Πορεία σέ θάνατο λευκό

Βλέμμα χαμένο στόν ὁρίζοντα.
Βῆμα ἀργό στό πουθενά πού βγάζει.
Θέληση ἀνύπαρκτη.
Νοῦς ταξιδιάρης στό ἀνεπίστρεπτο.
Στά τρυπημένα χέρια
ἀπρόσμενα ἕνα κομποσχοίνι
 -μνήμη φίλης δασκάλας, δῶρο δικῆς της προσευχῆς.
Στά τρυπημένα χέρια Σου
ἀφήνει τόν ἀγώνα.
Στό ματωμένο Σου Σταυρό
-κι ἄς μήν τό ξέρει
- ἀφήνεται.
 Καί γονατίζει ἡ σκέψη ἀδύναμη
 -ἱκεσία στῆς δικῆς Σου δύναμης τή μεγαλοθυμία:
 Ἀπ᾿ τοῦ λευκοῦ θανάτου
τήν ἀνήμπορη πορεία ξεσήκωσε ὄρθιες τίς ψυχές πού περιμένουν.
Τά πληγωμένα χέρια τους
προσμένουν τά δικά Σου πληγωμένα
νά κρατήσουν.
Στερέωσε τά βήματα
μακριά ἀπό «οὐσίες» νά ἀντέχουν...
Καί καθώς τότε προσευχήθηκες γιά τούς δικούς Σου,
ζήτα καί τώρα δύναμη
γιά τά παιδιά Σου αὐτά.
Γίνε Ἐσύ ἡ ἀντοχή στῆς στέρησης τούς κόπους,
Ἐσύ ὁ φίλος, ὁ Θεός, ἡ Ἰθάκη τοῦ ἀγώνα...

Α.Π.Β.