Τά νέα βιβλία Θρησκευτικῶν τοῦ Γυμνασίου

Κριτικὴ προσέγγιση
 
Ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ τὰ νέα ἐγχειρίδια Θρησκευτικῶν τοῦ Γυμνασίου πρὸ δύο περίπου ἐτῶν πρέπει νὰ προκάλεσε σὲ ὅλους ὅσους διακονοῦμε ὡς δάσκα­λοι στὴ σχολικὴ τάξη θετι­κὲς ἐντυπώ­σεις.
Τὰ καινούργια βιβλία ἔχουν ἀσφαλῶς ἑλκυ­στικώτερη μορφὴ καὶ δομὴ ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Πέραν τῶν ἄλλων ἀρετῶν τους ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπισημά­νει κα­νείς, ἰδίως ἐκδοτικῶν, ὑπογραμ­μί­ζουμε ἐδῶ ἰδιαιτέρως τὴ συνε­τὴ καὶ ἀποδοτι­κὴ τακτικὴ ποὺ ἀκο­λου­θοῦν οἱ συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς Α΄ καὶ Β΄ Γυμνασί­ου-καὶ φαίνεται ὅτι πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύ­θυνση ἐπηρέασε σοβαρὰ τὸ προηγηθὲν ἐπιτυχη­μένο ἐγχει­ρίδιο τῆς Β΄-, νὰ ἐπιμέ­νουν στὴν ἐπικέντρω­ση τοῦ μα­θήματος στὰ αὐτού­σια βι­βλικὰ κείμενα. Ὅπως ἐπίσης ἱκανοποιεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βι­βλίο τῆς Γ΄ θίγει καὶ ὁρισμένα θέματα ἐκ­κλησιαστικῆς ἱστορίας πολὺ σημαντι­κά, ἀλλὰ ἀπροσέγ­γιστα μέ­χρι σήμερα γιὰ τὰ σχολικὰ δεδομένα. Γενικὰ ὀφεί­λου­με νὰ ὁμολογή­σουμε ὅτι οἱ συν­άδελφοι ποὺ ἀνέλαβαν τὸ ἀπαιτητικὸ ἔργο τῆς συγγραφῆς προσπάθησαν νὰ εἶναι συ­νεπεῖς μὲ τὴ δέσμευσή τους. Θὰ ἀποτε­λοῦσε δὲ πραγματικὴ παράλειψη, ἂν δὲν τονίζαμε πόσο χρήσιμη εἶναι ἡ συνέκ­δοση τοῦ πολὺ λεπτομεροῦς Βιβλίου ἐκπαιδευτικοῦ, πού, ἐξ ὅσων γνωρί­ζουμε, εἶναι ἡ πρώτη στὰ χρονικὰ τοῦ μαθήματος.
Ἡ συστηματικὴ ὡστόσο μελέτη τοῦ περιεχομένου τους δὲν ὁδηγεῖ δυστυχῶς σὲ ἀνάλογα ἐνθαρρυντικὰ συμπεράσματα. Ἂν κανεὶς ἤθελε νὰ χαρακτηρίσει τὸ γενικὸ ἐννοιολογικὸ πλαίσιο στὸ ὁποῖο κινοῦνται τὰ καινούργια σχολικὰ βι­βλία, θὰ μποροῦ­σε νὰ ὑποστηρίξει χωρὶς ἴχνος ὑπερβολῆς ὅτι δὲν διαπνέεται ἀ­πὸ τὴν ὀρθόδο­ξη πνευματικότητα˙ ἀπέχει ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ πρότυπα ποὺ ἔχει κα­τὰ νοῦ ὁ ὀρ­θόδοξος θεολόγος. Τὰ νέα ἐγχειρίδια ἐκ­φράζουν ἐν πολλοῖς θεολο­γικὲς ἀ­πόψεις ἄσχετες ἢ καὶ ἀνατρεπτικὲς ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ τὴν ἐμ­πειρία τῆς Ὀρ­θόδοξης Ἐκ­κλησίας. Καὶ τοῦτο βεβαίως ὄχι ἁπλῶς μειώνει αἰσθητὰ τὴν προσφορά τους, ἀλλὰ θέτει ἐκ τῶν πραγμάτων σὲ δεύτερη μοῖρα κάθε ἄλλη θε­τικὴ ἀπο­τίμησή τους.
Ἡ παροῦσα κριτικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία ἀπηχεῖ καὶ εὐρεῖες σχετικὲς συζη­τήσεις μεταξὺ πολλῶν συναδέλφων, στοχεύει ἀκριβῶς–ἂν καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ γιὰ τὴν πληρότητά της–στὴν κατάδειξη τῶν προβλημάτων αὐτῶν. Καὶ πράττει τοῦτο ὄ­χι ἀσφαλῶς γιὰ νὰ ἀκυρώσει τὸ ἔργο τῶν συναδέλ­φων συγγρα­φέων, ἀλλὰ γιὰ νὰ βοηθήσει στὴν ἀποκατάσταση τῶν ζημιωθέντων. Πό­σο ἀνα­γκαῖες καὶ ἐπεί­γουσες εἶναι τέτοιες προσπάθειες ἰδίως τώρα, μετὰ ἀπὸ τὴν διετῆ δο­κιμασία τῶν νέων βιβλίων στὴν τάξη, πιστεύουμε ὅτι θὰ φανεῖ ξεκά­θαρα ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναλυτι­κὸ ὑπόμνημα παρατηρήσεων καὶ στὰ τρία ἐγχειρίδια, καὶ στὰ ἀ­ντίστοι­χα βοη­θήματα γιὰ τὸν ἐκπαιδευτικό, ποὺ ἀκολουθεῖ[1]
 
 
Α΄ Γυμνασίου
(Παλαιὰ Διαθήκη: Ἡ προϊστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ)
 
1. Περὶ τὴν ἱστορία τῶν βιβλίων τῆς Π. Διαθήκης
 
α. Ε,49: «Ποιὰ εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς Ἐξόδου; Οἱ περισσότεροι ἐρευνητὲς τὴν τοποθετοῦν στὸ τέλος τοῦ 13ου αἰ. π.Χ…. Δὲν ξεχνᾶμε βέβαια ὅτι τὰ περισσό­τερα κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ἔξοδο γράφτηκαν πολὺ ἀργότερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ συνέβησαν τὰ γεγονότα».
β. Ε,69: «Στὴν ἐποχὴ τῶν βασιλέων καὶ στὸ χῶρο τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, κά­ποιοι μορφωμένοι ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνουν τὶς παλιὲς παραδόσεις τῆς ἱστορίας τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ νὰ τὶς καταγράφουν μὲ στόχο νὰ τὶς διασώ­σουν. Τὰ κείμενα αὐτὰ ἀποτέλεσαν τὸ πρῶτο ὑλικὸ γιὰ τὴ σύνθεση καὶ τὴ συγ­γραφὴ τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ θὰ ὁλοκληρωθεῖ αἰῶνες ἀργό­τερα».
γ. Ε,114: «…Σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια της (βαβυλώνιας) αἰχμαλωσίας καθιέρωσαν ἐπίσημα (οἱ Ἑβραῖοι) καὶ τὸ Σάββατο ὡς μέρα ἀφιερωμένη στὸ Θεό».
δ. Ε,121: «Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ (4ος-5ος αἰ. π.Χ.) συγκέντρωσαν καὶ κατέγρα­ψαν (οἱ Ἑβραῖοι) τὶς παλιὲς θρησκευτικὲς παραδόσεις, ποὺ ἀποτέλεσαν τὰ πέ­ντε πρῶτα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Πεντάτευχος)».
ε. Ε,123: «Στὴ συνέχεια φρόντισε (ὁ Ἔσδρας) νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλα τὰ θρησκευτικὰ κείμενα καὶ νὰ καταγραφοῦν. Σημαντικὸ μέρος ἀπ’ αὐτὰ προέρ­χονταν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μωυσῆ…Ἀπὸ τὴν ἐργασία αὐτὴ προέκυψαν τὰ πέ­ντε πρῶτα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως τὰ ξέρουμε σήμερα (=Πεντάτευ­χος)».
στ. Ε,128: «Στὰ χρόνια λοιπὸν τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας κάποιοι-μᾶλ­λον ἱερεῖς-συνέθεσαν ἕνα κείμενο ποὺ μιλοῦσε γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅταν τελικὰ ἐπέστρεψαν στὴ χώρα τους καὶ κατέγραψαν συστηματικότερα τὶς ἱερές τους παραδόσεις, τοποθέτησαν τὶς διη­γήσεις γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀρχὴ τῶν ἱερῶν τους γραφῶν. Εἶναι αὐτὲς ποὺ βρίσκουμε στὰ τρία πρῶτα κεφάλαια τοῦ βιβλί­ου τῆς Γενέσεως».
Στὰ ἀνωτέρω θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ διακρίνει τὰ ἑξῆς: i) Τὰ περὶ τοῦ χρό­νου σύνταξης τῆς Πεντατεύχου εἶναι ἀσαφῆ καὶ συγκεχυμένα. Νὰ ὑποθέσουμε ὅτι κατὰ τὰ α καὶ ε κάποια κείμενά της συντάχθηκαν πρώιμα, ἐπὶ Μωυσῆ, καὶ κάποια 10 περίπου αἰῶνες ἀργότερα; Τὸ β ἐννοεῖ ὅτι τὸ ἀρχικὸ γραπτὸ παλαι­οδιαθηκικὸ ὑλικὸ καταρτίσθηκε στὴν περίοδο τῶν βασιλέων; Τὸ γ ἀμφισβητεῖ ὅτι ὁ Δεκάλογος ἀνάγεται στὴν ἐποχὴ τοῦ Μωυσῆ; Τὰ δ καὶ στ τοποθετοῦν τὴν πρώτη καταγραφὴ βιβλικῶν προφορικῶν παραδόσεων γιὰ νὰ ἀποτελέσουν κείμενα, στὴν περίοδο περὶ τὴ βαβυλώνια αἰχμαλωσία; Καὶ τί τελικὰ ἰσχύει; Ὑπ’ ὄψιν ὅτι στὴν Ε,14 λέγεται πὼς ὅλες οἱ πληροφορίες πρὶν ἀπὸ τὴν ἐφεύρε­ση τῆς τυπογραφίας (15ος αἰ. μ.Χ.) «μεταδίδονταν μὲ τρόπους ποὺ ἦταν εὔκολο νὰ ἀπομνημονευθοῦν: διηγήσεις, εἰκόνες, ἀποφθέγματα, ποιήματα»˙ δηλ. δεν καταγράφονταν;(!). ii) Ὅ,τι καὶ ἂν θέλουν νὰ ποῦν οἱ συγγραφεῖς (στὸ ἑξῆς σ.), τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἡ μω­σαϊκὴ καταγωγὴ τῆς Πεντατεύχου κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλ­λο τρόπο ἀπορρίπτε­ται καὶ ἀντ’ αὐτῆς υἱοθετοῦνται ἀνεπιφύλακτα νεώτερες καὶ σύγχρονες θεωρίες περὶ ποικίλων πηγῶν καὶ φάσεων σύνθεσης (βλ. ΒΕ,66-67 [ὅπου οἱ σ. γίνονται σαφέστεροι]˙ 93˙ 99). Διαψεύδεται μὲ ἄλλα λόγια χωρὶς τὸν πα­ραμικρὸ δισταγμὸ-ἐπὶ τῇ βάσει, ὑπογραμμίζουμε, ὑποθέσεων-ὄχι μόνον ὅλη ἡ ἑβραϊκὴ καὶ ἡ χριστια­νικὴ ἱστορικὴ παράδοση ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς τοῦ Χρι­στοῦ καὶ γενικὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ ἐννο­οῦν σαφῶς τὰ ἀντίθετα (βλ. π.χ. Μρ 12,18-27˙ Ἰω 5,46 καὶ Ῥω 10,5).
Πρέπει βέβαια πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων νὰ τονίσω ἐδῶ –καὶ αὐτὸ ἀ­φορᾶ σὲ ὅλες τὶς παρατηρήσεις μου– ὅτι δὲν θὰ μ’ ἐνδιέφερε προσωπικὰ μία ἀ­ντιπαράθε­ση μὲ τὸν χῶρο τῆς ἔρευνας. Κάθε ἄλλο˙ ἀναγνωρίζω ἀνενδοίαστα τὴν ἀνα­γκαιότητα τῆς ἀπροκατάληπτης ἔρευνας˙ ἄλλωστε ἡ Ἁγ. Γραφὴ δὲν ἔχει τίποτε νὰ φοβηθεῖ ἀπ’ αὐτήν. Τὸ ἀνεπίτρεπτο εἶναι νὰ προωθοῦμε στὰ μαθητι­κὰ βιβλί­α –καὶ μάλιστα ἐπὶ τόσο σοβαρῶν θεμάτων– ὄχι τεκμηριωμένη ἐπιστη­μονικὴ γνώση, ἀλλὰ ἐπιστημονικὰ «τετελεσμένα».
 
