ἀπό τήν εὐωχία καί τά πλούσια φαγητά. Αὐθόρμητα συγκρίνει κανείς αὐτό τό ἀρχοντικό οἰκογενειακό συμπόσιο μέ τά ξυλοκέρατα πού λαχταροῦσε ὁ ἄσωτος, ὅταν ἔβοσκε τά γουρούνια. Τί τοῦ χαρίζει ἡ φιλόστοργη ἀγάπη τοῦ πατέρα!
 15,24. ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.
 Σέ κάθε ἐποχή καί τόπο συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νά ἐκδηλώνουν αὐθόρμητα τήν χαρά τους μέ μουσικά ἀκούσματα. ῞Οταν ζοῦν μία ἔντονη συγκίνηση συνθέτουν τραγούδια κατάλληλα γιά τήν περίσταση. ῞Ενα τέτοιο αὐτοσχέδιο τραγούδι μοιάζει νά εἶναι αὐτός ὁ ρυθμικός στίχος. ᾿Εκφράζει λυρικά τήν χαρά καί τήν συγκίνηση τοῦ πατέρα γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου, γιά τήν ὁποία πανηγυρίζει ὅλο τό σπίτι. Φαίνεται ὅτι ὁ στίχος ἐπαναλαμβανόταν στό γλέντι σάν ἐπωδός (πρβλ. στ. 32) μέ τήν συνοδεία μουσικῶν ὀργάνων (βλ. στ. 25).
 Τό πρῶτο ἡμιστίχιο οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε ἀναφέρεται στήν ἠθική νέκρωση, ὅπου ὁδήγησε τόν ἄσωτο ἡ ἁμαρτία, καί στήν ἀνάσταση, πού τοῦ χάρισε ἡ μετάνοια. Ταυτόχρονα ὅμως τονίζει τό φοβερό δρᾶμα καί τήν ἀνεκλάλητη χαρά πού ἔζησε προσωπικά ὁ πατέρας μέ τήν ἀπουσία καί τήν ἐπιστροφή ἀντίστοιχα τοῦ παιδιοῦ του. ῾Η φράση ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη, παράλληλη πρός τήν προηγούμενη, ἔχει τό ἴδιο νόημα καί, ἐπιπλέον, παραπέμπει στίς δύο προηγούμενες παραβολές.
 15,25. ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν.
 Στήν ἀπέραντη φιλευσπλαγχνία τοῦ στοργικοῦ πατέρα ἀντιπαρατίθεται ἡ ἄσπλαγχνη μικροπρέπεια, ἡ ζηλότυπη καί ἐγωιστική συμπεριφορά τοῦ πρεσβύτερου ἀδελφοῦ. Αὐτός βρισκόταν ἐν ἀγρῷ, δηλαδή ἐκτός πόλεως, στήν ἐξοχή ἤ στήν ἐπαρχία. Πιθανόν νά ἀπουσίαζε μερικές μέρες ἀπό τό σπίτι εἴτε διότι βρισκόταν στό ὕπαιθρο γιά διάφορες ἐργασίες εἴτε διότι εἶχε πάει σέ κάποιο χωριό ἤ κωμόπολη τῆς περιοχῆς γιά κάποιες ὑποθέσεις.
 Πλησιάζοντας στό σπίτι του ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν· ἡ μουσική καί οἱ χοροί συνηθίζονταν σέ συμπόσια ἐπίσημα καί μεγάλες χαρές (πρβλ. ῎Εξ 15,20· Β´ Βα 6,14).
 15,26-27. καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν.
 Παραξενεύθηκε ὁ πρεσβύτερος υἱός γιά τό ἔκτακτο καί ἀπρογραμμάτιστο συμπόσιο πού ἀντιλήφθηκε νά γίνεται στό σπίτι του. Κάλεσε, λοιπόν, ἕνα τῶν παίδων, ἕναν ἀπό τούς ὑπηρέτες, καί ἐπυνθάνετο, ρωτοῦσε νά μάθει, τί εἴη ταῦτα, τί σήμαιναν αὐτά πού ἄκουγε. ᾿Ενδεικτικό τοῦ μεγάλου πλούτου τοῦ πατέρα εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀναφέρονται τρία εἴδη ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ· μίσθιοι (στ. 17. 19), δοῦλοι (στ. 22) καί παῖδες (στ. 26).
