Πέμπτη, 12 Ιούνιος 2014 03:00

Μθ 10,34

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΜΑΧΑΙΡΑ
 

   Κύριος2 «Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλά μάχαιραν» (Μθ 10,34). Ἀκριβέστερον μάλιστα ἐζητήθη νά ἀπαντήσομεν εἰς τό ἐρώτημα πῶς συμβιβάζεται τό χωρίο αὐτό πρός τό καθολικό πνεῦμα τῆς Γραφῆς, τό ὁποῖον εἶναι πνεῦμα εἰρήνης καί ἀγάπης. Τό θέμα τῶν φαινομενικῶν ἀντιφάσεων εἶναι σοβαρό ὅσο καί τό θέμα τῶν δυσνοήτων χωρίων. Εἶναι δυνατόν δύο χωρία νά φαίνονται εὐνόητα ἀλλά καί ἀσύμφωνα. Ἤ ἀκόμη συνθετώτερον πολλά χωρία νά φαίνονται ἀσύμφωνα πρός πολλά ἄλλα. Τότε ἄν ὄχι ὅλα τουλάχιστον ὁρισμένα ἔχουν νόημα διαφορετικό ἀπ' ὅ,τι φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως.
   Ἡ εἰρήνη εἶναι πράγματι θεία δωρεά. Καί ὡς κατάσταση καί ὡς ἀρετή θεωρεῖται στήν Γραφή ὡς μέγα τι καί θεμελιῶδες γιά τήν ζωή τῶν πιστῶν. Ὁ Θεός ὀνομάζεται «Θεός τῆς εἰρήνης» (Ρω 15,33· Α΄ Κο 14,33· Ἑβρ 13,20). Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός προφητεύθηκε ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα ὡς ἄρχων τοῦ ὁποίου «τῆς εἰρήνης οὐκ ἔστιν ὅριον» (Ἠσ 9,7). Ὅταν γεννήθηκε, οἱ ἄγγελοι ψάλλοντες εὐηγγελίζοντο ὅτι ἦλθε «ἐπί γῆς εἰρήνη» (Λκ 2,14). Οἱ ἀπόστολοί του εὐηγγελίζοντο τήν εἰρήνη (Ρω 10,15· Ἐφ 2,17). Καί τό εὐαγγέλιό του εἶναι τό μόνο καί τό κατ' ἐξοχήν «εὐαγγέλιον εἰρήνης» (Ἐφ 6,15). Τήν βασιλεία τοῦ ἄρχοντος τῆς εἰρήνης τήν ἀποδέχονται οἱ «υἱοί τῆς εἰρήνης» (Λκ 10,5). Καί μόνο αὐτοί εἶναι ἄξιοι ὀπαδοί του. Τό πρῶτο δῶρο τό ὁποῖο χάρισε εὐθύς μετά τήν ἀνάστασή του στούς μαθητές του καί διά τῶν μαθητῶν του σέ ὅλους τούς πιστούς του εἶναι ἡ εἰρήνη. «Εἰρήνη ὑμῖν», ἦταν ὁ πρῶτος χαιρετισμός τοῦ Ἀναστάντος (Λκ 24,36· Ἰω 20,19). Αὐτός ὁ «Κύριος τῆς εἰρήνης» χαρίζει σ' ἐμᾶς «τήν εἰρήνην διά παντός» (Β΄ Θε 3,16). Οἱ ἁπανταχοῦ ἐκκλησίες εὐδοκιμοῦν ὅταν ἔχουν εἰρήνη (Πρξ 9,31). Ἡ εἰρήνη μετά τῆς χάριτος καί τοῦ ἐλέους ἀποτελοῦν τίς τρεῖς ὕψιστες δωρεές τίς ὁποῖες παρέχει ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους. «Χάριν, ἔλεος καί εἰρήνην» εὔχεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς πιστούς στά προοίμια ὅλων σχεδόν τῶν ἐπιστολῶν του (Α΄ Κο 1,3· Β΄ Κο 1,2· Ἐφ 1,2· Φι 1,2· Κλ 1,2· Α΄ Θε 1,1· Β΄ Θε 1,2· Α΄ Τι 1,2· Β΄ Τι 1,2· Ττ 1,4· Φλμ 3). Τό ἴδιο καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι (Β΄ Πέ 1,2· Β΄ Ἰω 3· Ἰδ 2). Θεός εἰρήνης, λοιπόν, εὐαγγέλιον εἰρήνης, βασιλεία εἰρήνης, υἱοί εἰρήνης, τά πάντα πάντοτε εἰρήνη. Αὐτό εἶναι ὁ Χριστιανισμός.
