Δευτέρα, 19 Μάιος 2014 03:00

Μθ 5,5

ΟΙ ΠΡΑΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΓΗΣ (Μθ 5,5)
 

   Ἡ ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία παραδίδει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ἀρχίζει μέ τούς ἐννέα γνωστούς μακαρισμούς. Στόν τρίτο μακαρισμό ὁ Κύριος μακαρίζει τούς πράους. «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσι τήν γῆν» (Μθ 5,5).
   Τί εἶναι ὁ πρᾶος καί οἱ πρᾶοι ἄνθρωποι ὅλοι γνωρίζουμε. Αὐτός ὁ ὁποῖος δέν ὀργίζεται, δέν θυμώνει, δέν ἐκνευρίζεται, δέν προβαίνει σέ πράξεις κινούμενος ἀπό τήν ὀργή του, αὐτός ὁ ὁποῖος ὑπομένει μέ καρτερία, γενναιοφροσύνη καί ἀκακία τίς ὕβρεις καί τίς ἀδικίες τῶν ἄλλων, αὐτός εἶναι ὁ πρᾶος. Ἀλλά μέ μία διάκριση. Δέν εἶναι πρᾶος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος οὐδέποτε καί σέ καμιά περίπτωση δέν ὀργίζεται, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐκ φύσεως καί ἰδιοσυγκρασίας δέν ὀργίζεται γιά τίποτε, δέν ἀνησυχεῖ γιά τίποτε, ἀλλά μένει ἤρεμος, ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν γνωρίζει τί εἶναι θυμός καί ὀργή. Ἐκεῖνος εἶναι ἀναίσθητος, ψυχρή καί δυσκίνητη καί ἀδιάφορη φύση. Οὔτε εἶναι πρᾶος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος γιά λόγους ἐξωτερικούς δέν μπορεῖ νά ἐκδηλώσει τήν ὀργή του, ὁ κατ' ἀνάγκην πρᾶος. Πρᾶος εἶναι αὐτός πού ἔχει μέν ζωηρόν χαρακτήρα καί ὀργή καί θυμό, ἀλλά γιά λόγους πίστεως καί ἠθικῆς μπορεῖ νά ἀντιτάσσει στήν κακία τῶν ἄλλων τήν ἀκακία του, εἶναι ἱκανός νά συγκρατεῖ καί νά χαλιναγωγεῖ τήν ὀργή του, ὀργίζεται δέ ὅταν πρέπει.
   Διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἡ ὀργή ἐπιβάλλεται, ἡ δέ ἠρεμία καί ἡ ἀπάθεια στίς περιπτώσεις αὐτές εἶναι ἄξιες κατακρίσεως. Καί αὐτός ὁ Κύριος, τό πρότυπο τῆς πραότητος, ὀργίστηκε ἐπανειλημμένως, ὡς ἄνθρωπος καί ὄχι ὡς Θεός, ἅρπαξε φραγγέλιο (Μθ 21,12-13· Μρ 11,15-17· Λκ 19,45-46· Ἰω 2,14-16), ἤλεγξε μέ ὀργή (Μρ 3,5), καυτηρίασε τήν ὑποκρισία (Μθ 23,13-39). Εἶναι δέ γνωστό καί τό χωρίο τῶν ψαλμῶν «ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε» (Ψα 4,5), τό ὁποῖο ἐπαναλαμβάνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὡς συμβουλή πρός τούς χριστιανούς (Ἐφ 4,26).
   Ἡ πραότητα στήν Γραφή προβάλλεται ὡς μία ἀπό τίς μεγαλύτερες ἀρετές, ὡς ἀρετή πού ἔχει πολλή σχέση μέ τήν ταπεινοφροσύνη, ὡς ἀπαραίτητο γνώρισμα τοῦ χριστιανοῦ, ὡς καρπός τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κο 4,21· Β΄ Κο 10,1· Γα 5,22· 6,1· Ἐφ 4,2· Κλ 3,12· Β΄ Τι 2,25· Ττ 3,2· Ἰα 1,21· 3,13· Α΄ Πέ 3,4· 3,15). Ὁ Κύριος προφητεύθηκε ὡς «βασιλεύς πραΰς» (Ζα 9,9· Μθ 21,5) καί ὁ ἴδιος προβάλλει σ' ἐμᾶς τούς πιστούς του ὡς πρότυπο πραότητος τόν ἑαυτόν