Οἱ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ καί τό ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου

erotiseis cΕΡΩΤΗΣΗ
  Στήν Καινή Διαθήκη γί­νεται λόγος γιά ἀδελφούς καί ἀδελφές τοῦ Κυρίου, καί γιά ἀδελφή τῆς μητέρας του, τή Μαρία τοῦ Κλωπᾶ. Δεδομένου ὅτι ἡ Ἐκκλησία τι­μᾶ τήν Θεοτόκο ὡς ἀειπάρθενο, πῶς ἀκριβῶς ἔχει τό θέμα τῆς οἰκογένειας τοῦ Κυρίου;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
  Οἱ θεό­πνευ­στοι συγγραφεῖς μᾶς παρέχουν κάποιες πληροφορίες γιά τήν οἰ­κογένεια τοῦ Κυρίου Ἰη­σοῦ, οἱ ὁποῖες ὡστόσο εἶναι λίγες καί ἀποσπασματικές. Παρά ταῦτα ὁ προσεκτικός καί ἐπιμελής ἐρευνητής τοῦ ἱεροῦ κειμένου θά διαπιστώσει ὅτι ἔστω τά λίγα αὐτά στοιχεῖα, μαζί μέ κάποια ἄλλα ἐξωβιβλικά μέν ἀλ­λά ἀξι­ό­πιστα, μᾶς προσφέρουν μία σχεδόν ὁλοκλη­ρω­μένη εἰκό­να τῆς συγγένει­ας τοῦ Χριστοῦ, τουλάχιστον στά βασικά της ση­μεῖα. Τό πρᾶγμα ἔχει ἐν συντο­μίᾳ ὡς ἑξῆς:
  1. Στά τέσσερα Εὐαγγέλια μνημο­νεύονται ὀνομαστικά τέσσερις ἀδελφοί τοῦ Κυρίου: Ἰάκωβος, Ἰωσῆς, Σί­μων καί Ἰούδας. Μνημονεύονται ἀνωνύ­μως καί ἀδελφές του, οἱ ὁποῖες εἶ­­­ναι ὁπωσδή­πο­τε περισσότερες τῶν δύο, διότι γι᾽ αὐ­τές χρησιμοποιεῖται τό ἐπίθετο «πᾶσαι» καί ὄχι «ἀμ­φό­τεραι» (βλ. Μθ 13,55· Μρ 6,3).
  2. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ μνή­στορος τῆς παρθένου Μαρίας, λεγόταν Ἰακώβ. Αὐτό τό γνωρίζουμε ἀπό τή γε­νεαλογία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως παρα­δί­δε­ται στό κατά Ματθαῖον (Μθ 1,16).
  3. Ἡ Μαρία, ἡ σύζυγος τοῦ Κλωπᾶ, ἀναφέρεται ὄχι μόνον ὡς «ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς» τοῦ Ἰησοῦ (Ἰω 19,25), ἀλ­λά καί ὡς «ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ Ἰω­σῆ μήτηρ» (Μρ 15,40). Εἶναι ἡ μία ἐκ τῶν δύο ὁμωνύμων μαθητριῶν καί μυρο­φόρων τοῦ Κυρίου (Μθ 27,56· 28,1· βλ. καί Ἰω 19,25). Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Δεδομένου δέ ὅτι ἕνας γιός της ὀνομαζόταν Ἰάκωβος ὁ μικρός (βλ. Μρ 15,40) καί ὅτι ἡ λέξη «ἀ­δελφός, -ή» προσ­διόριζε τότε διάφορες συγγένειες, μποροῦμε νά συμπε­ράνουμε μέ βε­βαι­ότητα ὅτι ἡ Μαρία αὐτή ἦταν συννυ­φάδα τῆς Παναγίας καί ὁ σύ­ζυγός της, Κλω­πᾶς, ἀδελφός τοῦ Ἰ­ω­σήφ. Δηλαδή «ἀ­δελφή» σημαίνει ἐδῶ «συννυφάδα». Προ­φανῶς ὁ γιός της Ἰ­άκωβος λεγό­ταν «ὁ μικρός» γιά νά ἀντιδιαστέλλεται ἀπό τόν ἄλλο, τόν μεγα­λύτερο στήν ἡ­λικία Ἰάκωβο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀ­σφα­λῶς γιός τοῦ Ἰωσήφ καί μοιραζόταν μαζί του τό ὄνομα τοῦ κοινοῦ παπποῦ τους. Ὅτι ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Κλω­πᾶς ἦταν ἀδέλφια μαρτυρεῖ ρητῶς καί ὁ ἀρχαῖος ἱ­στορικός Ἡγήσιππος (Β´ αἰ.).
