Ἄνθισε στόν πόνο

OsiosAnthimosChios01 Σέ κάθε ἐποχή, στῆς γῆς κάθε γωνιά κάποιες ψυχές ἀκοῦνε τή φωνή τοῦ Θεοῦ· «ἅγιοι γίνεσθε», καί νιώθουν αὐτό τό κάλεσμα ἐπιταγή ἱερή γιά τόν μεγάλο στόχο τῆς ζωῆς τους. Μέσα στήν ἀποστασία καί τή διαφθορά ἡ γῆ δέν σταμάτησε νά στέλνει ἁγίους στόν οὐρανό. Ἀθέατοι κάποιες φορές στά μάτια τῶν πολλῶν, γίνονται ἀντιληπτοί ἀπό τούς λίγους, πού ξέρουν νά θαυμάζουν καί νά ἐμπνέονται.
 Ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Στό μυροβόλο νησί τῆς Χίου, σ᾿ ἕνα ἵδρυμα στιγματισμένο ἀπό τόν πόνο καί τήν ἀπομόνωση, ἕνας παπάς ἱερουργεῖ. Ὅταν ὑψώνει χέρια προσευχῆς, χαμηλώνει ὁ οὐρανός. Οἱ λεπροί νιώθουν τό ἄγγιγμα τῆς ἀγάπης τοῦ πατρός Ἄνθιμου νά ἀνακουφίζει τό σῶμα, νά φτάνει μέχρι τίς πληγές τῆς ψυχῆς. Γι᾿ αὐτό λαχταροῦν μιά ὥρα ξέχωρη, καί κάτω ἀπό τό πετραχήλι του γονατίζουν, γιά νά λάβουν εὐγνώμονα καί λυτρωτικά τήν ἄφεση.
 Γιά ποιόν δέν ἔγινε τάχα πατέρας ἀληθινός στῆς ζωῆς του τό διάβα τοῦτος ὁ ἀσκητικός παπάς; Ἀπό τότε πού ἄνοιξε τά μάτια του στή γῆ, τήν 1η Ἰουλίου 1869, τόν ἥλκυε ὁ οὐρανός· ἐκεῖ στήλωνε τό βλέμμα, ἐκεῖ ἀπέθετε τά ὁράματά του, ἀπό ἐκεῖ ἐμπνεόταν τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη γιά τόν πλησίον. Τό 1898 κείρεται μοναχός καί τό 1910 χειροτονεῖται ἱερέας στό Κορδελιό τῆς Μ. Ἀσίας. Δύο χρόνια ἀργότερα διορίζεται ἐφημέριος στό λεπροκομεῖο τῆς Χίου. Λίγα ἀπό τά γράμματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἔμαθε. Μά θαυμαστά ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη ἄνοιγε μπρός του βιβλίο ἀνοιχτό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
 1914 ὁ πρῶτος μικρασιατικός διωγμός, 1922 ἡ καταστροφή... Σέ τούτη τήν καμπή τῆς ἱστορίας ὁ ἀφανής ἕλληνας ἱερέας προβάλλει ἔχοντας περιβληθεῖ χιτώνα φωτεινό τή θεογνωσία καί τήν αὐτογνωσία. Χαριτωμένος καί ταπεινός, ἕτοιμος γιά διακονία. Οἱ πρόσφυγες καταφθάνουν, φιγοῦρες τραγικές, στ᾿ ἀκρογιάλια τοῦ νησιοῦ. Ὁ ἐμπνευσμένος λευΐτης διακονεῖ ἀκούραστα. Εὐεργετική ἡ ἀγάπη του περιθάλπει, στηρίζει, ἐνθαρρύνει, καθοδηγεῖ. Τό 1930 ἀρχίζει τή λειτουργία του τό μοναστήρι, πού μέ πολύ κόπο κατάφερε νά χτίσει, γιά νά βροῦνε στέγη μοναχές ξερριζωμένες ἀπό τίς ἱερές μονές τῆς μικρασιατικῆς γῆς. Σ᾿ αὐτή τή μονή τοποθετεῖ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας Βοήθειας, οἰκογενειακό του κειμήλιο. Τό ἱερό καθίδρυμα γίνεται τό κέντρο τῆς πνευματικῆς του ἀποστολῆς. Ἱερουργεῖ, ἐξομολογεῖ, κατηχεῖ μέχρι τά βαθιά του γεράματα, ὥς τήν μακαρία του κοίμηση στίς 15 Φεβρουαρίου 1960. Τά χρόνια τῆς ζωῆς του ὅλα προσφορά στόν ἄνθρωπο, τόν λεπρό, τόν πρόσφυγα, τόν ἀπελπισμένο, τόν ἁμαρτωλό.
  Ὁ πατήρ Ἄνθιμος πότισε τούτη τή γῆ μέ τόν ἱδρώτα τοῦ πιό ἁγνοῦ κόπου, αὐτοῦ γιά τούς ἐλάχιστους ἀδελφούς. Ἀκολούθησε τόν Ἰησοῦ ζωσμένος τό λέντιο, γιά νά πλένει τά πόδια πού Ἐκεῖνος δέν εἶναι ἐδῶ νά πλύνει· γιά νά παρακαλεῖ τίς καρδιές ὅπως ὁ Κύριος παρακαλοῦσε τή δική του.
 Ὁ σεβάμιος γέροντας π. Ἄνθιμος μέ τήν ὑπ. ἀρ. 1148/14-8-92 πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συναριθμεῖται μεταξύ τῶν ὁσίων καί δικαίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Στόν αἰώνα τῆς σύγχυσης καί τῆς οἴῃσης στέκει ταπεινός, εὐλαβικός ἐργάτης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ πλάι στούς ἐν Κυρίῳ κοπιῶντας κάθε ἐποχῆς. Σέ μέρες σκοτεινές καί ταραγμένες ἔγινε ἕνα φῶς στό δρόμο τῶν ἀνθρώπων γιά τόν Θεό, στάθηκε ἕνα χέρι ὑψωμένο, πού ἔδειχνε στόν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο τοῦ 20οῦ αἰώνα τόν λησμονημένο μά πολυπόθητο οὐρανό.

Ἰχνηλάτης

Ἀπολύτρωσις 58 (2003) 33-34