   Καί ὅμως ὁ ἀρχηγός τοῦ Χριστιανισμοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν εἶπε· «Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν» (Μθ 10,34). Τήν ἴδια ἀλήθεια παραδίδει καί ὁ ἱερός Λουκᾶς μέ διαφορετικές λέξεις· «Δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῇ; Οὐχί λέγω ὑμῖν ἀλλ' ἤ διαμερισμόν» (Λκ 12,51). Δύο δέ στίχους ἀνωτέρω λέγει πάλι ὁ Κύριος· «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν» (αὐτόθι 49). Ὁ ἄρχων τῆς εἰρήνης ὁ ὁποῖος δοξολογεῖται ὡς φέρων «καί ἐπί γῆς εἰρήνην» κηρύσσει ὁ ἴδιος ὅτι δέν ἦλθε νά φέρει «εἰρήνην ἐπί τήν γῆν», ἀλλά πῦρ, μάχαιραν, διαμερισμόν, διχασμόν, πόλεμον! Διά νά μή παρερμηνεύσουμε μάλιστα τήν μάχαιραν ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος· «ἦλθον γάρ διχάσαι ἄνθρωπον κατά τοῦ πατρός αὐτοῦ» (Μθ 10,35). Τό εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης φέρει διχασμόν. Ἐκεῖνος πού εὔχεται στούς μαθητές «εἰρήνη ὑμῖν» κηρύσσει ὅτι δέν φέρει τήν εἰρήνη στήν γῆ. Πῶς συμβιβάζονται αὐτά; Ἡ Γραφή ἀντιφάσκει; Ἡ Γραφή δέν ἀντιφάσκει. Μόνον ἡ κακόβουλη καί ἡ ἐπιπόλαιη μελέτη τῆς Γραφῆς συνάγουν ἐξ αὐτῆς ἀντιφατικά συμπεράσματα. Ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μία καί τήν αὐτή εἰρήνη. Δύο καταστάσεις ἀντίθετες χαρακτηρίζονται ἡ κάθε μιά ὡς εἰρήνη. Ὁ Χριστός διχάζει τήν ἱστορία, διχάζει καί τήν ἀνθρωπότητα. Διχάζει τήν ἱστορία στήν πρό Χριστοῦ καί μετά Χριστόν, στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί στόν κόσμο, στό φῶς καί στό σκότος. Ὁ Χριστός ἐδίχασε τήν ἀνθρωπότητα σέ δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα. Αὐτή εἶναι ἡ «μάχαιρα». Αὐτός εἶναι ὁ «διχασμός» τόν ὁποῖο ἔφερε ὁ Χριστός καί ὁ ὁποῖος δέν ὑπῆρχε προηγουμένως. Διέσπασε τήν ἑνότητα καί τήν ὁμόνοια τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀπό συμφώνου ἡμάρτανε καί παρέμενε στήν πλάνη.
   Γιατί ὅμως αὐτό; Διότι ἡ εἰρήνη δέν εἶναι πάντοτε ἀγαθόν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες εἶναι ὄλεθρος καί καταστροφή. Οἱ ἀρχαῖοι ἑρμηνευτές ἀναφέρουν ὁρισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας εἰρήνης. «Οὐ γάρ πανταχοῦ ἡ ὁμόνοια καλόν», λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. «Καί ἐπί τοῦ πύργου ἐκείνου (τῆς Βαβέλ) τήν κακήν εἰρήνην ἡ καλή διαφωνία ἔλυσε καί ἐποίησεν εἰρήνην». Καί ἄλλος ἑρμηνευτής λέγει ὅτι «οὐ πᾶσα εἰρήνη ἄψογος καί καλή», ἀλλ' ὑπάρχει καί εἰρήνη βλαβερά, εἰρήνη πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό. Τέτοια εἰρήνη εἶναι «ὅταν εἰρηνεύουμε καί συμφωνοῦμε ἐπί καταλύσει τῆς ἀληθείας», ὅταν ἐν γένει πολλοί μαζί συμφωνήσουμε νά κάνουμε κάτι κακό. Καί ἄλλος παρατηρεῖ· «Ἔστι καί πόλεμος εὐαγής καί εἰρήνη πάσης ἀσπόνδου μάχης ἀργαλεωτέρα (= πονηροτέρα). Λησταί μέν γάρ πρός ἀλλήλους σπένδονται (= ἔχουν εἰρήνη) καί μοιχός πρός τήν μοιχευομένην, ὁ δέ πόρνος πρός τήν πορνευομένην». Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν εἰρήνη ὁ Χριστός τήν πολέμησε καί τήν διέσπασε ὅπως θά διασποῦσε μία κακή συνωμοσία.
   Καί ἡ μάχαιρα τοῦ διχασμοῦ τήν ὁποία ἔφερε ὁ Χριστός δέν ἐχώρισε μόνο ἔθνη καί πόλεις καί κοινωνίες καί τάξεις. Ἔσεισε καί αὐτό ἀκόμη τό κύτταρο τῆς κοινωνίας, τήν οἰκογένεια. Ὅπως λέγει στή συνέχεια τῶν λόγων του ὁ Κύριος, ἦλθε νά φέρει διχασμόν ἀκόμη καί μεταξύ συζύγων, μεταξύ γονέων καί τέκνων, μεταξύ ἀδελφῶν, μεταξύ νύμφης καί πενθερᾶς (Μθ 10,35· Λκ 12,52-53). Κριτήριο ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ διαχωρισμός εἶναι ἡ πίστη.