2. Περὶ τὴ θεοπνευστία καὶ ἑρμηνεία τῆς Π. Διαθήκης
 
α. ΒΕ,32: «Ἡ θεοπνευστία δὲν εἶναι μία ἔκτακτη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­ματος καὶ τὰ ἁγιογραφικὰ κείμενα δὲν εἶναι κατὰ γράμμα θεόπνευστα».
Οἱ σ. συγχέουν τὴν ἔννοια τῆς θεοπνευστίας, ποὺ εἶναι ἔκτακτη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὴν προβληματικὴ πράγματι ἀντίληψη ἀρχαίων καὶ νεωτέρων ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατηύθυνε ἀκόμη καὶ τὴν ἐπιλογὴ τῶν λέξεων τοῦ ἱεροῦ κειμένου. Ὅτι ἡ θεοπνευστία τῆς Γραφῆς-δηλαδὴ τῶν νοημάτων της-ἀποτελεῖ ὄντως ἔκτακτη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ φαίνεται ξεκάθαρα, πέραν ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ ἀπὸ τὴ διαχρονική, ἀνυποχώρητη ἐπιμονὴ τῆς Ἐκκλησίας νὰ διαφυλάσσει κλειστὸ τὸν Κανόνα καὶ νὰ τὸν προβάλλει ὡς μοναδικὸ ὑπογραμ­μὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας (βλ. ἐντελῶς πρόχειρα Μ. Ἀθανασίου, Ἑορταστ. ἐπιστ. ΛΘ΄, 27-28˙ τοῦ αὐτοῦ, Κατὰ Ἑλλήνων 1˙ Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον 1). Ἄλλωστε τὸ ΒΕ ὑπογραμμίζει ἀμέσως τὰ ἑξῆς: «Ἡ θεοπνευστία σχετίζεται μὲ τὴ δύναμη ποὺ χαρίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὲ κάποιους νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ ἐμπειρίες καὶ γεγονότα». Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ θεοπνευστία ἀποτε­λεῖ χάρισμα ποὺ δίδεται σὲ λίγους, τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκτὸς ἀπὸ ἔκτακτη ἐνέργεια τοῦ Ἁγ. Πνεύματος;
β. ΒΕ,33: «(ἀναφερόμενοι στὴ θεοπνευστία) Ἴσως χρειαστεῖ (μόνο ἂν δια­τυπωθοῦν σχετικὰ ἐρωτήματα) νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐπικεντρω­νόμαστε στὸ ἁγιαστικὸ καὶ μεταμορφωτικό του ἔργο. Μποροῦμε νὰ στηριχτοῦ­με στὴν εἰκόνα τῆς πνοῆς μὲ τὴν ὁποία ὅλα ἀναπνέουν καὶ ζοῦν. Ὅτι εἶναι μία χάρη ποὺ ἁπλώνεται σ’ ὅλο τὸν κόσμο, σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, θυμίζει στοὺς ἀν­θρώπους τὰ χαρίσματα καὶ τὸν προορισμό τους…καὶ τοὺς φέρνει πιὸ κοντὰ στὸ Θεό. Μποροῦμε νὰ στηρίξουμε τὴν προσπάθειά μας καὶ σὲ μία δραστηριότητα ποὺ ἔχει ὡς στόχο νὰ κατανοήσει τὴ δυναμικὴ καὶ τὴν ἀλλαγὴ ποὺ ἐπιφέρει στὰ μέλη της τὸ ‘πνεῦμα μιᾶς ὁμάδας’. Π.χ. φανταστεῖτε τὸν ἑαυτό σας ὡς μέλος μιᾶς ὁμάδας ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ κάποιον σκοπό, ἰδανικό, πρόσωπο. Τί δυναμι­κὴ ἀποκτᾶται, τί ἀλλαγὲς συμβαίνουν κ.ἄ.».
Πραγματικὰ ἀπορεῖ κανεὶς πῶς μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ τὴ θεοπνευστία τῆς Γραφῆς χωρὶς ἀναφορὰ στὸ Ἅγ. Πνεῦμα (βλ. Β΄ Πέ 1,21). Καὶ πῶς μπορεῖ ἕ­νας Ὀρθόδοξος θεολόγος νὰ εἰκονίσει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγ. Τριάδος, τὸν αἰώνιο Θεό, ὡς «χάρη» ἢ ὡς τὸ «πνεῦμα μιᾶς ὁμάδας». Πρό­κειται, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὴ Γραφὴ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, γιὰ ἀ­νατρεπτικὲς ἀπόψεις. Καὶ οὔτε γίνεται ἀντιληπτὸ τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴ θεοπνευστία τῆς Βίβλου.
γ. Ε,108: «Ὁ Ἠσαΐας θεωρεῖται ὁ σημαντικότερος προφήτης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐξαιτίας τῆς τεράστιας σημασίας τῶν μηνυμάτων του. Ὅλο τὸ διά­στημα τῆς δράσης του ἦταν πάντα παρὼν καὶ στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς χώ­ρας…».
Μὲ ἄλλα λόγια ὁ Ἠσαΐας, ὁ «εὐαγγελιστὴς» κατὰ τὸ προηγούμενο ἐγχειρί­διο, ὀφείλει τὸ ὄντως μοναδικὸ μεγαλεῖο του στὴν πολιτικοθρησκευτική του δράση(!).
Γενικὰ οἱ προφῆτες παρουσιάζονται μόνον ὡς ἐθνικοθρησκευτικοὶ καὶ κοι­νωνικοὶ ἀγωνιστές. Τὸ ἔντονο μεσσιακὸ στοιχεῖο τῶν προφητειῶν τους καὶ ἡ ἐκπλήρωσή του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μόλις ποὺ θίγεται-γριφωδῶς πάντο­τε˙ βλ. π.χ. Ε,110, ἄσκ. 6: «Αἰῶνες μετά, στὴ Ναζαρέτ, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μιλώ­ντας γιὰ τὸ ἔργο του διάβασε μία προφητεία τοῦ Ἠσαΐα γιὰ τὸ Μεσσία (Λκ 4,16-21). Τί δείχνει αὐτὸ γιὰ τὸν Ἠσαΐα;»˙ ἐπίσης, ἄσκ. 7: «Διαβάστε τὴ φράση στὸ εἰλητάριο ποὺ κρατάει ὁ προφήτης («Ἰδοὺ ἡ παρθένος…», πρόκειται γιὰ λε­πτομέρεια ψηφιδωτοῦ τοῦ Ἠσαΐα). Δικαιολογῆστε τὸν τίτλο τοῦ μαθήματος». Ὁ τίτλος τοῦ συγκεκριμένου μαθήματος εἶναι: «Ἠσαΐας: ὁ προφήτης τοῦ Ἐμμα­νουήλ». Ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἐμμα­νουὴλ γίνεται λόγος σχεδὸν ἐκ παραδρομῆς σ’ ἕνα ἐπίθημα (Ε,108), ὡς ἑξῆς: «Ἐμμανουὴλ εἶναι ἕνα ἑβραϊκὸ ὄνομα, ποὺ σημαίνει ‘ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας’. Ὁ Ἠσαΐας ὀνομάζει ἔτσι τὸ Μεσσία. Στὴν Καινὴ Δια­θήκη ἀποδόθηκε τὸ ὄνομα αὐτὸ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ὁ Μεσ­σίας».
Ἡ βιβλικὴ προφητεία ἀπογυμνώνεται ἀπὸ κάθε τι τὸ ὑπερφυσικό. Ἁπλῶς «οἱ προφῆτες, μὲ τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ, μποροῦσαν νὰ βλέπουν σὲ βάθος τὰ πρά­γματα καὶ νὰ συνειδητοποιοῦν τί πραγματικὰ συνέβαινε στὴν ἐποχή τους. Ἀ­ντιλαμβάνονταν δηλαδὴ τὰ σημάδια τοῦ ἠθικοῦ ξεπεσμοῦ καὶ τῆς διαφθορᾶς, ἀκόμη κι ὅταν ὅλες οἱ συνθῆκες τῆς ἐποχῆς φαίνονταν ἰδανικές. Ἀναγνώριζαν τί δὲν πήγαινε καλὰ καὶ ποιοὶ κίνδυνοι παραμόνευαν τοὺς Ἰσραηλῖτες. Ἐπιπλέ­ον, συναισθάνονταν τὶς καταστροφικὲς συνέπειες ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσαν γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κράτους καὶ τῶν ἀνθρώπων» (Ε,94). Ἡ προφητεία ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς πρόγνωσης χαρακτηρίζεται ὡς «χρησμὸς» (Ε,95), ὁ ὁποῖος χρησίμευε στοὺς προφῆτες γιὰ τὴν τόνωση τῆς παραστατικότητάς τους(!;). Στὴν ἀρχὴ δὲ τῆς σελ. 94 λέγεται ὅτι «γιὰ πολλοὺς σύγχρονους ἀνθρώπους προφήτης εἶναι ἕνας ἄν­θρωπος ποὺ ‘διαβάζει τὸ μέλλον’ καὶ προλέγει τί θὰ συμβεῖ. Ὅμως ἡ Ἁγία Γρα­φὴ μᾶς παρουσιάζει τελείως διαφορετικὰ τὸ ρόλο καὶ τὸ ἔργο τῶν προφητῶν». Βλ. ἐπίσης Ε,118, ἄσκ. Γ: «Μετὰ ἀπὸ ὅσα μάθατε γιὰ τοὺς προφῆτες τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης τί θὰ εἴχατε νὰ πεῖτε σὲ κάποιον ποὺ τοὺς θεωρεῖ λιγάκι ‘μά­γους’;».
Συνεπῶς, ὅταν ἐπὶ παραδείγματι οἱ εὐαγγελιστὲς ὑπογραμμίζουν ξανὰ καὶ ξανὰ ὅτι «Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος…», δύο τινὰ μπορεῖ νὰ συμβαίνουν: ἢ νὰ πρόκειται γιὰ ἀποβλητέα χωρία ἢ ἡ Καινὴ Διαθήκη νὰ ἑρμηνεύει τὴν Παλαιὰ κατανοώντας την ὡς μαγικὸ σύγγραμμα.
δ. Ε,53: «Πολλὰ συμβάντα πρὶν ἢ μετὰ τὴν Ἔξοδο ἀναγνωρίστηκαν ὡς θαύματα. Αἰῶνες μετὰ ὅλες αὐτὲς οἱ διηγήσεις καταγράφηκαν μὲ στόχο ὄχι νὰ περιγράψουν τί ἀκριβῶς ἔγινε τότε ἀλλὰ νὰ βροντοφωνάξουν τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων στὴ δύναμη τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δώσουν τὸ μήνυμα ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι μας στὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς ποὺ σήμερα διαβάζουμε τὶς διη­γήσεις δὲν ἔχει νόημα νὰ ψάχνουμε νὰ βροῦμε σ’ αὐτὲς τί ἀκριβῶς ἔγινε τότε, ἀλλὰ τί νόημα εἶχαν γιὰ τὴ ζωὴ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων τότε…».
Πρόκειται γιὰ τὴν παράγραφο «Τὰ θαύματα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη», ποὺ εἶναι γενικώτερα ἀπὸ τὶς πιὸ δυσνόητες καὶ ἀσαφεῖς ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς διδά­σκοντες. Ὁ στόχος της ὡστόσο διαγράφεται εὐκρινῶς: αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κα­ταδειχθεῖ εἶναι ὅτι τὰ θαύματα τῆς Π. Διαθήκης δὲν εἶναι θαύματα, ἀλλὰ θεο­λογικὲς (=μυθολογικές, βλ. κατωτέρω) προσεγγίσεις «συμβάντων». Ὡς θαύματα «ἀναγνωρίστηκαν» ἐκ τῶν ὑστέρων.
ε. Ε,19: «Πάντα βέβαια ὡς κύριο σκοπὸ εἶχαν (οἱ συγγραφεῖς τῶν βιβλίων τῆς Π. Δ.) νὰ ἐκφράσουν στὰ κείμενά τους τὶς θεόπνευστες ἀλήθειες, ὅσο καλύ­τερα γινόταν. Πῶς τὸ πετύχαιναν αὐτό; Κάτι ποὺ ἔχει σημασία νὰ καταλάβου­με ἐμεῖς σήμερα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς-καὶ ἰδιαίτερα οἱ Ἀνα­τολῖτες-ἀγαποῦσαν πολὺ τὶς ἱστορίες. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ οἱ συγγραφεῖς τῆς Πα­λαιᾶς Διαθήκης χρησιμοποίησαν ἱστορίες ποὺ γνώριζαν ἀπὸ τοὺς παλαιότε­ρους ἢ τὶς συνέθεταν οἱ ἴδιοι». Βλ. καὶ Ε,20, ἄσκ. 3: «Ὑποθέστε ὅτι θέλετε νὰ ἐ­ξηγήσετε στὸν πεντάχρονο ἀδελφό σας τὶς κακὲς συνέπειες τῆς τεμπελιᾶς ἢ τῆς λαιμαργίας. Σὲ συνεργασία μὲ τὸν διπλανό σας ἐπινοῆστε μία ἱστορία, εἰκόνα ἢ ὅ,τι ἄλλο θὰ σᾶς βοηθοῦσε νὰ τὸ πετύχετε καὶ ἀνακοινῶστε το στὴν τάξη».
στ. «…Στοὺς πολέμους αὐτοὺς (Ἰσραηλῖτες-Φιλισταῖοι κλπ.) ὁ Θεὸς παρου­σιάζεται νὰ παίρνει τὸ μέρος τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ νὰ φέρεται σκληρὰ στοὺς ἐ­χθρούς τους. Πῶς ἐξηγεῖται αὐτό; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι γιὰ αἰῶνες οἱ ἀρχαῖοι πίστευαν ὅτι κάθε λαὸς ἔχει τὸ δικό του θεό, ποὺ τοῦ χαρίζει τὴ νίκη ἐνάντια στοὺς ἐχθρούς του (χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ὅσα βλέπουμε στὴν Ἰλιάδα καὶ στὴν Ὀδύσσεια τοῦ Ὁμήρου). Ἔτσι καὶ οἱ Ἰσραηλῖτες κάθε τους νίκη τὴν ἀπέδιδαν στὸν Κύριο. Γι’ αὐτὸ καὶ διαβάζουμε στὴν Παλαιὰ Δια­θήκη: ‘ὁ Θεός μας νίκησε’…».
ζ. Ε,139: «Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν παραπάνω ἱστορία (τῆς πτώσεως) θὰ πρέπει νὰ τὴ φανταστοῦμε σὰν ἕνα δρᾶμα ποὺ παίχτηκε στὴν καρδιὰ τοῦ ἀν­θρώπου, μιὰ «ἐσωτερικὴ σύγκρουση», ὅπως λέμε. Γιὰ νὰ μᾶς τὸ δείξει αὐτὸ ὁ συγγραφέας τῆς Γενέσεως χρησιμοποίησε ἰδιαίτερα ἐκφραστικὲς εἰκόνες. Κατ’ ἀρχὴν τὸ ἀπαγορευμένο δέντρο καὶ τὴν ἐντολή. Μ’ αὐτὲς τὶς εἰκόνες καταλα­βαίνουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται ἐλεύθερος. Ὁ ἴδιος θὰ ἀποφασίσει ἂν θὰ συνεχίσει νὰ ἐμπιστεύεται τὸ δημιουργό του καὶ νὰ ἔχει σχέση μαζί του ἢ ὄχι. Στὴ συνέχεια ὑπάρχει τὸ φίδι. Εἶναι μία εἰκόνα ποὺ περιγράφει τὸν πειρα­σμό, ὁ ὁποῖος φωλιάζει ὕπουλα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου σπέρνοντας ἀμφιβο­λία καὶ δυσπιστία πρὸς τὸ δημιουργὸ Θεό…Ὁ διάλογος τοῦ φιδιοῦ μὲ τὴ γυναί­κα μᾶς θυμίζει τὸ διάλογο ποὺ ὁ καθένας ἀνοίγει μὲ τὸν ἑαυτό του πρὶν πάρει μία μεγάλη ἀπόφαση. Καὶ ὁ ἀπαγορευμένος καρπὸς ποὺ τελικὰ γεύονται οἱ ἄν­θρωποι εἶναι ἡ ἀπόφαση ποὺ πῆραν ἐλεύθερα…».
η. Ε,143: «Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη στὴν προσπάθεια νὰ περιγράψει τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους χρησιμοποιεῖ τὴν εἰκόνα ἑνὸς ζευγα­ριοῦ. Ἐπειδὴ τοὺς παρουσιάζει ὡς κοινοὺς προγόνους ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό…». Βλ. καὶ ΒΕ,104: «…ἐπιχειρεῖται (στὸ Ε) καὶ τὸ ξεκαθάρισμα πὼς τὸ ζευ­γάρι Ἀδὰμ-Εὔα εἶναι μία ἀρχετυπικὴ εἰκόνα ποὺ ἐκφράζει τὶς σχέσεις τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θεὸ καὶ μεταξύ τους καὶ δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ‘φυσικὴ’ καταγωγὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων».
Τὰ ἀνωτέρω ἀποκαλύπτουν ἐπαρκῶς τὴν κύρια ὀπτικὴ τοῦ ἐγχειριδίου, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ὅτι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀποτελεῖ ἕνα σύ­νολο ἐπινενοημένων διηγήσεων, συμβόλων καὶ ἀνατολίτικων παραμυθιῶν (!!!) (βλ. καὶ τὶς ἀντί­στοι­χες ἑνότητες τοῦ ΒΕ). Ἀλλὰ ἔστω. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως πε­ριπτώσει πῶς τελικὰ ὁ ἄνθρωπος σχετίσθηκε μὲ τὸν Θεό; Ἐκτὸς τῆς ἱστορίας; Ἢ μήπως στὰ πλαίσια τῶν ψυχολογικῶν ἐμπειριῶν; Φρονοῦν δηλαδὴ οἱ σ. ὅτι τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰ­κονομίας πραγματώθηκε περίπου «κατὰ δόκησιν»; Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται ἆ­ραγε ὅτι ἔτσι «διαψεύδουν» τόσο τὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ ἀντιμετωπίζει τὴν Παλαιὰ ὡς ἱστορία (βλ. π.χ. Λκ 3,38˙ Πρξ 17,26˙ Ῥω 5,14˙ Α΄ Κο 15,22˙ Β΄ Κο 11, 3˙ Α΄ Τι 2,12-14˙ Ἰδ, 14 κ.ἄ.), ὅσο καὶ ὅλους τοὺς ὁμόφρονές της καὶ ἐκφρα­στὲς τῆς συνείδησης τῆς Ἐκκλησίας ἁγίους πατέρες; Καὶ ποῦ τερματίζεται αὐτὸ τὸ ἐγχείρημά τους νὰ ‘ἀπομυθοποιηθεῖ’ ἡ Γραφή; Μήπως εἶναι μῦθος καὶ τὸ Εὐαγ­γέλιο τῆς σωτηρίας μας; Μήπως θὰ πρέπει νὰ ἐκλαμβάνεται στὸ ἑξῆς ὡς ἕνα θρησκευτικὸ σύμβολο καὶ αὐτὸς ὁ Χριστός; Καὶ ποιὰ εἶναι τὰ κριτήρια μιᾶς τέ­τοιας ἀξιολόγησης; Πρόκειται γιὰ πολὺ σημαντι­κὰ ἐρωτήματα, στὰ ὁποῖα θεω­ροῦμε ὅτι οἱ φίλοι συνάδελφοι ὀφείλουν νὰ ἀπα­ντήσουν πειστικά.
 
