Ἡ παραβολή τοῦ σπορέως

  Στή γραφικότατη παραβολή τοῦ σπορέως ὁ Κύριος παρουσιάζει ἁπλά ἀλλά πολύ παραστατικά τή διαδικασία τῆς πνευματικῆς καλλιέργειας, πού εἶναι τό πρωταρχικό στοιχεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Αὐτή τή θεία διδαχή σχολιάζουν καί ἁπλοποιοῦν μέ τόν τρόπο τους τά τροπάρια τῆς ᾿Εκκλησίας. Εἶναι ἐνδιαφέρον νά μεταφέρουμε ἐδῶ μερικά ἀπό αὐτά τά ὑμνολογικά ἑρμηνεύματα· Καταρχήν οἱ ὑμνογράφοι μιλοῦν γιά τόν σποριά, τόν «ἀθάνατον γεωργόν», πού ἀνέθεσε τό ἔργο τῆς σπορᾶς τοῦ λόγου Του στούς ἀποστόλους, τούς «σπορέας ἁπάντων τῶν καλῶν». Οἱ συνεχιστές τοῦ ἔργου τῶν ἀποστόλων προσδιορίζονται ἐπίσης μέ τόν ἴδιο χαρακτηρισμό· «σπορεύς καλῶν» ὀνομάζεται ὁ ἅγιος ᾿Αβέρκιος (22 ᾿Οκτωβρίου), ἐνῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (25 ᾿Ιανουαρίου), ὁ ὁποῖος συνέβαλε στή διατήρηση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, ἀποκαλεῖται «σπορεύς ὀρθῶν δογμάτων».

 Σύμφωνα μέ τά Εὐαγγέλια ὁ σπόρος εἶναι «ὁ λόγος» (Μρ 4,14), «ὁ λόγος τῆς βασιλείας» (Μθ 13,19), «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ» (Λκ 8,11). Καί οἱ ὑμνογράφοι μιλοῦν γιά «σπόρον τοῦ λόγου» ἤ «σπέρματα τοῦ λόγου» ἤ «λογικά σπέρματα». Δέν εἶναι ἀνθρώπινος λόγος ἀλλά θεῖος, ἔνθεος, οὐράνιος, εἶναι ὁ σπόρος τοῦ Πνεύματος, τά τῆς χάριτος σπέρματα. ῾Ως ἐκ τούτου ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· εἶναι σπόρος πολύτιμος, σωτήρια σπέρματα.

 Τήν ἀπόδοση τῆς θείας σπορᾶς περιορίζουν ποικίλοι παράγοντες. Οἱ ὑμνογράφοι μνημονεύουν·

 α) «Τάς ἀκάνθας τῶν τοῦ βίου συμπτωμάτων», πού εἶναι οἱ μέριμνες τοῦ αἰῶνος τούτου ἀλλά καί ἡ «ἀπάτη τοῦ πλούτου».

 β) «Τάς ἀκάνθας τῶν ἡδονῶν», «τήν ἄκανθαν τήν φιλήδονον», δηλαδή τίς ἡδονές τοῦ βίου.

 γ) «Τάς ἀκάνθας τῶν παθῶν», τάς «ἀκανθώδεις ἐννοίας τῆς καρδίας», «ὕλην κακίας».

῾Η ρίζα τῶν ἀκανθῶν βρίσκεται μέσα στόν ἄνθρωπο, τονίζουν.

 δ) «Τάς ἀκάνθας τῆς πλάνης», τήν «ἀκανθώδη θρησκείαν τῶν εἰδώλων», δηλαδή τήν εἰδωλολατρία. ᾿Εκ πρώτης ὄψεως αὐτό ἀποκλίνει ἀπό τό ἁγιογραφικό κείμενο. Στήν πραγματικότητα ὅμως ὅλα ὅσα ἀναφέρει ὁ Κύριος ὡς ἀγκάθια συνιστοῦν εἰδωλολατρία μέ τήν εὐρεία ἔννοια, μέσα στήν ὁποία περιλαμβάνεται καί ἡ στενή θρησκευτική ἔννοια τήν ὁποία ἀναφέρουν οἱ ὑμνογράφοι.

