Ὁ μεσότοιχος

 toixos«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν». Ὥρα νά πιστέψω καί εἰς ἕναν ἄνθρωπον. Τό πρῶ­το φαίνεται εὔκολο. Ὁ Θεός βρίσκεται μακριά στούς οὐρανούς μέσα στή μεγαλοσύνη του. Τό ἄλλο εἶναι πά­ρα πολύ δύσκολο. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται δίπλα, μέσα στή μικρότητά του. Ὅμως, ὅπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι θεοί ἐκτός ἀπ᾽ Αὐ­τόν τόν Ἕναν, ἔτσι δέν ὑπάρ­χουν κι ἄλ­λοι ἄνθρωποι ν᾽ ἀναζητήσουμε ἐκτός ἀπ᾽ αὐτόν τόν ἕναν πού βρίσκεται δίπλα.
 Μιλήσαμε πολλές φορές γιά τό μαρτύριο τοῦ χρόνου στή ζωή μας. Ὁ χῶ­ρος ὅμως εἶναι μεγαλύτερο πρόβλημα, γιατί δέν μᾶς φτάνει, δέν χωρᾶμε. Γιά τόν χῶ­ρο στά ἄτομα καί στούς λαούς γίνεται σφαγή. Γιά ἕναν θύλακα, γιά ἕναν ἀμφισβητούμενο διάδρομο, γιά μία στε­νή λωρίδα, γιά μία οὐδέτερη ζώνη, γιά μία γραμ­μή. Δέν μᾶς φτάνει. Καί γι᾽ αὐτό χρειάστηκε νά μᾶς καθησυχάσει ἀπό πρίν ὁ Υἱός ἀκόμα καί γιά μετά τόν θάνατό μας ὅτι «δέν χρειάζεται ν᾽ ἀνησυχεῖτε, στό σπίτι τοῦ Πατέρα μου ὑπάρ­χουν πολλές θέσεις. Φτάνουν γιά ὅλους σας».
 Ὁ μήνας Νοέμβριος, καθώς περιμένουμε τή μεγάλη γιορτή, εἶναι μία περιπλάνηση στόν χῶρο. Ἀπό δῶ τό μέγαρο τοῦ πλούσιου, ἐδῶ μέσα στή χλιδή θά βγάλει τόν χειμώνα πού ἔρχεται. Ἔξω ἕνας ἄστεγος, ὁ φτωχο-Λάζαρος στόν δικό του χῶρο, κουρνιασμένος στίς σκάλες τοῦ μεγάρου. Ἀκόμη κι ὅταν τε­λειώ­σει ὁ χρόνος καί γιά τούς δύο, θά συνε­χίσουν ἐπί τῆς γῆς νά ἔχουν διαφορετικό χῶρο. Ὁ πλούσιος θά ἀναπαύεται μέσα στήν πολυτέλεια τοῦ τάφου του, ὁ φτωχός κάπου πεταμένος.
Τήν ἑπόμενη Κυριακή εἴμαστε πάλι ἔξω στόν δρόμο μαζί μέ ἕναν χτυπημένο ἄγνωστο διαβάτη καί στή συνέχεια στή θαλπωρή ἑνός πανδοχείου μαζί μέ τόν καλό Σαμαρείτη. Πιό πέρα περνᾶμε ἔξω ἀπ᾽ τίς φορτωμένες ἀποθῆκες τοῦ ἄ­φρονος πλουσίου, πού δέν χω­ρᾶνε μέσα τίποτε ἄλλο καί γι᾽ αὐτό χρειάζεται νά γκρεμιστοῦν καί νά ξαναχτιστοῦν μεγαλύτερες. Καί τέλος ξεναγούμαστε στά κτήματα καί τούς θησαυρούς τοῦ πλούσιου νεανίσκου πού ἔχουν κλέψει τήν καρδιά του.
Τέλη Νοεμβρίου, εἶχα μία τέτοια περιπλάνηση στόν χῶρο τῶν παιδι­κῶν μου χρόνων. Ἦταν ἕνα κρύο πρωινό καί ὁ καπνός ἀπ᾽ τίς ἀναμμένες ἑστίες ἔσμιγε μέ τήν πρωινή ὀμίχλη. Τά σπίτια σφαλιστά γιά τό κρύο, ἀλλά μέσα μου ζεστασιά καί πλοῦ­τος. Δέν ξέρω ἄν ἦταν τόσο περιπλάνηση στόν χῶρο ὅσο στόν χρό­νο καί στή μνήμη. Ἕνας τόπος ὀνείρου.
 Τίς πιό πολλές φορές ὁ χῶρος εἶναι κόλαση, γιατί δέν χωρᾶμε μαζί μέ τόν ἄλλον. Κάπως ἔτσι εἶναι σήμερα τό σύνορο ἀνάμεσα σέ δύο κράτη, πού κάποτε ἀποτελοῦσαν μα­ζί μία χώρα. Ἐδῶ καί χρόνια τά χωρίζει ἕνας χαμηλός τοῖχος, ἕνα ἐ­φι­αλτικό πεζούλι, μία «Γέφυρα χωρίς ἐπιστροφή», ἕνα ἐπικίνδυ­νο ναρκοπέδιο.  Εἶναι ἕνας ἀλλόκο­τος τόπος.
 Στόν δρόμο γιά τό παλιό πατρικό μου σπίτι εἶδα πάνω σ᾽ ἕνα κλειστό παράθυρο ζωγραφισμένη ἀδέξια ἀ­πό παιδικά χέρια μιά ζωγραφιά. Ἔ­δειχνε τόν χῶρο πού διάλεξε ὁ Ἕνας Θεός γιά νά χωρέσει. Μιά γωνιά πού γκρέμισε τόν μεσότοιχο καί ἕνωσε ἀξεδιάλυτα τόν χῶρο, τόν χρόνο, τή μνήμη, τόν Θεό, τόν ἄνθρωπο δίπλα μας.
 Ἦταν ζωγραφισμένη μία Φάτνη μέσα σ᾽ ἕναν σταῦλο.

Ζ.Γ.