3. Περὶ τὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
 
 Παρότι τόσο τὸ Ε ὅσο καὶ τὸ ΒΕ ὑπογραμμίζουν μὲ τὸν πιὸ ἔντονο τρόπο ὅτι «Ὁ Χριστὸς μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὴ ζωὴ του ἑρμήνευσε στοὺς ἀνθρώπους τὰ γεγονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης» (Ε,15) καὶ ὅτι «Ἀναδεικνύουμε τὴν Πα­λαιὰ Διαθήκη ὡς τμῆμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὀργανικὰ καὶ ἀναπόσπαστα δεμένο μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Τὴ θεωροῦμε καὶ τὴν ἐπεξεργαζόμαστε μὲ θεολογικὰ ἐκ­κλησιαστικὰ κριτήρια. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅλα τὰ θεολογικὰ θέματα τῆς ΠΔ προβάλλονται πάνω στὸ φόντο τῆς Καινῆς» (ΒΕ,13), δὲν γίνεται εὔκολα ἀντι­ληπτὸ κάτι τέτοιο. Πιὸ συγκεκριμένα:
α. Πῶς ἀναδεικνύει τὸ ἐγχειρίδιο τὴν ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του; Οἱ συνήθεις ἀναφορὲς ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι τοῦ τύπου: «Οἱ Χριστιανοὶ ὅταν γιορτάζουν τὸ δικό τους Πάσχα, θυμοῦνται τὸν Ἰ­ησοῦ Χριστό, ποὺ μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάστασή του τοὺς ἐλευθέρωσε ἀ­πὸ κάθε κακὸ» (Ε,54) ἢ «Ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὅτι ὁρισμένα γε­γονότα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μοιάζουν μὲ κάποια γεγονότα τῆς Καινῆς Δια­θήκης ποὺ βέβαια θὰ συμβοῦν πολὺ ἀργότερα» (Ε,64˙ βλ. καὶ 34,38,51[!] κ.ἀ.). Ὑποστηρίζεται μὲ ἄλλα λόγια ὅτι, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ γιορτάζουν τὸ Πάσχα, «θυμοῦνται» τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι θυμοῦνται τὴν Ἔξοδο˙ καὶ αὐτό, ἐνῶ ἡ μυστικὴ προφητικὴ σχέση ποὺ συνδέει τὰ δύο Πάσχα ἢ δὲν θίγεται καθόλου ἢ προσεγγίζεται ὀρθολογιστικὰ καθὼς οἱ προεικονίσεις τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπὸ τὴν Παλαιὰ ἀντιμετωπίζονται ὡς θεωρίες τῆς «Χριστιανικῆς Ἐκ­κλησίας». Ἀλλὰ ἔτσι «προβάλλονται τὰ θεολογικὰ θέματα τῆς ΠΔ πάνω στὸ φόντο τῆς Καινῆς» σύμφωνα μὲ τὰ «θεολογικὰ ἐκκλησιαστικὰ κριτήρια»;
Καὶ κάτι ἀκόμη: γιατί ἡ χριστιανικὴ πίστη ἀντιμετωπίζεται τόσο ἀποστασι­οποιημένα; Σὲ ποιοὺς ἀπευθύνεται τὸ βιβλίο;
β. Τὰ πράγματα ὁδηγοῦνται σὲ μεγαλύτερη σύγχυση ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὴ Θ. Εὐχαριστία. Στὴν Ε,115 λέγεται ὅτι «Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἰερεμία γιὰ τὴν ‘Καινὴ Διαθήκη’ αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς θὰ τὰ συνδέσει μὲ τὴ θυ­σία του. Στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο προσφέροντας κρασὶ στοὺς μαθητές του θὰ πεῖ: ‘Αὐτὸ τὸ ποτήρι εἶναι ἡ Καινούργια Διαθήκη, ποὺ ἐπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου τὸ ὁποῖο χύνεται γιὰ χάρη σας’ (Λκ 22,20)», ἐνῶ στὴν Ε,135 ὅτι «Ὅσοι εἶ­ναι χριστιανοὶ γνωρίζουν ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνουν ὅταν μαζεύονται γιὰ νὰ λα­τρεύσουν τὸν Θεὸ τὸ ὀνομάζουν Θεία Εὐχαριστία. Σ’ αὐτὴ τὴ σύναξη προσεύ­χονται γιὰ ὅλη τὴν κτίση, προσφέρουν στὸ Θεὸ ὡς δῶρα ψωμὶ καὶ κρασὶ καὶ τὸν εὐχαριστοῦν ἀναγνωρίζοντας ὅσα τοὺς χαρίζει». Πρόκειται γιὰ διατυπώ­σεις ποὺ ‘ἡμι-πληροφοροῦν’ καὶ γι’ αὐτὸ παραπληροφοροῦν. Αὐτὸ ποὺ κατά­λαβαίνει κανεὶς ἐν τέλει ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω-καὶ μάλιστα οἱ μαθητὲς τῆς Α΄ Γυ­μνα­σίου- εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ἡ Καινὴ Διαθήκη συμβολίσθηκε(;) ἀπὸ τὸν Χρι­στὸ μ’ ἕνα ποτήρι κρασὶ ποὺ πρόσφερε στοὺς μαθητές του κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖ­πνο, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ἡ χριστιανικὴ λατρεία εἶναι ἁπλῶς εὐχαριστήρια προ­σευχὴ καὶ προσφορὰ στὸν Θεὸ ψωμιοῦ καὶ κρασιοῦ ὡς δώρων.
γ. Ἡ πιὸ ὀδυνηρὴ πάντως ἔκπληξη πού μᾶς ἐπεφύλασσε τὸ συγκεκριμένο ἐγχειρίδιο ἐντοπίζεται στὴν Ε,143, ὅπου, στὴν ἄσκ. 2 τοῦ Προσπαθῶ νὰ κατά­λαβω περισσότερο, λέγονται ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Οἱ χριστιανοὶ πιστεύουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔζησε ἀγαπώντας ἀληθινὰ τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κό­σμο ὁλόκληρο. Ὁ Χριστός, δηλαδή, κατάφερε αὐτὸ ποὺ δὲν κατάφερε ὁ ἄν­θρωπος: νὰ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία». Συνεπῶς ἡ ἀναμαρτησία τοῦ Χρι­στοῦ ἦταν κατὰ τοὺς σ. ἀποτέλεσμα προσπάθειας. Ὁ Χριστὸς δηλαδὴ δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀναμάρτητος λόγω τῆς ἕνωσης τῆς θείας μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ «κατάφερε» νὰ γίνει. Νὰ ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὴ ἡ, τοὐλάχιστον, νεστοριανίζουσα ἔκφραση ὀφείλεται σὲ ἀπροσεξία; Ἢ μήπως στὴν ὀρθολογιστικὴ ἑρμηνευτικὴ ποῦ κυριαρχεῖ στὸ βιβλίο; Ἀλλά, ὅπως ἐπιση­μαίνει ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καὶ μαζί του ἡ Γ΄ Οἰκ. Σύνοδος, «Εἰ προέ­κοψεν (ὁ Χριστός), ποῦ κεκένωται καὶ ἐπτώχευσεν (Φι 2,7˙ Β΄ Κο 8,9); Εἰ τετε­λείωται κατ’ ἀρετήν, ἐξ ἀτελοῦς δηλονότι καὶ ἐν χρόνῳ γέγονε τέλειος˙ τὸ δὲ ἀ­τελὲς ἅπαν εἰς ἀρετὴν ὑπὸ μώμου γραφὴν καὶ τὸ ὑπὸ μῶμον ὑφ’ ἁμαρτίαν. Πῶς οὖν γέγραπται περὶ αὐτοῦ ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν (Ἠσ 53,9˙ Α΄ Πέ 2,22);»[2]. Δὲν καταλαβαίνουμε. Ἂν μή τι ἄλλο, τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου θὰ ἔπρεπε νὰ δι­αφυλαχθεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν ‘ἀπομυθοποιητικὴ’ ἰσοπέδωση ποὺ ἐπιχειρεῖ τὸ ἐν λόγῳ βιβλίο.
 
 
Β΄ Γυμνασίου
(Καινὴ Διαθήκη: Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ ἔργο του)[3]
 
1. Ὁ κόσμος στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ
 
Πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι, ὅπως ἔδειξε ἡ ἐμπειρία τῆς τάξης, οἱ παρεχόμε­νες πληροφορίες στὸ κεφάλαιο αὐτό, παρότι πολὺ ἐνδιαφέρουσες ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἐκπαιδευτικούς, εἶναι ὑπερβολικὰ πολλὲς γιὰ μαθητὲς τῆς Β΄ Γυμνασί­ου.
Ἐπίσης πρέπει νὰ ἀναθεωρηθοῦν ὅσα λέγονται γιὰ τοὺς Φαρισαίους κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ (Ε,16). Τὸ ΒΕ εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ πληρέστερο.
 
2. Περὶ τὴ σύνθεση καὶ ἱστορία τῶν Εὐαγγελίων καὶ γενικὰ τοῦ κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης
 
Ἀπὸ τὸ πολύπτυχο αὐτὸ θέμα ὅπως ἀναπτύσσεται ἐν Ε καὶ ΒΕ, ἐπισημαί­νουμε ἐδῶ δύο μόνον κρίσιμα σημεῖα του:
α. Μαζὶ μὲ τὴν a priori υἱοθέτηση τῆς νεώτερης θεωρίας ὅτι πρῶτο χρονο­λογικὰ Εὐαγγέλιο εἶναι τὸ κατὰ Μᾶρκον, παρόλο ποὺ ὅλη ἀνεξαιρέτως ἡ ἀρ­χαία παράδοση τοποθετεῖ στὴ θέση αὐτὴ τὸ κατὰ Ματθαῖον, υἱοθετεῖται καὶ ἡ ἄποψη νεωτέρων ἐπίσης ἐρευνητῶν ὅτι ὁ Μᾶρκος «διατήρησε τὴν πρώιμη μορ­φὴ κατανόησης τοῦ Χριστοῦ»˙ τὸν «πρωταρχικὸ καὶ αὐθεντικὸ Ἰησοῦ» (ΒΕ,21˙ ἐν Ε,20 λέγεται ὅτι ὁ Μᾶρκος εἶναι «πιὸ κοντὰ στὰ γεγονότα, ὅπως αὐτὰ ἔγι­ναν»).
Πρέπει συνεπῶς νὰ ὑποθέσουμε, καὶ προφανῶς νὰ διδάξουμε, ὅτι οἱ ὑπό­λοιποι εὐαγγελιστές, ὁ Παῦλος, οἱ συγγραφεῖς τῶν καθολικῶν ἐπιστολῶν, οἱ ἀ­ποστολικοὶ πατέρες καὶ ὅλη ἡ ἑπομένη πατερικὴ παράδοση μᾶς παραδίδουν ἕ­ναν περίπου μεταγενέστερο, «νόθο» Ἰησοῦ(!). Θὰ ἔπρεπε ὡστόσο νὰ παρατί­θενται ἐν προκειμένῳ τὰ κριτήρια αὐτῆς τῆς διάκρισης. Πῶς δηλ. διαχωρίζει κανεὶς τὸν «αὐθεντικὸ» ἀπὸ τὸν «νόθο» Ἰησοῦ, καὶ μάλιστα στὴν Καινὴ Διαθή­κη;
β. Ἐντελῶς ἀπροσδόκητα ἐτέθη ἐν Ε,26 ζήτημα «Δευτεροπαύλειων ἐπιστο­λῶν» καὶ ζήτημα γνησιότητας τῶν καθολικῶν ἐπιστολῶν. Πρὸς τί ὅμως αὐτὴ ἡ κίνηση νὰ ἐκθέσουμε σ’ ἕνα σχολικὸ ἐγχειρίδιο ἕναν πολὺ εἰδικὸ προβληματι­σμὸ ὁρισμένων–ἔστω τῶν περισσοτέρων, ὅπως ὑποσημειώνεται–καινοδιαθηκο­λόγων; Διότι ἂν μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἐπιστημονικὴ πληρότητα τῶν νέων βιβλίων, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθεῖ ἡ ἴδια τακτικὴ καὶ σὲ ἄλλα θέματα˙ κάτι ποὺ ὡστόσο δὲν τηρεῖται. Καὶ τὸ κυριώτερο: δὲν μειώνουμε ἔτσι στὴ συνείδηση τῶν μαθη­τῶν τὸ κύρος τῆς σχετικῆς, σαφῶς ἀντίθετης–καὶ πάντοτε σταθερῆς, ἀνεξάρτη­τα ἀπὸ προσωπικὲς ἐκτιμήσεις ὁρισμένων–ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης; Ὅσον ἀφορᾶ δὲ σὲ ὅσα λέγονται ἐν ΒΕ,21-22 γιὰ τὰ κριτήρια τῆς ἀνωτέρω ἀμφισβή­τησης ἢ καὶ ἀπόρριψης, πρόκειται γιὰ ἐπιχειρήματα εἴτε ὑποκειμενικοῦ χαρα­κτήρα εἴτε ἀβάσιμα. Ἀλήθεια, γνωρίζουμε τόσα πολλὰ γιὰ τὶς πρῶτες αἱρέσεις, ὥστε νὰ χρονολογοῦμε μία ἐπιστολὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρι­τηρίου αὐτοῦ ὄχι στὸ 65 μ.Χ., ἀλλὰ στὸ 100;                
 
3. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς
 
α. Τὸ πρῶτο ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παρατηρήσει γιὰ τὴν παρουσίαση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι οἱ ἀναφορὲς στὴ θεότητά του εἶναι τόσο περιορισμένες, ὥστε νὰ δίδεται ἡ ἐντύπωση πὼς πρόκειται γιὰ ἕ­να πολὺ δευτερεῦον στοιχεῖο–σχεδὸν ἀμελητέο. Ἀπὸ τὴ μελέτη μας διαπιστώ­σαμε ὅτι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς λέγεται «Θεὸς»–ἀναφερόμαστε πάντοτε στὸ κύριο μέρος τῶν ἑνοτήτων–εἶναι σ’ ἕνα ἑρμηνευτικὸ σχόλιο γιὰ τοὺς συμ­βολισμοὺς ποὺ «δόθηκαν» στὰ δῶρα τῶν μάγων (Ε,34), ἐνῶ στὴ συνέχεια οἱ πε­ριπτώσεις ποὺ ἀπαντῶνται ἔστω παρόμοιες, ἐντελῶς τυπικές, ἐκφράσεις εἶναι ἐ­λάχιστες (βλ. π.χ. Ε,35˙ 50˙ 87 καί τινες ἄλλες).
Τὸ πιὸ ἐντυπωσιακὸ εἶναι ὅτι συρρικνώθηκαν καὶ οἱ λίγες σχετικὲς ἐπιση­μάνσεις τοῦ προηγουμένου βιβλίου, τοῦ ὁποίου τὸ παρὸν ἀποτελεῖ καταφανῶς ἐλαφρὰ διασκευή˙ ἀποσιωπήθηκαν ἐπὶ παραδείγματι:
–Η ἀναφορὰ στὸν πρόλογο τοῦ προηγουμένου ἐγχειριδίου ὅτι «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός, ποὺ κατέβηκε στὴ γῆ κι ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς συνα­ντήσει. Περπάτησε ἀνάμεσά μας καὶ μίλησε μαζί μας. Συμμερίστηκε τὴ δική μας ζωή».
–Ὁ ὅρος «Θεοτόκος» ἀπὸ τὸν τίτλο τῆς ἑνότητας γιὰ τὸν Εὐαγγελισμό. Τὸ καινούργιο ἐγχειρίδιο ἔχει «Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Μαρίας». Σημειωτέον ὅτι στὸ ΑΠΣ διατηρεῖται ὡς τίτλος τοῦ μαθήματος ἐκεῖνος τοῦ Π: «Τὸ ἀγγελικὸ μήνυμα στὴν Θεοτόκο γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ»[4].
–Ἡ φράση «ὁ Θεὸς ἔρχεται ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐλευθερωτὴς καὶ σωτήρας» (Π,49˙ Ε,31).
Στὴν ἴδια ἐπίσης κατεύθυνση, ἡ παράγραφος τοῦ παλαιοῦ ἐγχειριδίου «Τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων ἦταν καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἂν καὶ Θεός, ἔγινε ἄν­θρωπος γιὰ χάρη μας. Σταυρώθηκε γιὰ χάρη μας καὶ ἀναστήθηκε. Στέκεται μὲ ἀγάπη δίπλα στὸν ἄνθρωπο ποὺ πάσχει καὶ κινδυνεύει. Νοιάζεται γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ προέκυψαν μετὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἐλευθερώνοντάς τον ἀπ’ αὐ­τὰ συνεχίζει τὸ ἔργο τῆς Δημιουργίας» (Π,174), διατυπώνεται στὸ νέο ὡς ἑξῆς: «(Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ φανέρωναν) κάτι ἀπὸ τὴ θεϊκή του δύναμη. Ὁ Ἴ­διος ἦταν τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων. Δὲν ἔκανε θαύματα γιὰ ἐντυπωσιασμὸ καὶ γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ θεότητά του. Ὅλα τὰ ἔκανε γιὰ τοὺς ἄλλους κανένα γιὰ τὸν ἑαυτό του» (Ε,87)˙ κ.ἄ.
β. Ὁ Χριστὸς καὶ στὸ παλαιό, ἀλλ’ ἰδίως στὸ καινούργιο ἐγχειρίδιο σκια­γραφεῖται κυρίως ὡς ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας, ὁ Σωτήρας (στὴν ἑνότητα 10 λέγεται καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ), ὁ ἀρχηγὸς τοῦ καινούργιου κό­σμου τοῦ Θεοῦ, ἔχει ξεχωριστὲς ἰδιότητες καὶ ἱκανότητες (μία ἢ δύο φορές, ὅπως ἀνωτέρω, χαρακτηρίζονται «θεϊκές»), διδάσκει νέα, «ἀνατρεπτικά» πρά­γματα γιὰ τὴ σχέση Θεοῦ-ἀνθρώπων, ἀλλὰ τίποτε περισσότερο. Στὶς ἐρωτήσεις ποὺ θέτουν οἱ σ. τοῦ τύπου: «Τελικὰ τί ἦταν (ὁ Ἰησοῦς);» (πρόλογος˙ Ε,88), «Τί… φανέρωσε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό;» (Ε,43˙ βλ. καὶ 44), «Βρεῖτε στὸ κείμενο λόγια καὶ πράξεις, ποὺ νὰ δείχνουν τί εἴδους ἀρ­χηγὸς αὐτῆς τῆς ἀνθρωπότητας θὰ εἶναι» (Ε,49), κ.ο.κ., πολὺ δύσκολα θὰ μπο­ροῦσε νὰ ἀπαντήσει κανείς, καὶ μάλιστα οἱ μαθητὲς τῆς Β Γυμνασίου, ὅτι ὁ Ἰη­σοῦς εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος. Πουθενὰ στὸ ἐγχειρίδιο δὲν λέγεται κά­τι τέτοιο.
γ. Ὑποθέτουμε ὅτι ἡ ἀπάντηση στὶς ἀνωτέρω ἐνστάσεις δίδεται ἐν ΒΕ,6, ὅ­που γίνεται λόγος περὶ ἀποφυγῆς «δογματικῶν θεμάτων», μὲ τὰ ὁποῖα οἱ μαθη­τὲς «θὰ ἀσχοληθοῦν στὸ Λύκειο». Νὰ θεωρήσουμε λοιπὸν τὴν κορυφαία ἀλή­θεια ὅτι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ἰω 1,14) ὡς ἕνα δογματικὸ θέμα ἄσχετο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο; Ἔτσι κατανοοῦν τὸ μυστήριο καὶ τὴν προσωπικότητα τοῦ Χριστοῦ οἱ ἀπόστολοι; Αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας; Ἐκτὸς ἂν τελικὰ δὲν ἐνδιαφέρει τί φρονεῖ ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη–ἄλλωστε τὸ ἐγχει­ρίδιο ἀναφέρεται στὴν Ἐκκλησία παρεμπιπτόντως μία ἢ δύο φορές. Καὶ ἐπειδὴ γίνεται καὶ σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ὅπως σ’ ἐκεῖνο τῆς Α΄, ἐπίκληση τῆς ἱστορίας, ἀ­νακύπτει καὶ ἐδῶ εὔλογα τὸ ἐρώτημα: ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν ἐνανθρώ­πηση τοῦ Θεοῦ, θέτουμε ἑαυτοὺς ἐκτὸς ἱστορίας; Πρέπει τέλος νὰ σημειωθεῖ ὅτι, πα­ρὰ τὰ ὅσα λέγονται ἀνωτέρω, μὲ τὰ δογματικὰ θέματα δὲν θὰ ἀσχοληθοῦν οἱ μαθητές, ὡς γνωστόν, μόνο στὸ Λύκειο, ἀλλὰ καὶ στὴ Γ΄ Γυμνα­σίου˙ ἐὰν λοι­πὸν δὲν συνειδητοποιήσουν ἐκ τῶν προτέρων ποιὸς εἶναι ὁ Χριστός, θὰ καταλά­βουν ἐπαρκῶς τί φέρ’ εἰπεῖν διδάσκουν οἱ Οἰκ. Σύνοδοι γιὰ τὶς αἱρέσεις (ἑνότ. 14˙ 18-19);
 
4. Τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
 
Ἀκολουθώντας τὴ δομὴ τοῦ βιβλίου (διδασκαλία-θαύματα-πάθη-ἀνάσταση -ἀνάληψη) θὰ μπορούσαμε νὰ παρατηρήσουμε τὰ ἑξῆς:
α. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν παρουσίαση τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ διαφωνήσει ἕνας παιδαγωγὸς μὲ τὴν ἐπιλογὴ νὰ δοθεῖ ἰδιαίτε­ρη ἔμφαση στὶς παραβολές. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερα τὰ θέματα τῶν σχετικῶν ἑ­νοτήτων ἱκανοποιοῦν. Ὡστόσο:
–Ἐντυπωσιάζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ ἐπιλέγεται καὶ τονίζεται μὲ ξεχωριστὴ ἐπιμονὴ ἡ ἀγάπη. Καὶ βέβαια κανεὶς δὲν θὰ εἶχε ἀντίρρηση ἐπ’ αὐτοῦ, ἂν τηροῦνταν παράλληλα καὶ κάποιες αὐτονόητες προϋποθέσεις. Διότι τὸ νὰ διαβλέπει κάποιος στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου μόνον τὸ θέμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ (μέχρι τοῦ σημείου νὰ μιλᾶ περὶ τῆς παραβολῆς «τοῦ σπλαχνικοῦ πατέρα») καὶ ὄχι τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μετά­νοιας–το ζήτημα δηλ. τῆς εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὴν ἀγάπη τοῦ Θε­οῦ–, σημαίνει τὸ λιγότερο μονομέρεια. Στὴν πραγμάτευση ἐπίσης τῆς παραβο­λι­κῆς διδαχῆς γιὰ τὴ μέλλουσα κρίση ἡ ἀγάπη θεωρεῖται ὡς «τὸ κριτήριο ἢ τὸ μέ­τρο γιὰ νὰ μετρᾶμε τὴν παντοτινὴ ποιότητα καὶ ἀξία τῆς ζωῆς» (Ε,70)˙ οἱ ἔν­νοιες «αἰώνια ζωή», «αἰώνια κόλαση», «Δευτέρα παρουσία», «ἀνάσταση νε­κρῶν» οὔτε κἂν ἀναφέρονται, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ τὸ γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶ ὁ Κύριος. Ἐπειδὴ μάλιστα στὸν τίτλο τῆς ἑνότη­τας καὶ στὴ συνέχεια χρησιμοποιεῖται ὁ ἁπλουστευτικὸς ὅρος «Ἡ παραβολὴ τῆς τελικῆς κρίσης», νομίζει κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ ἀκόμη μία παραβολὴ περὶ ἀγάπης˙ ἐνῶ πρόκειται σαφῶς γιὰ προφητεία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ παραβο­λικὰ στοιχεῖα.
Παρεμπιπτόντως: Κατὰ τὸν σχολιασμὸ τῆς περικοπῆς γιὰ τὴν τελικὴ κρίση εἶναι, ἂν δὲν κάνουμε λάθος, ἡ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ ποὺ στὴν ὕλη τῶν Θρησκευτικῶν τοῦ Γυμνασίου γίνεται λόγος γιὰ τὸν Σατανᾶ καὶ τοὺς δαίμονες (ἐννοεῖται μόλις καὶ μετὰ βίας [σ’ ἕ­να ἑρμηνευτικὸ σχόλιο [Ε,71]). Προηγουμέ­νως καὶ ἔκτοτε ἡ ὕπαρξή τους ἁγνοεῖται[5]. Σημειωτέον δὲ ὅτι στὸ μάθημα γιὰ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ ἡ φράση «ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», ἡ ὁποία στὸν χῶ­ρο τῆς πατερικῆς ἑρμηνείας κατανοεῖται πάντοτε σχεδὸν ὡς ἀναφερόμενη στὸν Διάβολο[6], μεταφράζεται: «γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸ κακὸ» (Ε,81), ἐνῶ παρα­λείφθηκε ἡ παράγραφος γιὰ τοὺς πειρασμοὺς καὶ ἡ ἑνότητα γιὰ τὸν δαιμονι­σμένο τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ ὑπῆρχαν στὸ προηγούμενο ἐγχειρίδιο (Π,86˙ 177-181). Καὶ ὅλα αὐτὰ τὴ στιγμὴ ποὺ στὴν Ἁγ. Γραφὴ λέγεται ρητῶς ὅτι «ἐφανε­ρώθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ Διαβόλου» (Α΄ Ἰω 3,8). Τὸ πρᾶ­γμα παίρνει μάλι­στα καὶ ἄλλες διαστάσεις, πολὺ ἐπίκαιρες, ἂν σκεφθοῦμε τὴ θραύση τοῦ σατα­νισμοῦ τὰ τελευταῖα χρόνια στὸν χῶρο ἰδίως τῆς νεολαίας.
–Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ἡ ἀναφορὰ στὴ μετάνοια ἀπουσιάζει καὶ ἀπὸ τὸν σχολιασμὸ τοῦ περιστατικοῦ τῆς συνάντησης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Ζακχαῖο. Ἀντ’ αὐτοῦ τοῦ πολὺ εὐνόητου συνάγεται ὅτι ὁ Ζακχαῖος προσφέ­ροντας τὸ μισό της περιουσίας του στοὺς φτωχοὺς «ἀποδεικνύεται ἰδιαίτερα εὐσεβής» (Ε,78).
–Τέλος, ἔχουμε τὴ γνώμη ὅτι ἀποτελεῖ σημαντικὴ ἔλλειψη ἡ μὴ ἀξιοποίηση τῶν παραβολικῶν διδαχῶν τοῦ Κυρίου περὶ τοῦ προσώπου του, ποὺ διασώζει τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο (ἡ θύρα τῶν προβάτων καὶ ὁ καλὸς ποιμὴν [Ἰω 10,1 κ.ἑ.], ἡ ἀληθινὴ ἄμπελος [Ἰω 15,1 κ.ἑ.]), οἱ ὁποῖες θὰ ἔδιναν τὴ δυνατότητα στοὺς μαθητὲς νὰ πλησιάσουν ἐγγύτερα καὶ πληρέστερα τὴν προσωπικότητα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν μποροῦμε νὰ μὴν ἐπισημάνουμε ἐδῶ ὅτι τὸ μόνο σημεῖο δι­δα­σκαλίας ποὺ ἀξιοποιεῖται ἀπὸ τὸ τέταρτο Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ περικοπὴ τῆς μοι­χαλίδας (Ἰω 8,3-11), ἕνα κείμενο ὄχι ἁπλῶς ἀμφισβητούμενο γιὰ τὴ γνησιό­τητά του, ἀλλά, ἐπὶ τῇ βάσει πλήθους στοιχείων, ἀπορριπτέο[7]. Καὶ αὐτό, ἐνῶ, ὅ­πως προαναφέραμε, ἀμφισβητεῖται ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο ἐπὶ τῇ βάσει εἰκασιῶν καὶ μό­νον ἡ προέλευση πολλῶν παύλειων ἐπιστολῶν(!).
β. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ θαύματα ἢ ἀκριβέστερα στὰ σημεῖα:
–Στὴν ἑνότητα 21 γίνεται προσπάθεια νὰ ἐξαχθοῦν νοήματα ἐντελῶς δια­φορετικὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ δηλώνει τὸ κείμενο. Πιὸ συγκεκριμένα στὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸν παραλυτικὸ «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μρ 2,5), αὐτὸ ποὺ διακρίνεται εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς «τὸν ἀπελευθέρωσε (τὸν παραλυτι­κό) ἀπὸ τὴν ἀντίληψη ὅτι οἱ ἁμαρτίες του ἔφταιγαν γιὰ τὴν ἀναπηρία του» (Ε,91). Μὲ ἄλλα λόγια ἀπορρίπτει τὸ ἐγχειρίδιο τὴν «ἀντίληψη» ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι νοσογόνος παράγοντας ὡς μὴ ὀρθή. Ἀπὸ ποῦ συνάγεται ὅμως αὐτὸ τὸ συμπέρασμα; Γιὰ ἑλληνικὰ δὲν πρόκειται; Αὐτὸ λέει ὁ Χριστός; Ἔχουμε τὴ γνώμη ὅτι θὰ πρέπει νὰ ξαναδιαβασθεῖ τὸ κείμενο, σὲ συνδυασμὸ μάλιστα μὲ τὰ Λκ 13,11˙ 16˙ Ἰω 5,14.
Εἶναι ἐνδιαφέρον ἀκόμη ὅτι τὸ βιβλίο ἀποφορτίζει τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴ θεολογική της σημασία–καὶ αὐτὸ τηρεῖται σὲ ὅλη τὴν ἔκτασή του–καὶ μιλᾶ γιὰ «σφάλματα» καὶ «λάθη», ἀδιάφορα γιὰ τὸν Θεό. Ἐνῶ ἀντιθέτως στὸ προηγούμενο ἐγχειρίδιο ὑπῆρχε ἕνα πολὺ ἀξιόλογο–ἐν μέρει ἔστω–σχόλιο ἐπ’ αὐτοῦ (Π,183), τὸ ὁποῖο ἐξηγοῦσε ποιὲς ἦταν οἱ συνέπειες τῆς πτώσης τοῦ Ἀ­δὰμ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ φυσικά, ἀφοῦ τὸ γεγονὸς τῆς πτώσης δὲν δι­δάσκεται κατ’ οὐσίαν στὴν Α΄ Γυ­μνασίου, ἀγνοεῖται καὶ στὴ Β΄. Ἐν πάσῃ περι­πτώσει τὸ συγκεκριμένο ἐγχειρίδιο ἀποφεύγει ὁποιαδήποτε συζήτηση ἐπὶ τοῦ θέματος. Αὐτὸ ποὺ προβάλλει κατὰ κόρον εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μία ἀγάπη ὅμως ποὺ ἐπιβάλλεται σχεδὸν στανικά, ἀφοῦ ἡ «ἀντίληψη» ὅτι ὁ ἄνθρωπος δύ­ναται νὰ τὴν ἀρνηθεῖ, δηλαδὴ ἀκριβῶς νὰ ἁμαρτήσει, καὶ νὰ γευθεῖ τὶς συνέ­πειες αὐτῆς τῆς στάσης του θεωρεῖται «ἀπάνθρωπη». Κι ἂς φωνάζει ὁ ἀπ. Παῦ­λος ὅτι «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ῥω 6,23). Ἐν κατακλεῖδι, τὸ παρὸν βιβλίο, παρόλο ποὺ τὸ ἀρνεῖται διαρρήδην, ἀγαπολογεῖ καὶ ἠθικολογεῖ, δὲν θεολογεῖ.
–Το κορυφαῖο ὅμως σημεῖο ποὺ φανερώνει ἀπροκάλυπτα καὶ ξεκάθαρα ποιὰ νοοτροπία καὶ ἀντίληψη ὑπηρετεῖ τὸ ἐν λόγῳ ἐγχειρίδιο εἶναι μία ἐκτετα­μένη ἐπισήμανση τοῦ ΒΕ γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου˙ παρα­θέτουμε τὸ κυριώτερο μέρος της αὐτούσιο:
«Ἀπὸ τὰ σημειούμενα στὸ Α (Ἑρμ.-θεολ.) θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ μεταβληθεῖ κάπως ἡ ἐνημέρωση καὶ ἄποψή μας γιὰ τὴν ἰδιοτυπία καὶ σημασία τῶν διηγή­σεων γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἀπὸ αὐτὰ νὰ προκύψουν ἀνανεωτικὰ ἐρε­θίσματα γιὰ τὴ διδακτικὴ πράξη. Ἀναλυτικότερα:
1) Θαυματουργικὰ γεγονότα καὶ πράξεις εἶναι πανθρησκειακὸ φαινόμενο (Μωυσῆς, Προφῆτες, Βούδδας, Λαοτσέ, Ἀσκληπιός, Ἀπολλώνιος Τυαννεύς, Μωάμεθ, Ἀπόστολοι, Ἅγιοι κ.ἄ.).
2) Ἡ ὀρθολογικὴ στάση ἀπέναντι στὶς διηγήσεις θαυμάτων δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκην βλάσφημη. (Ἡ θαυματολογία καὶ μυθολογία δὲν ἀποτελοῦν τὰ καλύ­τερα μέσα συνάντησης μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια. Ἄλλωστε ὄχι σπάνια τὰ μυ­στηριώδη θαυματολογικὰ στοιχεῖα χρησιμοποιήθηκαν γιὰ καταπτόηση ἀνθρώ­πων).
3) Κατανόηση: Νὰ μὴν πληγώνονται ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν ἀφελῶς σὲ διηγήσεις θαυμάτων. Αὐτοὶ ὅμως ἂς μὴν ἀγανακτοῦν ὅταν ἄλλοι ἔχουν ἀπορίες καὶ ἀμφιβολίες…» (ΒΕ,70).
Τί νὰ πρωτοσχολιάσουμε στὰ ἀνωτέρω; Καὶ πῶς στ’ ἀλήθεια νὰ σκε­φθοῦμε γιὰ ὅλα αὐτά; Πραγματικὰ ἀπορεῖ κανείς, καταπλήσσεται. Ὁ ὑποφαινόμενος πά­ντως δη­λώνει γιὰ ὅποιον ἐνδιαφέρεται, ὅτι σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴ χριστιανικὴ πί­στη συμπα­ρατάσ­σεται ἀνεπιφύλακτα μὲ τοὺς ἀφελεῖς…
γ. Ἀπὸ ὅσα λέγονται γιὰ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύ­πω­ση τὸ ὅτι ὁ Ἰούδας ἐμφανίζεται, «κατὰ τὴν ἐπικρατέστερη ἑρμηνεία», νὰ προδίδει τὸν Ἰησοῦ σχεδὸν ἀπὸ πατριωτισμό, ἐπειδὴ δῆθεν ἦταν Ζηλωτὴς καὶ ὁ Ἰησοῦς διέψευσε τὶς μεσσιανικές του προσδοκίες. Οὔτε μία μικρὴ ἀναφορὰ στὴ φιλαργυρία του˙ κι ἂς ἐπιμένουν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἴδια ἡ Κ. Διαθήκη, σύνολη ἡ πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ παράδοση καὶ ἡ σχετικὴ ὑμνογραφία. Προκρίνεται καὶ ἐδῶ ὄχι τὸ μαρτυρούμενο καὶ παραδιδόμενο, ἀλλὰ ἡ ὑπόνοια, ἡ εἰκασία.  
 
5. Ὁ καινούργιος κόσμος τοῦ Θεοῦ
 
Καὶ ἕνα σχόλιο γιὰ τὴ χρήση τοῦ ὅρου «ὁ καινούργιος κόσμος τοῦ Θεοῦ» ἢ «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» κ.τ.ὅ.: τελικά, ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ καινούργιος κόσμος ποὺ ἔφερε στὴ γῆ μας ὁ Χριστός; Γιατί δὲν προσδιορίζεται ἀκριβῶς; Γιατί ἡ καίρια αὐτὴ ἀλήθεια μένει μετέωρη; Τὸ ἐγχειρίδιο ὑποστηρίζει πάντοτε καὶ ποικιλοτρόπως ὅτι ὁ καινούργιος αὐτὸς κόσμος εἶναι «ἕνας κόσμος μὲ λιγότερα βάσανα, μὲ δημιουργικὰ ἔργα, μὲ περισσότερη ἀνθρωπιὰ καὶ εὐτυχία» (Ε,6). Ἀλλὰ ἂν τὰ πράγματα εἶναι ἔτσι, τότε θὰ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσουμε ξεκά­θαρα: ὁ Ἰησοῦς ἀπέτυχε. Ἕνας τέτοιος κόσμος ὑπάρχει μόνο στὴ φαντασία με­ρικῶν. Σήμερα ὁ πλανήτης μας εἶναι πιὸ κοντὰ στὸν ὄλεθρο ἀπὸ ὅσο ποτὲ ἄλ­λοτε.
Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα. Ἡ Βασιλεία ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Ἰ­ησοῦς Χριστὸς ὑπάρχει, ζεῖ, ἀναπτύσσεται, ἁπλώνεται σιγὰ-σιγὰ–ὄχι «μετὰ πα­ρατηρήσεως» (Λκ 17,20)–σὲ ὅλη τὴ γῆ˙ καὶ ἡ παρουσία της κρίνει τὸν καθένα μας. Εἶναι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία Του, «τὸ μικρὸν ποίμνιον» (Λκ 12,32), τὸ ὁ­ποῖο ἐν τούτοις «τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν». Μιὰ κοινωνία ἀνθρώπων ἀδύνα­μων, ἀτελῶν καὶ ἁμαρτωλῶν, ποὺ ὡστόσο μετανοώντας καὶ παραδίδοντας τὸν ἑαυτό της ὁλοκληρωτικά στὸν Χριστό, τὸν Κύριό της, πορεύεται πρὸς τὴν ἄνω Ἱε­ρουσαλήμ, «ἐν ᾗ δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β΄ Πέ 3,13). Καὶ ἔτσι ἀλλάζει ὁ κό­σμος. Ἀντιμετωπίζοντας θετικὰ ἡ ἀρνητικὰ αὐτὴ τὴ φοβερὴ πρόκληση. Ἡ εὐερ­γετικὴ δυναμικὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς τομεῖς τῆς φτώ­χειας, τῆς εἰρήνης, τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, εἶναι ἀσφαλῶς οὐσιώ­δης, πο­λὺ σημα­ντική˙ ὡστόσο ἀποτελεῖ συνέπεια αὐτῆς τῆς πορείας, ὄχι ὁ σκο­πός. Ἀλ­λὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἁπλῶς ἀδιανόητα γιὰ τὴ λογικὴ τοῦ συγκεκριμένου βιβλίου.
 