 ῾Η «καλή γῆ» τοῦ εὐαγγελικοῦ κειμένου χαρακτηρίζεται στά τροπάρια ἐπίσης «καλή» ἀλλά καί «ἀγαθή» καί «πίων». Εἶναι ἡ «καρδία», κατά τόν Λουκᾶ, ἤ, κατά τή συχνή ὑμνογραφική ἔκφραση, ἡ «ψυχή», ἡ «διάνοια». Δέχεται τά σπέρματα τοῦ λόγου «προθύμως», τά κατέχει, τά κατανοεῖ, τά παραδέχεται, τά καλλιεργεῖ καί γίνεται γῆ καρποφόρος, εὔκαρπος, κατάκαρπος, εὐφοροτάτη.

 Ποικίλοι εἶναι οἱ ὑμνογραφικοί χαρακτηρισμοί γιά τόν καρπό τῆς «καλῆς γῆς». ᾿Ονομάζεται συνήθως «στάχυς» ἤ «ἄσταχυς» (=στάχυς) καί σπανιότερα «καρπός», «σῖτος», «γεώργιον».

 Πολύ συχνά τονίζεται ἡ πλούσια καρποφορία μέ τόν ὅρο «ἑκατοστεύοντα» καρπόν καί λιγότερο συχνά μέ τούς χαρακτηρισμούς «πολύχουν», «πολύφορον». Δέν γίνεται καθόλου λόγος γιά τίς ἄλλες διαβαθμίσεις τῆς ποσότητας τῆς καρποφορίας -«τριάκοντα», «ἑξήκοντα»- τίς ὁποῖες ἀναφέρει τό εὐαγγελικό κείμενο. Στήν τάξη τῶν καρποφορούντων «ἑκατόν» κατατάσσουν οἱ ὑμνογράφοι ἀποστόλους, ἐπισκόπους, μάρτυρες, ἱερομάρτυρες, ὁσιομάρτυρες, ὁσίους, μοναχούς, παρθένους ἀλλά καί ἐγγάμους. Παρόμοια εἶναι καί ἡ ἄποψη τῶν ἑρμηνευτῶν πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους αὐτήν τήν ποσότητα καρποφορίας ἐπέτυχαν· α) ῞Ολοι οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι χάριν τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θυσίασαν τή ζωή τους, καί ὅσοι ὑπέμειναν ποικίλους ἐξωτερικούς πειρασμούς. β) ῞Οσοι ἔφθασαν στήν τελειότητα τῆς ἀρετῆς καί τῆς εὐσεβείας. γ) Οἱ παρθένοι καί ἀφιερωμένοι στόν Θεό. δ) Οἱ ἐρημίτες μοναχοί.

 Οἱ ὑμνογράφοι δέν ἀρκοῦνται νά παρουσιάσουν τήν πλούσια καρποφορία πού ἀπήλαυσαν οἱ ἅγιοι μέ τή σπορά καί καλλιέργεια στή δική τους ψυχή καί στίς ψυχές τῶν συνανθρώπων τους. ᾿Ασχολοῦνται καί μέ τά μέσα πού συνέβαλαν στήν καλλιέργεια καί εὐκαρπία. Συγκεκριμένα τονίζουν τήν «πρόρριζον ἐκκοπήν» τῶν ἀκανθῶν, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τίς προσευχές καί τή θεία ἀγάπη.

 ᾿Εξάλλου, ἡ καλλιέργεια, τό ὄργωμα, ἡ ἄρδευση γίνονται μέ τή μελέτη καί διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τίς προσευχές, τά δάκρυα καί τούς στεναγμούς, τήν ἄσκηση καί τήν κακοπάθεια, «τά πικρά βάσανα», «τῇ φιλοπόνῳ πολιτείᾳ».

 ᾿Αλλά, γιά νά ἔρθει ἡ καρποφορία, δέν ἀρκεῖ ἡ ἀνθρώπινη προσπάθεια. Σ᾿ αὐτήν προστίθεται ὡς ἐνίσχυση ἡ θεία χάρη, ἡ μεσιτεία τῆς Θεοτόκου καί οἱ πρεσβεῖες τῶν ἁγίων.

Σ. Καρακασίδου

Δρ. Θεολογίας