 ῾Ο δοῦλος ἐνημερώνει τόν πρεσβύτερο ἀδελφό ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, ἔχει ἔλθει ὁ ἀδελφός σου. Γι᾿ αὐτό τό εὐφρόσυνο γεγονός ὁ πατέρας ἔσφαξε τό θρεφτό μοσχάρι. Πανηγυρίζει ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν, ξαναβρῆκε γερό τό παιδί του.
 15,28. ᾿Ωργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ῾Ο οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν.
 ῾Η ἀπάντηση ἐξοργίζει τόσο πολύ τόν πρεσβύτερο ἀδελφό, ὥστε δέν ἤθελε κἄν νά μπεῖ στό σπίτι· ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ῾Η ἀντίδρασή του φανερώνει τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς του, τόν πληγωμένο ἐγωισμό καί τόν φαρμακερό φθόνο του. ῞Οπως τονίζεται καί στίς δύο προηγούμενες παραβολές, τοῦ χαμένου προβάτου καί τῆς χαμένης δραχμῆς, ἡ εὕρεση τοῦ χαμένου γίνεται ἀφορμή χαρᾶς ὄχι μόνο γιά τούς ἀνθρώπους ἀλλά καί γιά τόν Θεό (στ. 7) καί γιά τούς ἀγγέλους (στ. 10). ῾Ο μεγάλος γιός ὄφειλε νά χαρεῖ, αὐτός ὅμως ἀρνεῖται νά συμμετάσχει στήν χαρά τῆς σωτηρίας τοῦ ἀδελφοῦ του.
 ῾Ο πατέρας δείχνει καί στόν πρωτότοκο γιό τήν εὐσπλαγχνία του· ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ῎Αφησε τό συμπόσιο καί βγῆκε ἔξω. ῞Οπως ἔτρεξε νά προϋπαντήσει τόν ἄσωτο, μέ τήν ἴδια ἀγάπη σπεύδει νά νουθετήσει τόν πρεσβύτερο ἀδελφό. Παραβλέπει μέ ἀνεξικακία τήν ἐμπάθειά του καί τόν παρακαλεῖ ἐπίμονα νά μή μείνει ἀμέτοχος στήν οἰκογενειακή τους εὐτυχία. «῾Ως φιλόπαις καὶ σοφός, καὶ τὸν ἐπιστρέψαντα τιμᾷ, καὶ τὸν μείναντα παρακαλεῖ», παρατηρεῖ ὁ Ζιγαβηνός. ῎Ετσι καί ὁ φιλεύσπλαγχνος Θεός, «ὁ τοὺς δικαίους ἀγαπῶν καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐλεῶν», ὅλους τούς φροντίζει καί σέ ὅλους δίνει εὐκαιρίες νά ζήσουν τήν ἀγάπη του, νά χαροῦν τίς εὐλογίες του.
 15,29-30. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.
 ῾Ο πρεσβύτερος γιός ἐκφράζεται μέ θράσος καί ἀπαίτηση πρός τόν πατέρα του. Εἶναι πρόδηλη, ἐπίσης, ἡ ἀλαζονική ὑπεροχή πού αἰσθάνεται ἔναντι τοῦ νεώτερου ἀδελφοῦ του. Αὐτοεπαινεῖται γιά τήν ἐργασία τόσων χρόνων καί γιά τήν ἄμεμπτη διαγωγή του· παραπονεῖται ὅμως, διότι δέν ἀμείφθηκε ὅπως θά τοῦ ἄξιζε.
 Τά λόγια του φανερώνουν ὅτι τοῦ λείπει, ἀναμφίβολα, ὄχι μόνον ἡ ἀδελφική ἀγάπη ἀλλά καί ἡ υἱική φιλοστοργία. Μιλᾶ στόν πατέρα του σάν νά ἀπευθύνεται σέ ἕναν ξένο, σέ ἕνα σκληρό ἀφεντικό, πού χρόνια τόν ἐκμεταλλεύεται, ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι. Δέν ἦταν δοῦλος οὔτε μισθωτός. ῏Ηταν ὁ μεγάλος γιός τοῦ ἄρχοντα καί ἐλεύθερα ἐργαζόταν γιά τό εἰσόδημα τῆς οἰκογένειάς του. Καί ὅμως λέει δουλεύω σοι, γιά τό δικό σου συμφέρον. ᾿Αποστασιοποιεῖται καί ἀλλοτριώνεται ἀπό τόν πατέρα του.