6. Ἐσφαλμένες ἱστορικὲς πληροφορίες
 
-Ἐν Ε,22 λέγεται ὅτι στὰ πλαίσια τῆς χριστιανικῆς τέχνης ὁ εὐ. Λουκᾶς συμβολίζεται μὲ μοσχάρι «γιατὶ στὸ πρῶτο κεφάλαιο διηγεῖται τὴ θυσία τοῦ μοσχαριοῦ στὸ Ναὸ ἀπὸ τὸν ἱερέα Ζαχαρία, πατέρα τοῦ Προδρόμου». Πρό­κειται ἀσφαλῶς γιὰ σύγχυση, ἀφοῦ ὁ Ζαχαρίας λέγεται ρητῶς ὅτι προσέφερε τὴ θυσία τοῦ θυμιάματος (βλ. Λκ 1,9 κ.ἑ. Γιὰ τὰ σύμβολα τῶν εὐαγγελιστῶν, ἕνα θέμα ποὺ ἔχει πρωτίστως σχέση μὲ τὴ θεολογία καὶ ὄχι μὲ τὴν τέχνη, βλ. κα­λύτερα Εἰρηναίου, Ἔλεγχος 3,11).
-Ἐν Ε,46 λέγεται γιὰ τὸν βαπτιστὴ Ἰωάννη ὅτι «Τὸν ὀνόμασαν ἔτσι (Ἰωάν­νη), διότι οἱ γονεῖς του-γιὰ πολλὰ χρόνια ἄτεκνοι-θεώρησαν τὴν γέννησή του ὡς δῶρο καὶ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό». Ποιοὶ τὸν ὀνόμασαν Ἰωάννη; Οἱ γονεῖς του; Κάποιοι ἄλλοι; Ἄγνωστο. Ἄγνωστο ἐπίσης μένει καὶ τὸ πῶς κατέληξαν οἱ γο­νεῖς του στὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ παιδί τους ἦταν δῶρο τοῦ Θεοῦ. Πάντως κα­τὰ τὴν Κ. Διαθήκη ὁ Ζαχαρίας ἔμαθε ὅτι θὰ ἀποκτήσει παιδὶ ἀπὸ τὸν ἄγ­γελο Γα­βριήλ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀνακοίνωσε τότε καὶ τὸ θεόδοτο ὄνομά του (βλ. Λκ 1,11-13).
 
 
Γ΄ Γυμνασίου
(Θέματα ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας)
 
Γιὰ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς Γ΄ Γυμνασίου πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ λεχθεῖ ὅτι δὲν συμμε­ρίζεται τὸν τρόπο ἀνάλυσης καὶ τὴν κατευθυντήρια γραμμὴ ποὺ ἀκολουθοῦν τὰ δύο προηγούμενα. Φρονοῦμε ὅτι ἔχει δομηθεῖ πιὸ στέρεα στὸν θεμέλιο λίθο τῆς Ὀρθόδο­ξης θεολογίας. Ὡστόσο: 
α. Ἡ πρώτη πηγὴ ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθεῖ, ἀλλὰ δὲν μνημονεύεται καθόλου στὴ σχετικὴ ἑνότητα (Ε,12-13), εἶναι ἀσφαλῶς τὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ἀποστόλων. Σ’ αὐτὸ ἄλλωστε στηρίζονται σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου οἱ ἑνότητες 3-8.
β. Πρέπει νὰ δοθεῖ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὴν ἀκρίβεια τῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν θεολογικῶν ἐκφράσεων. Ἐπὶ παραδείγματι:
–Ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ ἤδη καὶ ἀπὸ τὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος στὴν ὑπ’ ἀριθμ. 5080/27-11-2006 ἐπιστολή της πρὸς τὴν τότε Ὑπουργὸ Παι­δείας κ. Γιαννάκου, α) ὁ διάκονος Παρμενᾶς (Πρξ 6,5) ἀναφέρεται ὡς Παρ­μενί­ωνας (Ε,19), β) στὴν Ε,23 συγχέεται ἡ ἐκτέλεση τοῦ ἀποστόλου Ἰ­α­κώβου, τοῦ ἀ­δελφοῦ τοῦ εὐαγγελι­στῆ Ἰωάν­νου (Πρξ 12,1-2), μὲ τὴν ἐκτέλεση τοῦ Ἰα­κώβου τοῦ Ἀ­δελφοθέου[8], καὶ γ) ἀπα­ντῶνται δο­γματικῶς προβληματικὲς ἐκ­φράσεις, ὅ­πως ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Θεῖος Λό­γος» (Ε,54) ἀντὶ τοῦ «Θεὸς Λό­γος» (Ἰω 1,1) ἢ «Λό­γος τοῦ Θεοῦ» (τὸ λῆμμα «Λόγος Θεῖος» στὸ Γλωσσάρι πρέ­πει νὰ ἐπανεξε­τασθεῖ˙ δὲν ἰ­σχύουν οἱ παραπομπὲς στὴν Καινὴ Διαθήκη ἐπ’ αὐτοῦ).
–Στὶς ἑνότητες 4-8 ὑπάρχει σοβαρὸ πρόβλημα μὲ τὴ χρήση τῶν ὅρων «ἑλλη­νιστές», «ἰουδαϊστές», «ἰουδαιοχριστιανοί». Στὴν Ε,18 λέγεται ὅτι τὴν πρώτη Ἐκκλησία ἀποτέλεσαν οἱ ἑλληνιστές, οἱ ὁποῖοι ἦταν «Ἰουδαῖοι ποὺ μιλοῦσαν ἑλληνικὰ καὶ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό», καὶ οἱ ἰουδαϊστές, ποὺ ἦταν «Ἰουδαῖοι ποὺ μιλοῦσαν μόνο ἑβραϊκὰ καὶ παρέμεναν πιστοὶ στὶς ἐ­θνικές τους παραδόσεις». Στὴν Ε,29 πάλι γίνεται λόγος περὶ ἑλληνιστῶν καὶ ἰ­ουδαιοχριστιανῶν. Δὲν φαίνεται ὅμως ὅτι ἔχει ἔτσι τὸ πρᾶγμα. Ἀρκεῖ νὰ λεχθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ὅ­ρος «ἰουδαῖος», ὅταν ἀναφερόμαστε στοὺς ἰουδαιοχριστιανοὺς (κα­λύτερα «ἰ­ουδαΐζοντες χριστιανοί»˙ πρβλ. Γα 2,14), εἶναι θρησκευτικὸς καὶ ὄχι ἐθνικὸς ἢ πολιτισμικός. Καὶ ἑλληνιστὲς θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἰουδαιοχριστια­νοί. Ἄλλω­στε οἱ πρῶτοι ποὺ ἐπιδίωξαν νὰ δολοφονήσουν τὸν Παῦλο στὴν Ἰε­ρουσαλὴμ ὑπερασπιζόμενοι φανατικὰ τὴν πατρώα πίστη τους, τὸν Ἰουδαϊ­σμό, ἦταν ἑλλη­νιστὲς (Πρξ 9,29).
–Ὅτι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος (ἑνότ. 12) εἶναι ἅγιος τὸ πληροφορούμαστε ἀπὸ τὴν ὑποσημείωση σὲ μία εἰκόνα του (Ε,46), ἐνῶ ἡ ἴδια τακτικὴ ἀκολουθεῖται καὶ ἀλλοῦ (βλ. τὴν περίπτωση τῶν ἁγ. Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου [Ε,86]). Καὶ αὐ­τὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γίνεται ἐπισήμως λόγος γιὰ τὸν «ἅγιο Φραγκίσκο τῆς Ἀσί­ζης»(!) (Ε,92).
Παρεμπιπτόντως: στὴν ἀνωτέρω ἑνότητα γιὰ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο παρατί­θεται μία φωτογραφία ψηφιδωτοῦ ποὺ παρουσιάζει τὸν ἅγιο αὐτοκράτορα νὰ βαπτίζεται ἀπὸ τὸν ἅγ. Σίλβεστρο, πάπα Ρώμης (Ε,45)˙ ἐμφανίζεται δηλ. τὸ ἐγ­χειρίδιο νὰ υἱοθετεῖ τοὺς μύθους περὶ τὸν ἅγ. Σίλβεστρο (Vita Silvestri, «Κων­σταντίνειος Δωρεά» κλπ.), ποὺ ἀποτελοῦν κατασκευάσματα τῆς Ρώμης προκει­μέ­νου νὰ στηριχθεῖ ἡ παντοκρα­τορία τοῦ πάπα[9].
–Στὸ μεταφρασμένο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Περὶ ἐνανθρωπήσεως πραγματεία τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἐν Ε,57 λέγεται ὅτι «Ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ γί­νουμε ἐμεῖς Θεοί»˙ ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὡστόσο γράφει «...ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος...γὰρ ἐ­νηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[10].
–Στὴν Ε,73 λέγεται ὅτι οἱ ἀκραῖοι εἰκονόφιλοι «Κατέληξαν νὰ λατρεύουν τὸ ξύλο, τὸ χρῶμα καὶ τὸ ὑλικὸ τῆς εἰκόνας, τὰ ὁποία θεωροῦσαν φορεῖς τῆς θείας χάριτος καὶ μέσον ἁγιασμοῦ τῶν πιστῶν». Πρόκειται γιὰ διατύπωση πο­λὺ κοινὴ στὰ ἱστορικὰ ἐγχειρίδια. Ὡστόσο τὸ ὅτι ἡ ὕλη γίνεται φορέας τῆς θεί­ας χάριτος καὶ μέσο ἁγιασμοῦ δὲν ἀποτελεῖ αἱρετικὴ διδασκαλία, ὅπως παρου­σιάζεται ἐν προκειμένῳ, ἀλλὰ κατὰ πάντα ὀρθόδοξη. Διότι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄν­θρωπος, δηλ. ἐνυλώθηκε˙ καὶ ἔτσι ἐμεῖς σωζόμαστε: ἐπειδή, παρὰ τὰ ὅσα δίδα­σκε ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὁ Θεὸς «ἐμίγη ἀνθρώπῳ». Ἂν ἀρνηθοῦμε τὴ δυνατό­τητα τῆς ὕλης νὰ γίνεται μέσο ἁγιασμοῦ, τότε ἀρνούμαστε καὶ τὴν ἐνανθρώπη­ση τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὴ σωτηρία μας. Ὑπῆρχε βέβαια στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονο­μαχίας ἕνα πρόβλημα, ὅπως ὑπάρχει καὶ σήμερα: Ὅτι πολλοὶ χριστιανοὶ θεω­ροῦν καὶ λατρεύουν τὴν ὕλη (ἱ. εἰκόνες, ἅγ. λείψανα κλπ.) ὡς αὐτόνομη πηγὴ ἁ­γιασμοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο (βλ. προσεκτικὰ τὰ κείμενα τοῦ ἁγ. Ἰω. Δαμα­σκηνοῦ ἐν Ε,76).
