Στήν παγωνιά τοῦ Φλεβάρη

 pagvnia flebariὉ μανιασμένος ἄνεμος καί τό -5oC πού ἔδειχνε τό ψηφιακό θερμόμετρο τῆς πλατείας ἔκαναν τήν Ἄννα νά τυλιχθεῖ ἀκόμα πιό πολύ στό μακρύ κασκόλ της. Χαμογέλασε στή σκέψη ὅτι σήμερα ἔμαθε στά πρωτάκια της τήν παροιμία «ὁ Φλεβάρης κι ἄν φλεβίσει, καλοκαίρι θά μυρίσει». Φαίνεται, σκέφθηκε, πώς αὐτή τήν παροιμία τήν ἔβγαλαν στήν νότια Ἑλλάδα. Ἐδῶ, στήν μικρή της πόλη, πάντα θυμωμένο τόν θυμᾶται.
 Περνώντας ἔξω ἀπό ἕνα πολυκατάστημα θυμήθηκε πώς εἶχε μερικά ψώνια νά κάνει καί μπῆκε μέσα. Ἡ ζέστη πού τήν ἀγκάλιασε μπαίνοντας τήν ἔκανε νά νιώσει πολύ καλά, μά ἔνιωσε ἀκόμα πιό ὄμορφα ὅταν εἶδε τή Νίτσα, τήν παιδική φίλη καί συμμαθήτριά της μπροστά στό μανάβικο. Ἦταν ἀγαπημένες φίλες, μά ἡ ζωή τίς χώρισε στέλνοντάς την ἐκείνη στήν Κομοτηνή γιά τή Νομική καί τήν δια στή Θεσσαλονίκη στό Παιδαγωγικό.
 Καινούργιες φιλίες καί καινούργια ζωή κράτησαν σέ ἀπόσταση τή μία ἀπό τήν ἄλλη. Ὕστερα ἦρθε ὁ γάμος, τά παιδιά... Στάθηκαν μπροστά στό μανάβικο ὥρα πολλή. Εἶπαν, εἶπαν, θυμήθηκαν.
 -Ἄννα μου, τῆς εἶπε σέ κάποια στιγμή ἡ Νίτσα, συγχώρεσέ με γι᾿ αὐτό πού θά σοῦ πῶ, ὅμως κάπου ἄκουσα νά μιλοῦν γιά τήν κόρη σου καί στεναχωρέθηκα.
 -Γιά τήν κόρη μου; ἀπόρησε ἡ Ἄννα. Καί σάν τί νά εἶπαν γιά τήν Φανούλα μου;
 - Τί νά σοῦ πῶ, Ἄννα μου, καί ᾿γώ προβληματίστηκα. Εἶναι δυνατόν, εἶπα, ἐκεῖνο τό χαριτωμένο κοριτσάκι νά κατάντησε ἔτσι;
 - Μά πῶς κατάντησε; Τί σοῦ εἶπαν, Νίτσα μου, πές μου γρήγορα, ρώτησε γεμάτη ἀγωνία ἡ Ἄννα.
- Μοῦ εἶπαν πώς ἔμπλεξε μέ τίς ἐκκλησιές καί ὅτι πάει γιά καλόγρια, εἶπε σχεδόν ψιθυριστά ἡ Νίτσα. Κοίταξε γεμάτη ἀνακούφιση τή φίλη της ἡ Ἄννα.
 - Δόξα τῷ Θεῷ, ψέλλισε.
 - Τί, δηλαδή συμφωνεῖς, δέν σ᾿ ἐνοχλεῖ; ρώτησε σαστισμένη ἡ Νίτσα.
 - Νίτσα μου, ἡ Φανούλα μου εἶναι στό πρῶτο ἔτος τῆς Ἰατρικῆς, εἶναι ἕνα ζωντανό καί χαρούμενο πλάσμα, καί ὅλοι στό σπίτι μας τήν καμαρώνουμε.
 - Δηλαδή ψέματα μοῦ εἶπαν; ρώτησε χαρούμενη ἡ Νίτσα, δέν ἔμπλεξε μέ τούς παπάδες;
 - Τό παιδί μου, Νίτσα, εἶπε σοβαρά ἡ Ἄννα, μεγάλωσε μέσα στήν Ἐκκλησία καί στά κατηχητικά. Δέν εἶδα αὐτό νά τό ἔβλαψε σέ τίποτε. Ἀντίθετα τό ἀσφάλισε στά τρελά χρόνια τῆς ἐφηβείας.
 Δέν εἶπε τίποτε ἡ Νίτσα, ἄλλαξε θέμα καί ἄρχισε νά ἐνδιαφέρεται γιά τά μαναβικά.
 Μά τῆς Ἄννας τῆς φάνηκε πώς ἡ φίλη της δέν ἦταν πιά ἐκεῖ. Χαιρετήθηκαν λίγο τυπικά, λίγο ψυχρά καί χώρισαν. Ἡ Ἄννα ἔκανε τά ψώνια της καί ξαναβρέθηκε στήν ἀπονιά τοῦ Φλεβάρη.
 Εἶχε νυχτώσει πιά γιά τά καλά. Σκέφτηκε πώς ἔλειπε ἀρκετή ὥρα ἀπό τό σπίτι κι ὅτι ὅπου νά ᾿ναι θά γύριζαν τά δίδυμά της ἀπό τά ἀγγλικά τους. Τάχυνε τό βῆμα της καί γιά νά «κόψει» δρόμο πέρασε μέσα ἀπό τό πάρκο. Κάποια παιδιά ξεχασμένα παίζαν ποδόσφαιρο κάτω ἀπό τό φῶς τῶν λίγων φαναριῶν πού ἀπέμειναν.