  4. Ἐφόσον ἡ Μαρία τοῦ Κλωπᾶ λέγεται καί μητέρα τοῦ Ἰωσῆ, ὁ ὁποῖος ὅπως εἴδαμε χαρακτηρίζεται «ἀδελ­φός» τοῦ Κυρίου, καταλήγουμε στό συμπέρασμα ὅτι ὅταν στά Εὐαγγέλια γίνεται λό­γος περί «ἀδελφῶν» τοῦ Χρι­στοῦ, συμ­περιλαμβάνονται σ’ αὐτούς καί οἱ πρῶ­τοι του ἐξάδελφοι. Δηλαδή ἀπό τίς μαρτυρίες τῶν Εὐαγγελίων μποροῦμε νά συν­αγάγουμε μέ βεβαιότητα ὅτι ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ εἶχε ἕναν γιό πού ὀνομαζό­ταν Ἰάκωβος, καί ὁ ἀ­δελφός του Κλω­πᾶς δύο γιούς, πού ὀ­νομάζονταν ὁ μέν πρῶτος Ἰάκωβος, ὁ δέ δεύτερος Ἰωσῆς.
  5. Καί οἱ Ἰούδας καί Σίμων; Ὁ Ἡγήσιππος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε πολύ κον­τά στά γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης, διευκρινίζει σαφῶς ὅτι ὁ μέν Ἰούδας ἦ­ταν ἀδελφός τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ὁ Σί­μων πρῶ­τος του ἐξάδελφος, γιός τοῦ Κλω­πᾶ.
  6. Ἄρα: Ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Κλωπᾶς ἦταν γιοί τοῦ Ἰακώβ, καί παντρεύτηκαν ὁ μέν πρῶτος τήν παρθένο Μαρία (χω­ρίς ἀσφαλῶς νά τήν γνωρίσει ποτέ ὡς γυναίκα του), ὁ δέ δεύτερος μία ὁ­μώ­νυμή της. Καί ὁ μέν Ἰωσήφ εἶχε -ἀπό προηγούμενο γάμο του, ὅπως θά ἐξηγή­σω παρακάτω- δύο γιούς, τόν Ἰάκω­βο καί τόν Ἰούδα, ἐνῶ ὁ Κλωπᾶς τρεῖς, τόν Ἰάκωβο τόν μικρό, τόν Ἰωσῆ καί τόν Σίμωνα. Γιά τίς «ἀδελφές» τοῦ Κυρίου δέν ξέρουμε τίποτε τό συγκεκριμένο.
  7. Οἱ Γνωστικοί, οἱ Τερτυλλιανός καί Ἑλβίδιος, οἱ αἱρετικοί Ἀντιδικομαριανίτες, καθώς καί πολλοί Προτεστάντες ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ λεγόμενοι «ἀδελφοί» τοῦ Κυρίου ἦταν ὄντως ἀδελφοί του, παιδιά τοῦ Ἰωσήφ καί τῆς Μαρίας πού γεννήθηκαν μετά τόν Ἰησοῦ. Μ’ ἄλ­λα λόγια ἀπορρίπτουν τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κοινή καί διαχρονική συνείδηση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τήν ὁποία ἀποδέχεται σύμπασα ἡ χορεία τῶν ὀρθοδόξων ἀ­νατο­λικῶν καί δυτικῶν πατέρων καί ἐκκλη­σι­α­στικῶν συγγραφέων. Ὡστόσο τά στοι­χεῖα πού μᾶς προσκομίζει ἡ Και­νή Δια­­θήκη γιά τό συγκεκριμένο θέμα ἀν­αι­ροῦν αὐ­τή τήν αἱρετική ἀντίληψη, ἡ ὁ­ποία ὀφείλεται ἀναμφίβολα σέ ἐπιπο­λαιό­τητα καί προκατάληψη. Πιό συγκεκριμένα:
  α) Οἱ αἱρετικοί ἰσχυρίζονται ὅτι ἐφόσον ἡ Γραφή χαρακτηρίζει τόν Ἰησοῦ «πρωτότοκον» (Μθ 1,25· Λκ 2,7) υἱό τῆς Μαρίας, ἕπεται ὅτι ὁ Κύριος ἀπέκτησε ἀδελφούς. Ὡστόσο ἀγνοοῦν ὅτι στή Βί­βλο πρωτότοκος ὀνομάζεται ὄχι ὁ μεγαλύτερος μεταξύ ἀδελφῶν -αὐ­τός λέγεται «μείζων» ἤ «πρεσβύτερος»- ἀλλά ὁ πρῶ­τος πού γεννιέται, εἴτε ἀκολουθήσουν ἄλ­λα τέκνα εἴτε ὄχι. Ἀναφέ­ρω μία μόνο μαρ­τυρία ἀπό τίς πολλές: Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει στό Ἑβ 1,6 περί τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ: «Ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ (ὁ Πατήρ) τὸν πρω­τό­το­κον εἰς τὴν οἰκουμένην...», χωρίς ἀ­σφα­λῶς νά ἐννοεῖ ὅτι ὁ Πατήρ ἔχει καί δευ­τε­ρότοκο.