–Ἐκκλησιολογικὰ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτη ἡ χρήση τοῦ ὅρου «Ἐκκλη­σία», ὅσον ἀφορᾶ στὸν παπισμὸ καὶ τὸν προτεσταντισμό. Ἐκτὸς ἂν μᾶς ἐνδια­φέρει περισσότερο ὄχι ἡ θεολογικὴ ἀκρίβεια, ἀλλὰ ἡ λεγόμενη ἐκκλησιαστικὴ διπλωματία. Τὸ ἴδιο ἀπαράδεκτη εἶναι καὶ ἡ ἀποσιώπηση τῆς ἀλήθειας ὅτι οἱ ἐν λόγῳ χριστιανικὲς ὁμολογίες ἀποτελοῦν αἱρέσεις.
γ. Πρέπει νὰ γίνει καλύτερη ἱεράρχηση προτεραιοτήτων. Ἀναφέρουμε ὁρι­σμένα παραδείγματα:
–Δὲν εἶναι κατανοητὴ ἡ ἰδιαίτερη ἔμφαση ποὺ δίδεται στὴ διδασκαλία τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου Θεοφόρου-γιὰ κανένα ἄλλον ἅγιο διδάσκαλο δὲν ἐπιφυλάσσεται παρόμοια ἀντιμετώπιση-καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ παραδρομὴ κατ’ οὐσίαν τῆς διδασκαλίας τοῦ ἀπ. Παύλου˙ ὅσα λέγονται γιὰ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστό­λου στὴν περίοδο πέντε σειρῶν «Κάποιες φορὲς ἐπισκέπτονταν ξανὰ τὶς ἐκκλη­σίες...μέχρι καὶ σήμερα στὶς ἐκκλησίες» [Ε,33-34], ὅτι ὁ Παῦλος μέσω αὐτῶν κα­θοδηγεῖ, διαπαιδαγωγεῖ, ἁπαντᾶ κττ., εἶναι γενικόλογα καὶ ἐντελῶς ἐπουσιώδη.
–Ἐπαναλαμβάνουμε καὶ ἐδῶ ὅτι ἡ ἀπάλειψη τῶν ἑνοτήτων γιὰ τὸν ἅγ. Γρη­γόριο Θεολόγο καὶ τὸν ἅγ. Ἰω. Χρυσόστομο ἦταν κίνηση ἄστοχη καὶ βεβιασμέ­νη. Ὑποστηρίχθηκε ἀπὸ τὸ Παιδαγωγικὸ Ἰνστιτοῦτο (ΔΤ 10/26-4-06) ὅτι γιὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες ἔγινε λόγος στὸ Δημοτικό. Ἀλλὰ τέτοιου εἴδους ἐπιχειρή­ματα δὲν ἀντέχουν καὶ στὴ μετριοπαθέστερη κριτική. Σημειωτέον ὅτι στὴ ΒΕ,47 προτείνεται «Νὰ διαβαστοῦν κείμενα Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀποδει­κνύουν τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στὸν Χριστιανισμὸ (π.χ. Γρ. Θε­ολόγου: ποιητικὸ ἔργο, ἐπιτάφιος λόγος στὸ Μ. Βασίλειο, Ι. Χρυσοστόμου: ὁμι­λίες κ.ἄ.)» (!).
- Ἕνα ἄλλο σημεῖο ποὺ φρονοῦμε ὅτι πρέπει νὰ ἐπανεξετασθεῖ, εἶναι ἡ ἀ­ναφορὰ τοῦ ἐγχειριδίου-ἐγχειρίδιο ποὺ ἀπευθύνεται σὲ ἑλληνόπουλα-στὴν ἱ­στορικὴ διαδρομὴ καὶ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Διότι αὐτὸ τελι­κὰ ποὺ ἀποκομίζει ὁ ἀναγνώστης του εἶναι ὅτι ἡ ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία μετὰ τὴν αὐτοκεφαλία της-ἕνα σημεῖο τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάπτυξη καταλαμβάνει ἐντελῶς ἀ­δικαιολόγητα τὰ 3/4 τῆς σχετικῆς ἑνότητας (31)-δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἀξιόλογο νὰ ἐπιδείξει. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἀγνοοῦνται πλήρως οἱ μεγάλες μορφὲς καὶ τὸ ἔργο σπουδαίων ἀρχιεπισκόπων, ἐπισκόπων καὶ γενναίων κληρικῶν της, ὅπως ἐπί­σης ἀγνοεῖται ἡ ὁμόθυμη καὶ ἄκρως σημαντικὴ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας μας στοὺς νεώτερους ἀγῶνες τοῦ γένους˙ μόνο γιὰ τὴν τιτάνια ἐθνεγερτικὴ καὶ ἀντι­στασιακή της δράση κατὰ τὴν περίοδο 1940-44 ὑπάρχει πλουσιώτατη σχετικὴ βιβλιογραφία. Καὶ πέρα ἀπ’ αὐτὰ ἀγνοεῖται ὅτι ἂν σήμερα ἡ ὀρθόδοξη Θεολο­γία ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βαρίδια τοῦ παρελθόντος καὶ τρέφεται ἀπὸ τὶς αὐ­θεντικὲς πηγές της, τοῦτο ὀφείλεται ἀναμφισβήτητα στὴν ἀναγέννηση τῶν πα­τερικῶν σπουδῶν στὸν τόπο μας˙ ἀναγέννηση ποὺ θεμελιώθηκε ἀ­πὸ ὀρθόδοξες ἱεραποστολικὲς κινήσεις ἤδη στὴν προπολεμικὴ περίοδο, καὶ ἀ­ποδίδει πλούσι­ους καρποὺς στὴν ἐποχή μας. Καὶ τί νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν προσ­φορὰ τῆς ἑλλα­δικῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐξωτερικὴ ἱεραποστολὴ ἢ γιὰ τὴν ποικίλη καὶ πολύπλευ­ρη συνδρομή της πρὸς τὶς ἄλλες ἀδελφὲς Ἐκκλησίες καὶ πρὸς αὐ­τὸ τὸ Οἰκουμε­νικὸ Πατριαρχεῖο; «Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος…». Καὶ οὔτε βέβαι­α ἔχει νόημα νὰ προβάλουμε ἐδῶ τὰ πασίγνωστα. Ἐν πάσῃ περι­πτώσει οἱ πά­ντες γνωρίζουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς πατρίδας μας δὲν ἀποτελεῖ πα­ρωνυχίδα στὸ σῶμα τῶν Ὀρθοδόξων. Ἀντίθετα, ἔχει ἀναγνωρισθεῖ σὲ πανορ­θόδοξο ἐπίπεδο ὅτι κατέχει ἐδῶ καὶ δεκαετίες ἰδιαιτέρως νευραλγικὴ θέση.
Τέλος, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν παρατηρήσει κανεὶς τὴν ξεχωριστὴ προβολὴ ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ ἔναντι τῆς Ὀρθοδοξίας στὴ μετὰ τὸ σχίσμα περίοδο. Γιὰ τὶς δυὸ πρῶτες ὁμολογίες-αἱρέσεις ἀφιερώνο­νται πέντε λεπτομερεῖς καὶ ἀναλυτικὲς ἑνότητες (27, 28, 29, 32, 33), ἐνῶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τρεῖς καὶ ἀποσπασματικὲς (30, 31, 34). Ἔτσι ὁ μαθητὴς καλεῖται νὰ οἰκειωθεῖ ἕνα πλῆθος λεπτομερειῶν, ἐπὶ παραδείγματι γιὰ τὴ σύ­νοδο τοῦ Τριδέντου καὶ τὴ νύχτα τοῦ Ἁγίου Βαρθολομαίου-πράγματα ποὺ θὰ τὰ διδαχθεῖ καὶ στὸ μάθημα τῆς γενικῆς ἱστορίας-, ἀλλὰ δὲν θὰ μάθει ποτὲ γιὰ τὴν ἐποποιία, τὸ μαρτύριο καὶ τὴ μαρτυρία τῶν ἀνατολικοευρωπαϊκῶν Ὀρθο­δόξων Ἐκκλησιῶν, ποὺ διάνυσαν ὑπὸ τὸ τυραννικὸ πέλμα ἀθεϊστικῶν καθε­στώτων ὅλο σχεδὸν τὸν 20ο αἰ. Γιατί; (Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι βέβαια «ἀφε­λὲς»-καὶ δὲν χρειάζονται, νομίζω, ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ-, δὲν θὰ μποροῦσα ὅμως νὰ μὴν τὸ ἐπισημάνω.) 
δ. Ἐνίοτε χωλαίνει καὶ ἡ διατύπωση. Βλ. π.χ. Ε,30: «Στὰ Ἰεροσόλυμα συγκε­ντρώθηκαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἀπόστολος Πέ­τρος, ποὺ ὑπενθύμισε ὅτι Αὐτὸς εἶχε φανερώσει καὶ στὸν ἴδιο ὅτι ὁ Θεὸς προ­σκάλεσε...»˙ ποιὸς εἶναι «Αὐτός»;
ε. Ἀπουσιάζουν ἐντελῶς τροπάρια καὶ ὕμνοι τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολου­θιῶν, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς ἀπὸ ζωντανοὶ ἐκφραστὲς τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας εἶναι ὄχι σπάνια καὶ ἱστορικὲς πηγὲς (βλ. ἐξάλλου Ε,13, ὅπου ὡς πηγὲς τῆς ἐκκλησια­στικῆς ἱστορίας ἀναγνωρίζονται καὶ «τὰ λατρευτικὰ κείμενα»). Σημειωτέον ὅτι τὰ περὶ τῆς Βαβὲλ ἐν Ε,16 στηρίζονται σαφῶς στὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Πε­ντηκοστῆς «Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε...», τὸ ὁποῖο στὸ παρὸν ἐγχειρί­διο ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ ἕνα ἀπόσπασμα εἰσήγησης στὸ λεγόμενο «Παγκό­σμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν».
 
