Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες

ecclisaki «... Θά ἤθελα νά ἤμουν Ἑλληνίδα, νά εἶχα γεννηθεῖ ὀρθόδοξη, νά μεταλάμβανα τή θεία Κοινωνία καί νά φιλοῦσα τίς ἅγιες Εἰκόνες ἀπό τά βρεφικά μου χρόνια μέχρι τόν θάνατό μου. Κλαίω γιά μένα καί τούς συμπατριῶτες μου, πού τά χέρια μας ἀγγίζουν εἴδωλα, εἰδωλόθυτα καί ἀγκαλιάζουν τό τίποτα.

…Ἔψαχνα τήν ἀλήθεια, χρησιμοποιώντας περισσότερες ἀπό 30 διαφορετικές ἐκδόσεις τῆς ἁγίας Γραφῆς, οἱ ὁποῖες δυστυχῶς, ὅλες τους εἶναι γεμάτες λάθη (μεταφρασμένες ἀπό ἑτεροδόξους).

Θά ἤθελα νά ἤμουν Ἑλληνίδα, ὥστε νά μπορῶ νά διαβάζω τήν Καινή Διαθήκη στό πρωτότυπο…

…Ἕλληνες, νομίζετε ὅτι εἶστε φτωχοί μέ τήν κρίση πού διέρχεστε, ἀλλά δέν ξέρετε πόσο πλούσιοι εἶστε.

Ἡ Ταϊβάν εἶναι χώρα μέ μεγάλη ἀνάπτυξη, ἀλλά βρίσκεται στό σκοτάδι τοῦ σατανᾶ καί ἡ πνευματική μας ζωή εἶναι κενή.

... Θά παρακαλέσω νά μέ θεωρήσετε σάν τόν φτωχό Λάζαρο, νά μᾶς θρέψετε μέ τά ἀπομεινάρια τοῦ πνευματικοῦ πλούτου πού ἔχετε, νά μᾶς ρίξετε μερικά ψίχουλα ἀπό τά ἀποφάγια σας, ἀπό τά ἀφιερώματα πού χαρίζετε στίς ἐκκλησίες σας, ἀπό τά πολλά ἐκκλησάκια πού ἔχετε σέ κάθε γωνιά τῆς πατρίδας σας…»

(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐπιστολή τῆς πρώτης ταϊβανέζας ἱεραποστόλου Πελαγίας Yu, πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικό ὀρθοδόξου ἱεραποστολῆς ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ, τεῦχ. 84, μέ τίτλο «ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΗΜΟΥΝ ΕΛΛΗΝΙΔΑ»).

   Πολλές φορές ἀναρωτήθηκα γιατί ὁ Θεός ὑπῆρξε τόσο γενναιόδωρος μέ μᾶς τούς Ἕλληνες. Γιατί διάλεξε τόν δικό μας τόπο γιά ν’ ἁπλώσει τίς ρίζες τῆς Ἐκκλησίας Του, τή δική μας γλῶσσα γιά νά ἀφήσει τήν Ἀποκάλυψή Του στήν ἀνθρωπότητα, καί τό δικό μας ἔθνος γιά νά ταυτίσει τήν πίστη του μέ τήν παράδοσή μας. Γιατί σέ μᾶς, εἰδικά σέ μᾶς τούς Ἕλληνες, ἐμπιστεύθηκε τήν κληρονομιά τοῦ λατρευτικοῦ καί ἑρμηνευτικοῦ πλούτου.

   Αἰῶνες τώρα γεννιόμαστε πατώντας χώματα ποτισμένα μέ αἷμα μαρτυρικό καί ἀναπνέουμε ἀέρα ὅπου ἀκόμα πλανῶνται προσευχές. Ἀπό τά βρεφικά μας χρόνια ζοῦμε κάτω ἀπό τήν ἀσπίδα τῆς θείας προστασίας πού παίρνουμε μέ τό Βάπτισμά μας. Κι αὐτή τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ τήν ὑποβαθμίσαμε σέ ἔθιμο καί τή γεμίσαμε πολύχρωμα μπαλόνια. Ἡ ἀσφυκτική κυριαρχία τοῦ σατανᾶ, ὅπως αὐτή πού περιγράφει ἡ Πελαγία Yu ὡς φρικτή καθημερινότητα, γιά μᾶς εἶναι ἄγνωστη καί γι’ αὐτό ἀμφισβητήσιμη. Κι ἐνῶ ἀπολαμβάνουμε συνθῆκες ἀστείρευτης χάριτος μέσα ἀπό τά Μυστήρια, ἀπεγνωσμένα προσπαθοῦμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τό βάρος πού ἔχουν οἱ φτεροῦγες μας.

