Τό νόημα τῆς νηστείας

 sarakosti-cὉ φετινός Φεβρουάριος μᾶς εἰσάγει στήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, στήν περί­ο­δο προ­ετοιμασίας τῶν πιστῶν γιά τήν με­γά­λη ἑορ­τή τῶν παθῶν καί τῆς ἀνα­στά­σεως τοῦ Κυρίου.

 Κύριο χαρακτηριστικό τῆς περιόδου αὐτῆς εἶναι ἡ νηστεία, δηλαδή ἡ ἀποχή ἀπό ὁρισμένες τροφές σύμφωνα μέ τό ἔ­θος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παραδό­σεως. Καί εἶναι τεσσαρακονθήμερη, ἐπει­δή μι­μεῖται τήν νηστεία τοῦ Κυρίου μετά τή Βάπτισή του (βλ. Μθ 4,2), καθώς καί τίς νηστεῖες τοῦ Μωυσῆ καί τοῦ Ἠλία (βλ. Ἔξ 34,28• Γ΄ Βα 19,8).

 Πρόκειται γιά ἀρχαῖο θεσμό. Γενικό­τερα ἡ νηστεία ἔχει τίς ρίζες της, κατά τούς ἁγίους πατέρες, στήν Ἐδέμ, στήν ἐντολή πού ἔδωσε ὁ Κύριος στόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα νά μή γευθοῦν ἀπό τούς καρπούς τοῦ δέν­δρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κα­κοῦ (βλ. Γέ 2,17). Ἡ παρακοή τῶν πρωτο­πλάστων, ἡ κατάλυση δηλαδή τῆς νηστείας πού θέσπισε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τούς ὁδήγησε στήν πτώση, καί ὅλο τό ἀν­θρώ­πινο γένος στήν φοβερή περιπέτεια τῆς ὀδύνης, τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου.

 Ἡ νηστεία ἔχει, βέβαια, θετικά ἀποτε­λέ­σματα καί στόν τομέα τῆς ὑγείας τοῦ σώματος. Στίς ἡμέρες μας, πού ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἀνθρώπων χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ὑπερκατανάλωση τροφῶν ἀκατάλ­λη­λων γιά τόν ὀργανισμό μας, εἶναι παρα­τηρη­μέ­νο ἐ­πιστημονικά ὅτι οἱ νη­στεῖες τῆς Ἐκ­κλη­σίας μας βοηθοῦν ση­μαν­τικά στήν ἀποτοξίνωση καί τήν εὐ­εξία του.

 Ὡστόσο, κύριος στόχος τῆς ἄ­σκησης αὐτῆς παραμένει πάντοτε ἡ ἀποτοξίνωση τῆς ψυχῆς, ἡ ἀπαλλαγή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ὀλέθρια δρά­ση τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας. Τά πάθη λειτουργοῦν μέσα μας σάν τροχοπέδη. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιά τόν οὐρανό, γιά τά «μὴ βλεπόμενα» ὅπως λέει ὁ ἀπό­στολος Παῦλος, γιά τήν αἰώνια καί ἄφθαρτη δόξα, τά πάθη μᾶς δένουν μέ τήν γῆ, μέ τά «βλεπόμενα», μέ τά «πρόσκαι­ρα» (βλ. Β΄ Κο 4,17-18). Ἡδονο­θη­ρία, πλεονεξία, ἁμαρτωλές ἀπολαύ­σεις ὄ­χι μόνο μᾶς ἐμποδί­ζουν νά ὑψώσουμε νοῦ καί καρδιά στόν Θεό, ἀλλά στό ὑποσυνείδητό μας ἤ καί συνειδητά ἀκόμη θεοποι­οῦνται τά ἴδια, παίρνουν τήν θέση πού ἀνήκει στόν Κύριο.

 Ἔτσι γινόμαστε δοῦλοι τους, ἐ­ξαρτώμαστε ἀπ᾽ αὐτά. Αὐτοί ὅμως οἱ εἰδωλικοί «θεοί» προσφέρουν σάν ἀνταπόδοση στούς λάτρεις τους μό­νον τόν θάνατο, τήν αἰώνια ἀπώλεια. Εἶναι βέβαια ἰσχυροί• κανείς δέν ἀν­τιλέγει. Εἶναι τόσο ἰσχυροί ὥστε ἀ­κόμη καί ὁ Παῦλος, ἐκφράζοντας τήν ἀδυναμία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, νά λέει ὅτι ὑπό τήν ἐπίδρασή τους «κάνω αὐτό πού δέν θέλω» (Ρω 7, 20), μέ σύρουν κυριολεκτικά. Καί θά ἤμασταν παντοτινά χαμένοι ἄν δέν ἐρχόταν στήν ζωή μας ὁ Χρι­στός, ὁ ἐλευ¬θερωτής καί σωτήρας. Ἀπό τότε, ἀπό τήν στιγ­μή πού ὁ Κύ­ριος Ἰησοῦς θά ἀνα­λά­βει τά ἡνία τῆς ψυχῆς μας, τά πάθη ὑπο­χωροῦν, γί­νονται ἀνίσχυρα, καί μπο­ρεῖ ὁ πιστός νά ψάλλει θριαμβικά «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φι 4,13).

 Σ᾽ αὐτό ἀκριβῶς συντελεῖ καί ἡ νηστεία. Ὅποιος νηστεύει εἶναι σάν νά ἀντιτάσσει ἕνα ἠχηρό «ΟΧΙ» στίς ἐφάμαρτες ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου αὐτοῦ, οἱ ὁποῖες ἔχουν τίς ρίζες τους στό φαγητό καί στήν δύναμη τῆς κοι­λιᾶς. Καί μ᾽ αὐτό τόν τρόπο ἀφ᾽ ἑνός μέν ἀνοίγει δρόμο γιά τήν με­τά­νοια, γιά τήν ἐπιστροφή στήν ἀγκα­λιά τοῦ οὐράνιου πατέρα, καί ἀφ᾽ ἑ­τέρου δυ­ναμώνει καί στηρίζει καί δίνει φτερά στήν προσευχή (πρβλ. Μθ 17,21). Μόνον ἔτσι δικαιώνεται ἡ νηστεία. Νηστεία πού δέν γίνεται γι᾽ αὐτό τόν σκοπό, ἀλλά γιά τήν προβολή τῆς δῆθεν εὐσέβειάς μας, νηστεία πού διατυμπανίζεται μέ ποι­κίλους τρόπους εἶναι νηστεία τήν ὁποία ὁ Θε­ός μισεῖ καί ἀποστρέ­φε­ται (βλ. Ἠσ 1,13-14), εἶναι σκέτη ὑ­ποκρισία (βλ. Μθ 6,16-18), γίνεται κι αὐτή ἕνα πάθος, καί μάλιστα δυσ­διάκριτο.

 Ἄς ἀποτελέσει ἡ φετινή νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἕνα σκάμμα στό ὁποῖο θά ἀγωνισθοῦμε ὅλοι μέ συνείδηση, ἐπίγνωση καί κατά Θεόν ζῆλο. Γιά νά νικήσουμε καί νά βρα­βευθοῦμε ἀναλόγως.

Εὐ. Ἀ. Δάκας