Εὐάγγελος Ἀ. Δάκας
Δρ Θεολογίας
Θεσσαλονίκη


[1]. Ε=γχειρίδιο, ΒΕ=Βιβλίο κπαιδευτικο. Σημειωτέον ὅτι ἡ πλάγια γραφὴ ἐ­ντὸς τῶν ἀ­ποσπασμάτων ἐκ τῶν Ε και ΒΕ ποὺ ἀντιγράφω, εἶναι πάντοτε τῶν συγγραφέ­ων.
[2]. ACO 1.1.6,141.
[3]. Π=τὸ προηγούμενο ἐγχειρίδιο
[4]. ΦΕΚ 303/Β/13-3-03, 3899.
[5]. Καὶ ἐν Ε,87 λέγεται ὅτι ὁ Χριστὸς «ἐλευθέρωσε (ἀνθρώπους) ἀπὸ δυνάμεις τοῦ κακοῦ (δαιμο­νισμένους)».
[6]. Βλ. π.χ. Δίδυμο, PG 39,1100˙ Ἐφραίμ, 5,283-284 Φραντζολᾶς˙ Γρηγόριο Νύσσης, 312 Oeh­ler˙ Χρυ­σόστομο, PG 57,282˙ Μάξιμο Ὁμολ., 705 κ.ε. Van Deun˙ Ἀμβρόσιο, PL 16,454˙ Ἱερώ­νυμο, PL 24,86, κ.ἄ. Καὶ ἡ μετάφραση τῆς Κ. Διαθήκης ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς σ. ἔχει «γλύτω­σέ μας ἀπὸ τὸν πονηρό».
[7]. Πλήρη παρουσίαση τῶν δεδομένων ποὺ ἀποδεικνύουν τὴν ὀρθότητα αὐτῆς τῆς θέσεως βλ. ἐν B. M. Metzger, A Textual Commentary on the Greek New Testament, Stuttgart 21994 (ἀ­νατ. 2005), σ. 187-189˙ ὁ ἐν λόγῳ ἐρευνητὴς σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὅτι “The evidence for the non-origin of the perico­pe of the adulteress is o­verwhel­ming” (αὐτόθι, 187). Βλ. ἐπίσης Στ. Σάκ­κου, Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην, Θεσ­σαλονίκη 21984, σσ. 118-121. 
[8]. Βλ. Ἡγή­σιππο παρ’ Εὐσεβίου, Ἐκκλ. ἱστ. 2, 23˙ Ἰωσήπου,Ἰ­ουδ. ρχ. 20,200-201.
[9]. Βλ. πρόχειρα J. Patinot, «Σίλβε­στρος», ἐν ΘΗΕ. Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ παρατήρηση ὀφείλε­ται κατὰ πρῶτον στὸν φίλο συνάδελφο κ. Κ. Ἀντωνόπουλο.
[10]. PG 25,192B. Βλ. ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ἀνωτέρω ἐπιστολὴ τῆς Ἱ. Συν­όδου.