   Σκεφτήκαμε ἄραγε, κάθε φορά πού προσπερνᾶμε ἀδιάφορα ἕναν Χρυσόστομο ἤ ἕναν Μάξιμο Ὁμολογητή ἀπό τούς τόμους πού κοσμοῦν τίς βιβλιοθῆκες μας, πόσα ἑκατομμύρια χριστιανοί διψοῦν γιά ἕνα ὀλιγοσέλιδο φυλλάδιο στή δική τους γλῶσσα πού νά στηρίξει τήν πίστη τους; Σκεφτήκαμε πώς ἡ γλῶσσα καί ἡ παράδοση, πού γιά μᾶς εἶναι τό κλειδί πού ξεκλειδώνει τούς θησαυρούς τῆς αἰωνιότητας, γιά κείνους εἶναι τό ἐμπόδιο; Ἀναρωτηθήκαμε πόσοι λαχταροῦν γι’ αὐτή τή γλῶσσα, πού ἐμεῖς, μ’ ἐπίσημα χείλη, βαφτίσαμε νεκρή καί ἄχρηστη, καί γι’ αὐτή τήν παράδοση, πού ἐμεῖς τήν εἴπαμε παλιακή, καί ἀγωνιζόμαστε νά τήν πετάξουμε;

   Λαός πλούσιος, πού ἀλόγιστα σπαταλᾶ τήν κληρονομιά τοῦ Πατέρα στήν ἀνακύκλωση τῆς καθημερινῆς μιζέριας. Λαός εὐλογημένος, πού ἀνταλλάσσει τά δικά του πρωτοτόκια ἀντί τοῦ πενιχροῦ πινακίου φακῆς μίας σύγχρονης διανόησης, πού μᾶς θέλει ἐπίπεδους, ἐπιφανειακούς, ἀδιάφορους, προσκυνημένους ἐγωιστές μίας παγκόσμιας ὁμογενοποιημένης κουλτούρας καί ὄχι ταπεινούς «τά ἄνω θρώσκοντας», διεκδικητές αἰωνίου ἀκτίστου φωτός.

   Ἡ Πελαγία Υu, σάν σύγχρονη Χαναναία, κραυγάζει πρός τόν Κύριο: «Ἐλέησόν με, ζητῶ τά ψίχουλα πού τρῶνε τά σκυλιά». Ἐκείνην ὅμως τίμησε ὁ Κύριος μέ τό «μεγάλη σου ἡ πίστις». Ἡ Πελαγία Υu αὐτοονομάζεται «φτωχός Λάζαρος» καί ἐκλιπαρεῖ γιά ὅσα οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ξεφορτώνονται ὡς φορτίο περιττό. Μόνο πού ἐκεῖνος, ὁ Λάζαρος, κατέληξε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ. Μήπως ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, οἱ τόσο ἐλεημένοι, μένει ν’ ἀκούσουμε τήν ὑπενθύμισή του «παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀπόλαυσες τά ἀγαθά σου…»;

   Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες… Οἱ ζυμωμένοι μέ τό ὀρθόδοξο μεγαλεῖο θά καταλήξουμε ἐπαῖτες πού λαχταροῦν τά ξυλοκέρατα;

   Ἰδού νῦν καιρός. Καιρός ἐπιστροφῆς στό σπίτι τοῦ Πατέρα, γιά νά μή γίνουμε «οὐ λαός».

   Ἰδού νῦν καιρός. Γιά ν’ ἀποδείξει ἡ Ἑλλάδα τῆς Χάριτος ὅτι σάν πιστός θεματοφύλακας ἀντιστέκεται, καί ὅτι σάν καλός οἰκονόμος ἔχει ἀκόμη τό μεγαλεῖο, ὄχι νά διανέμει τ’ ἀποφάγια της, ἀλλά νά μοιράζεται ἀδελφικά τόσο τόν πνευματικό της πλοῦτο, ὅσο καί τό φτωχικό της γεῦμα.

Μαρτινιανή

Ἀπολύτρωσις 68 (2013) 183-184