Ἡ ζωή μιᾶς μέρας

Fading Sun Σηκώνομαι τό πρωί κι ἀκούω τή μικρή κόρη μου νά τραγουδᾶ καί νά λέει τά «θέλω» της καί χαίρομαι τίς σταθερές κινήσεις καί τή γλυκειά σιωπή τοῦ γιοῦ μου.
 Ὕστερα ἕνα «Πάτερ ἡμῶν...» μέ πολύ δυνατή φωνή πάλι ἀπ᾿ τήν κόρη μου, πού ὁ Θεός μοῦ τή διπλοδώρισε, καί εἶμαι εὐτυχής, γιατί αὐτή ἡ προσευχή θά εἰσακουστεῖ.
 Μπαίνω στήν τάξη μου καί θλίβομαι γιά τήν ἀνυπακοή τῶν σημερινῶν παιδιῶν, τήν ἀδιαφορία τους στίς προτροπές μου, τήν ἀποφυγή κάθε κόπου, τήν ἔντονη κοσμικότητα τοῦ φρονήματος. Κι ἐνῶ βρίσκομαι στά πρόθυρα τῆς ἀπόγνωσης, θυμοῦμαι τούς ἐχθρούς τῆς πατρίδας μου, τούς ἀγῶνες τῶν προγόνων μου, τή θυσία τοῦ Χριστοῦ μας καί σχεδόν ντρέπομαι γιά τήν λιποψυχία μου καί... χαμογελῶ.
 Περιέρχομαι τά διάφορα σημεῖα καί τούς χώρους τῆς πόλης καί εἶμαι χαρούμενος, γιατί γνωρίζω ἕνα μεγάλο μυστικό, πού τό θυμᾶμαι εὔκολα χάρη στούς συνανθρώπους μου καί στίς δυσκολίες πού συναντῶ: ν᾿ ἀναγνωρίζω «τή στενή καί τεθλιμμένη ὁδό», πού εἶναι ἀνάγκη νά πορευτῶ πρός τή λύτρωση καί τήν ἐλευθερία.
 Τακτοποιῶ τίς ἐργασίες μου στό σπίτι καί προετοιμάζω τά παιδιά μου στά μαθήματά τους βοηθώντας τή γυναίκα μου, πού μέ παρακολουθεῖ καί μέ κρίνει θυμίζοντάς μου τή ματαιότητα τῆς ζωῆς καί τό πλῆθος τῶν περιττῶν ἀσχολιῶν μου. Ἀναγνωρίζω στήν κρίση της τή βαθειά πίστη καί τήν ἐγκατάλειψή της στή φροντίδα τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐμπιστεύομαι, ὄχι σπάνια, μ᾿ ἕνα κρυφό ἤ φανερό γογγυσμό. Τελικά ἀναγνωρίζω τή σταθερή πορεία της, πού δυστυχῶς ἐγώ δέν ἔχω.
 Τό βράδυ σέ κάποιο χῶρο ἱερό, μπροστά σέ μιά ἅγια μορφή συμμετέχω στήν «ἀγαθή μερίδα» καί ζῶ τούς χαμογελαστούς κι εἰλικρινεῖς ἀνθρώπους μέ τήν ψηλαφητή ἀγάπη καί τό ζωντανό παράδειγμα, πού προκαλοῦν τή ζωή μου γιά ποιοτική πνευματική ἄνοδο.
  Ἐπιστρέφω κατάκοπος καί πανευτυχής γιά τή μεγάλη διπλή δωρεά Του σέ μένα καί μιάν ἀγωνιώδη διαπίστωση πώς μέχρι στιγμῆς δέν στάθηκα ἄξιος.
 Μπαίνω στό σπίτι. Τελείωσε ἡ μέρα μου...
 Δόξα σοι, ὁ Θεός.

Στοχαστής