  β) Ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα τῶν αἱρετι­κῶν εἶναι ὅτι σύμφωνα μέ τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο ὁ Ἰωσήφ δέν εἶχε συ­ζυ­γικές σχέσεις μέ τή Μαρία «ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (Μθ 1,25). Ἄρα, λένε, μετά τή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ εἶχε. Ὅμως σύμφωνα μ’ αὐ­τή τή συλλογιστική, ὅταν ὁ Θεός λέει στόν πατριάρχη Ἰα­κώβ «οὐ μή σε ἐγκαταλίπω, ἕως τοῦ ποιῆσαί με πάντα ὅσα ἐλάλησά σοι» (Γέ 28,15), ἐννοεῖ ὅτι ἀφοῦ ἐκπληρώσει τούς λόγους του, θά τόν ἐγκαταλείψει. Ἤ, ὅταν ἡ Βίβλος λέ­ει γιά τή Μελχόλ, τήν κό­ρη τοῦ Σα­ούλ, ὅτι δέν ἀπέκτησε παιδί «ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτήν» (Β´ Βα 6,23), ἐν­νο­εῖ ὅτι μετά τόν θά­νατό της ἀπέ­­κτη­σε!...
  γ) Ὡς γνωστόν ὁ Κύριος πε­θαί­νον­τας πά­­­νω στόν σταυρό ἐμ­πι­στεύ­θηκε τή μη­τέ­­ρα του στόν μαθη­τή του Ἰω­άν­νη (βλ. Ἰω 19,26-27). Ἄν ἡ Παρ­θέ­νος εἶ­χε ἄλλα παιδιά, καί μάλιστα του­λά­­χιστον ἑ­πτά, πρός τί ἡ ἐπιθανάτια αὐτή μέρι­μνά του νά τήν ἀ­σ­φα­λίσει στή φρο­ντί­δα ἑ­νός ξέ­νου, καί πῶς αὐ­­­τή τό δέχτηκε;
  δ) Γενικά πῶς ἡ Μα­ρία, μητέ­ρα του­λά­χιστον ἑπτά παιδιῶν, μαρτυρεῖ­ται ἤ­δη ἀπό τόν Β´ αἰ. ὅτι ὑ­πῆρξε ἀει­πάρ­θενος;
  Θά μποροῦσα νά ἀ­να­φέρω κι ἄλλες τέ­τοιες ἐνδείξεις. Νο­­­μί­ζω ὡστόσο ὅτι κατέ­­στη ἤδη περισσό­τερο ἀπό σαφές ὅτι ἡ ἀ­λήθεια γιά τό θέμα τηρεῖται ἀπό τήν Ἐκ­­­κλη­­σία καί μό­νον. Ἡ Θε­οτόκος ὑ­πῆρ­ξε ὄν­­τως ἀειπάρθενος. Ὁ δίκαι­ος Ἰω­σήφ, ὅ­ταν τή μνη­­­στεύθη­κε, ἦταν προ­­­φανῶς χῆ­ρος καί οἱ Ἰάκωβος καί Ἰούδας παιδιά του ἀπό τόν προηγούμενο γάμο του.

Ἀντιοχεύς

"Ἀπολύτρωσις", Ἰαν.-Φεβρ. 2021