   Ὁ Χριστός θέλει οἱ ἄνθρωποί του νά ἔχουν μεταξύ τους εἰρήνη. Ἡ εἰρήνη ὅμως τήν ὁποία δίδει αὐτός οὐδέν κοινόν ἔχει μέ τήν ἐπαίσχυντη εἰρήνη τοῦ κόσμου ἡ ὁποία εἶναι αἰσχρή συνεννόηση γιά τήν διάπραξη κάθε κακοῦ. Ἡ εἰρήνη τῶν πιστῶν εἶναι ἡ ἄνωθεν εἰρήνη, εἶναι ἡ εἰρήνη ἐν Χριστῷ (Ἰω 16,33). Τήν διάκριση αὐτή μεταξύ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης εἰρήνης ἔκαμε σαφῶς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγοντας στούς μαθητές του· «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν· εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν ἐγώ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω 14,27). Τήν ἐν Χριστῷ εἰρήνη διακρίνει ἡ ἐπ' ἀγαθῷ ὁμοφροσύνη καί ἑνότης τῶν υἱῶν τῆς εἰρήνης. Κατά τήν ἐν Χριστῷ εἰρήνην εἰρηνεύοντες εἶναι μόνον ὅσοι ἔχουν τό αὐτό φρόνημα. Τό δέ φρόνημα τοῦτο εἶναι ἡ ἀλήθεια τήν ὁποία ἐκήρυξε ὁ Χριστός. Ἄνευ τῆς κοινῆς πίστεως εἰς τήν ἀλήθειαν αὐτήν ἡ εἰρήνη ὄχι μόνον δέν ἔχει ἀξίαν ἀλλ' εἶναι καί ἐπιβλαβής. Εἶναι ἡ εἰρήνη «ἐπί καταλύσει τῆς ἀληθείας».
   Τό ἰδανικόν εἰς τό ὁποῖον ἀγωνίζονται νά φθάσουν οἱ πιστοί εἶναι κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο ἡ «ἑνότης τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ 4,13). Οἱ τείνοντες πρός τό ἰδανικόν τοῦτο πρέπει νά «σπουδάζουν», νά ἀγωνίζονται δηλαδή νά τηροῦν μεταξύ των «τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Ἐφ 4,3). Ἡ ἐν Χριστῷ λοιπόν εἰρήνη συνυπάρχει μέ τήν κοινήν πίστιν, τήν ἰδεολογικήν ἑνότητα.
   Προηγεῖται ἡ ὁμοφροσύνη καί ἀκολουθεῖ ἡ εἰρήνη. Χάριν τῆς ὁμοφροσύνης καί ἡ εἰρήνη θυσιάζεται καί ὁ διχασμός ἐπιβάλλεται, ἀκόμη καί εἰς αὐτήν τήν οἰκογένειαν. Ὅταν ἕνας πιστεύει διαφορετικά στόν Χριστό, ἤ δέν πιστεύει καθόλου, δέν δυνάμεθα μετ' αὐτοῦ οὔτε εἰρήνην νά ἔχομε ἀλλά οὔτε καί χαιρετισμόν νά ἀνταλλάσσουμε. Ὅπως ἐκήρυξε αὐτός ὁ μαθητής τῆς ἀγάπης (Β΄ Ἰω 10). «Τό αὐτό φρονεῖτε, εἰρηνεύετε», γράφει πρός τούς Κορινθίους ὁ Παῦλος (Β΄ Κο 13,11. Βλ. καί Ρω 12,16· 15,5 καί Φι 2,2· 3,16· 4,2).
   Ὅταν, ἀγαπητοί μας, ὁ Χριστός φέρει τόν διχασμό χάριν τῆς ἀληθείας, πῶς ἐμεῖς μποροῦμε νά συνάψουμε εἰρήνη εἰς βάρος τῆς ἀληθείας; Δέν μποροῦμε νά ἔχουμε συγχρόνως εἰρήνη καί μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο καί μέ τήν ἀλήθεια καί μέ τήν πλάνη. Εἰρήνη μέ τούς ἀπίστους, τούς ἀσεβεῖς, τούς αἱρετικούς σημαίνει ἔχθρα πρός τόν Θεό. Εἰρήνη μέ τόν Θεό σημαίνει ἔχθρα πρός τούς ποικίλους ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ καί τούς παραχαράκτες τῆς ἀληθείας, γιά τήν ὁποία Ἐκεῖνος σταυρώθηκε. «Κρείσσων πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης ἀπό Θεοῦ».


 
Στεργίου Ν. Σάκκου, Ἡ ἔρευνα τῆς Γραφῆς, 22-26