 - Θά παγώσετε, παιδιά μου, γρήγορα νά πᾶτε στά σπίτια σας, τούς φώναξε. Δέν βλέπετε πού τό θερμόμετρο δείχνει -5oC;
 - Πέντε ὑπό τό μηδέν; φώναξε κάποιος ἀπορημένος. Καί σάν ἐκείνη τή στιγμή νά ἔνιωσε τό κρύο στό πετσί του, «πᾶμε σπίτια μας, ρέ! θ᾿ ἀρρωστήσουμε», εἶπε στούς ἄλλους καί κυριολεκτικά τούς διέλυσε.
 Κόντευε στήν ἔξοδο τοῦ πάρκου ἡ Ἄννα, ὅταν τό μάτι της ἔπιασε μέσα στό σκοτάδι κάποιον πίσω ἀπό τόν χονδρό κορμό ἑνός πεύκου. Ἦταν ἀφοσιωμένος σ᾿ αὐτό πού ἔκανε. Κρατοῦσε τή σύριγγα στό δεξί του χέρι. Δέν ἦταν τόσο πυκνό τό σκοτάδι, ὥστε νά μήν μπορεῖ νά δεῖ ἡ Ἄννα ὅλη τή σκηνή. Ἔκανε τήν κίνηση πού κάνουν οἱ νοσοκόμες γιά νά βγάλουν τόν ἀέρα ἀπό τή σύριγγα κι ὕστερα μέ μιά ἀπότομη κίνηση τήν ἔχωσε στ᾿ ἀριστερό του χέρι.
  Ἔκανε νά φωνάξει «μή» ἡ Ἄννα, μά μέχρι νά βρεῖ τή λαλιά της ἐκεῖνος ὅ,τι εἶχε νά κάνει τό ᾿κανε.
 Κάτι μέσα της τήν ἔσπρωξε νά μικρύνει τό βῆμα της. Ὁ νέος πού ξεπρόβαλε πίσω ἀπό τό δέντρο στάθηκε γιά μιά στιγμή καί τήν κοίταξε σάν χαμένος. Ὕστερα, δίχως νά πεῖ λέξη, ἔκανε μεταβολή καί χάθηκε μέσα στά δέντρα.
 - Ἀλέκο! πρόλαβε νά φωνάξει σάν συνῆλθε λιγάκι ἡ Ἄννα, μά ὁ Ἀλέκος δέν γύρισε νά τήν κοιτάξει.
 Θεέ μου, ψιθύρισε, Θεέ μου, ἦταν ὁ Ἀλέκος, ὁ μεγάλος γιός τῆς Νίτσας. Εἶχε βέβαια 2-3 χρόνια νά τόν δεῖ, ὅμως δέν γελιόταν, σίγουρα ἦταν ἐκεῖνος. Περπατοῦσε κι ἔκλαιγε ἡ Ἄννα. Ἐκεῖνο τό χαριτωμένο ἀγόρι, τό πανέξυπνο παιδί εἶναι δυνατόν νά ἔχει μπλέξει; Σταμάτησε ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία πού ἦταν φωτισμένη. Σίγουρα τώρα τελείωσε ὁ Ἑσπερινός, σκέφτηκε καί τά βήματά της τήν ὁδήγησαν μέσα. Πῆρε δυό κεριά καί τ᾿ ἄναψε. Τό ἕνα γιά τόν Ἀλέκο, Θεέ μου, εἶπε μέ λυγμούς καί τ᾿ ἄλλο γιά τή Νίτσα, τή μάνα του.
 Βγῆκε ἀπό τό ναό ξαλαφρωμένη. Βρέθηκε καί πάλι στήν παγωνιά τῆς νύχτας. «Ὁ Φλεβάρης κι ἄν φλεβίσει...». Τέτοια παγωνιά, τέτοια θανατερή παγωνιά, ἄχ! κάνε, Θεέ μου, καλοκαίρι νά μυρίσει.
 Παραξενεύτηκε σάν ἄνοιξε τήν πόρτα της καί εἶδε φῶς καί τό ξάφνιασμά της ἔγινε ξεφωνητό σάν εἶδε νά στέκεται μπροστά της χαμογελαστή ἡ Φανούλα της.
 - Καλῶς τήν ἄνοιξή μου, καλῶς τό καλοκαίρι μου, τῆς εἶπε καί τήν ἔσφιξε στήν ἀγκαλιά της.
 Ἔξω ἡ παγωνιά τοῦ κόσμου συναγωνιζόταν μέ τήν παγωνιά τοῦ Φλεβάρη, μά φαίνονταν κι οἱ δυό τους πολύ θυμωμένοι· ποῦ νά βρεῖ τό δρόμο τό καλοκαίρι γιά νά ᾿ρθεῖ νά μυρίσει; Τά δυό κεριά στό μανουάλι τῆς ἐκκλησιᾶς ἔλειωναν καί φώτιζαν, ἔλειωναν καί ζέσταιναν· δέν μπορεῖ, θά φέρουν τήν ἄνοιξη. Ὁ Ἀλέκος, ὁ Ἀντώνης, ὁ Βαλάντης, τά παιδιά τῆς παγωνιᾶς τήν ἔχουν ἀνάγκη. Ἔχουν ἀνάγκη νά περάσει ὁ Φλεβάρης γιά νά μποῦνε στήν ἄνοιξη.
 

Ε.Β.