 ᾿Ισχυρίζεται ἐπίσης ὅτι οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, δέν παρέβηκα ποτέ καμία ἐντολή σου. ῾Η αὐθάδειά του, ὡστόσο, καί ἡ πεισματική ἐμμονή στό θέλημά του δέν ταιριάζουν σέ εὐπειθῆ καί ὑπάκουο γιό.
 Διαμαρτύρεται, τέλος, ὅτι ἐνῶ αὐτός ἦταν ἄψογος, ὁ πατέρας του ποτέ δέν τοῦ ἔδωσε ἕνα κατσικάκι νά τό χαρεῖ μέ τούς φίλους του· ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ. ῾Η πρόταξη τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας εἶναι ἐμφατική καί ἀποκαλυπτική τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ του. ῾Ο μεγάλος γιός θέλει νά ὑπογραμμίσει τήν μεροληπτική συμπεριφορά τοῦ πατέρα πού ἀδικεῖ τόν ἴδιο ἐνῶ εὐνοεῖ τόν ἀδελφό του. Πίσω ἀπό αὐτή τήν ὑποτιθέμενη ἀδικία θέλει νά καλύψει τήν δική του κακία.
 Μέ περιφρόνηση καί ἀπαξίωση ἀναφέρεται στόν ἄσωτο ἀποφεύγοντας νά τόν ὀνομάσει ἀδελφό του, ὁ υἱός σου οὗτος· μέ ἀποστροφή πικρόχολη κάνει μνεία τῆς ἀκόλαστης ζωῆς του. Σκοπός του εἶναι νά τονίσει τήν δική του ἀκεραιότητα καί νά ὑπογραμμίσει τήν ἀδικία πού τοῦ γίνεται· ᾿Ενῶ αὐτός δούλευε πιστά στόν πατέρα του τόσα χρόνια, ὁ ἄλλος κατέφαγε τήν πατρική περιουσία σέ ἀθέμιτες ἡδονές. ᾿Ενῶ ποτέ σ᾿ αὐτόν δέν ἔδωσε ὁ πατέρας τό ἐλάχιστο δῶρο, γιά ἐκεῖνον, μόλις ἦλθε, ἔσφαξε τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅ,τι πιό ἐκλεκτό εἶχε.
 15,31-32. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν. Εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
 Πόσο παράλογα μιλᾶ ὁ πρεσβύτερος γιός, τυφλωμένος ἀπό τήν ὀργή καί τόν φθόνο του, φαίνεται ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ πατέρα. Μέ πραότητα καί καλωσύνη τοῦ ἀποκρίνεται. Μέ γλυκύτητα καί τρυφερότητα τόν προσφωνεῖ τέκνον, παρ᾿ ὅτι ἐκεῖνος οὔτε τόν ἀποκάλεσε πατέρα οὔτε τοῦ μίλησε μέ τόν ἀπαιτούμενο σεβασμό. Τοῦ ἐξηγεῖ· σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν. ᾿Εσύ δέν ἀπομακρύνθηκες ἀπό τήν πατρική ἀγκαλιά· ἤσουν πάντοτε κοντά μου καί μποροῦσες ἀνεμπόδιστα νά ἀπολαμβάνεις ὅλα τά ἀγαθά μου. ῎Αν δέν ἐκτίμησε τά προνόμια πού τοῦ ἐξασφάλιζε ἡ θέση του κοντά στόν πατέρα καί ἔνιωθε σάν δοῦλος καταδυναστευόμενος, ἦταν δικό του λάθος. ῾Η ὑποδοχή, ἐξάλλου, τοῦ ἀσώτου δέν σήμαινε ἀπόρριψη ἤ μείωση δική του. ῞Οσα παρατέθηκαν σ᾿ ἐκεῖνο τό συμπόσιο τῆς χαρᾶς σέ τίποτε δέν μείωναν τήν πατρική ἀγάπη πρός τό πρόσωπό του, μήτε τοῦ στεροῦσαν καί τά κεκτημένα δικαιώματά του.
 Εἶχε, ἑπομένως, χρέος ὡς μεγαλύτερος ἀδελφός νά χαρεῖ ὥς τά κατάβαθά του, εὐφρανθῆναι, καί νά ἐκδηλώσει τήν χαρά του, χαρῆναι, συμμετέχοντας στό συμπόσιο. Φιλόστοργα τονίζει ὁ πατέρας ὅτι δέν πρόκειται γιά τυχαῖο γεγονός ἀλλά γιά μία νεκρανάσταση, γιά τήν εὕρεση ἑνός χαμένου προσώπου, καί μάλιστα ὄχι ξένου ἀλλά τοῦ ἀδελφοῦ του. Δέν τόν ἐπιτιμᾶ μέ αὐστηρότητα, ἀλλά τοῦ προβάλλει λογικό ἐπιχείρημα· ὁ ἀδελφός σου οὗτος -ἀντιπαράθεση στό «ὁ υἱός σου οὗτος»- νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Μέ τά λόγια του αὐτά, ὁ φιλεύσπλαγχνος πατέρας, δηλώνει ὅτι ὁ ἄσωτος πού ἐπέστρεψε παίρνει στό πατρικό σπίτι τήν ἴδια θέση πού εἶχε καί πρίν τήν φυγή του. Τό ἁμαρτωλό του παρελθόν διαγράφεται καί δέν πρόκειται νά ἐπηρεάσει στό ἐλάχιστο τήν περαιτέρω ζωή του.
 ῾Η στάση τοῦ μεγάλου γιοῦ παραπέμπει, ἀναμφισβήτητα, στήν φαρισαϊκή νοοτροπία (βλ. στ. 2). Αὐτήν, ἐξάλλου, ἤθελε νά ἐλέγξει ὁ Κύριος καί μέ τίς τρεῖς παραβολές πού παρατίθενται στό κεφάλαιο αὐτό, ὅπως ἤδη φαίνεται ἀπό τήν ἀρχή (15,1ἑ). ῾Η ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πατέρα δέν ἐμποδίζεται ἀπό τήν ἁμαρτία καί τῶν πιό διεφθαρμένων ἀνθρώπων. ᾿Αρκεῖ νά θελήσουν νά μετανοήσουν ἀληθινά καί ὁ Θεός τούς δέχεται, τούς ἀποδέχεται μέ ἀπέραντη ἀγάπη καί τούς ἀποκαθιστᾶ στήν πρώτη θέση. ῾Επομένως οἱ φαρισαῖοι ὀφείλουν νά ἀντιμετωπίζουν μέ χαρά τήν μεταστροφή τους καί νά τούς ἀναγνωρίζουν ὡς ἀδελφούς τους.
 Τελικά, μπῆκε στό σπίτι ὁ μεγάλος γιός, ἔλαβε μέρος στήν χαρά γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀσώτου ἤ ὄχι; Δέν διευκρινίζεται. Πιθανώτερο φαίνεται ὅτι ἐπέμεινε στήν ἄρνησή του. Σκόπιμα ὡστόσο, δέν λέγεται αὐτό ξεκάθαρα, ὥστε νά μένει περιθώριο γιά τήν μετάνοια καί ἐπιστροφή τῶν φαρισαίων. ῾Η περίπτωση τοῦ Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος ἐντάχθηκε στούς κρυφούς μαθητές τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀποτελεῖ ἕνα φωτεινό παράδειγμα. Σέ μία διαχρονική ἑρμηνεία ἡ παραβολή ἀφορᾶ ὄχι μόνο στούς φαρισαίους ἀλλά γενικά στούς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι κλήθηκαν νά ἀποδεχθοῦν ἀδελφικά τά ἔθνη καί νά ἀποτελέσουν μαζί τους τήν μία οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, τήν ᾿Εκκλησία. ᾿Αφορᾶ, ἐπίσης, καί σέ κάθε αὐτοαποκαλούμενο δίκαιο, πού περιφρονεῖ καί ἐξουθενώνει ὁποιονδήποτε ἁμαρτωλό ὁ ὁποῖος ἐν μετανοίᾳ ἐπιστρέφει στό σπίτι τοῦ Πατέρα.

Στεργίου Σάκκου,
Ἑρμηνεία στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, τ. Β΄, σελ. 322-340