του· «Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ' ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Μθ 11,29). Ἡ ὑπομονή, ἡ αὐτοθυσία καί ἡ ταπείνωση, ὅπως φαίνεται ἀπό τούς λόγους αὐτούς τοῦ Κυρίου, εἶναι τό ἔδαφος, ὅπου ἀνθίζει τό ἄνθος τῆς πραότητος. Πῶς μακαρίζει ὁ ἴδιος τούς πράους καί τί ὑπόσχεται ὡς ἔπαθλο σ' αὐτούς, τό βλέπουμε στόν μακαρισμό πού ἑρμηνεύουμε· «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσι τήν γῆν».
   Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ «γῆ» πού ὑπόσχεται; Ποιό τό βραβεῖο τῆς πραότητος; Προτάθηκαν πολλές ἀλληγορικές ἑρμηνεῖες καί μία ἱστορική. Οἱ Ἀλεξανδρινοί θεολόγοι τοῦ γ΄ καί δ΄ αἰῶνος καθώς καί ὁρισμένοι ἀπό τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Ἱερώνυμος, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἐξηγώντας τό χωρίο δέχθηκαν ὅτι ἡ «γῆ» πού ἀναφέρεται ἐδῶ εἶναι νοητή, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἡ πνευματική γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἡ ἄνω Ἰερουσαλήμ.
Τρεῖς Λατῖνοι πατέρες, ὁ Ἱλάριος, ὁ Ἀμβρόσιος καί ὁ Λέων, εἶπαν ὅτι «γῆ» στό χωρίο αὐτό εἶναι τό ἔνδοξο σῶμα τοῦ πιστοῦ μετά τήν κοινή ἀνάσταση καί κατ' ἐπέκτασιν τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου γίνονται μέτοχοι καί τρόπον τινά κατακτοῦν καί κληρονομοῦν διά τῆς θείας Κοινωνίας καί τῆς συμμορφώσεως πρός αὐτό. Κοινωνοῦντες δηλαδή τό ἄχραντο σῶμα καί τό τίμιο αἷμα, ἀγωνιζόμενοι καί ἀσκοῦντες κάθε ἀρετή, γίνονται «σύμμορφοι» πρός τό ἔνδοξο σῶμα τοῦ Κυρίου κατά τήν διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Ρω 8,29· Φι 3,21).
   Σύμφωνα μέ ἄλλη, νεώτερη ἑρμηνεία, «γῆ» εἶναι τό σῶμα καί ὁ ὅλος ἄνθρωπος, τῶν ὁποίων ὁ πρᾶος εἶναι κύριος καί καλός ἡνίοχος διά τῆς πραότητος. Χαλιναγωγεῖ μέ αὐτήν τά πάθη του καί τήν ὀργή του καί μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς κύριος καί κληρονόμος τοῦ ἑαυτοῦ του.
   Μία τέταρτη, ἐπίσης νεώτερη, ἑρμηνεία δέχεται ὅτι «γῆ» εἶναι κάθε ἄνθρωπος, πάνω στόν ὁποῖο ἐπιβάλλεται καί τόν ὁποῖο κατακτᾶ ὁ πρᾶος μέ τήν πραότητά του.
   Ἡ πέμπτη καί ἱστορική ἑρμηνεία ἐπικρατεῖ καί ἐπιδοκιμάζεται περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη στήν Ἐκκλησία καί κατά τήν ἀρχαιότητα καί μεταγενέστερα. Εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου, τήν ὁποία δέχονται καί ἐπιδοκιμάζουν μετά ἀπό αὐτόν ὁ Θεοφύλακτος, ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός καί τέσσερις ἄλλοι ἀνώνυμοι ἀρχαῖοι ἑρμηνευτές. Κατά τήν ἑρμηνεία αὐτή τό χωρίο εἶναι ἁπλό. Ἡ «γῆ» δέν εἶναι καμία νοερή γῆ, ἀλλά αὐτή ἡ γῆ πού κατοικοῦμε τώρα. Ὁ μακαρισμός τῶν πράων ἀποδίδει ἐπιγραμματικά τό νόημα τοῦ 36 ψαλμοῦ. Στόν ψαλμό αὐτό, καί ἰδιαίτερα στούς στίχους 3, 9, 11, 20, 22, 28, 29, 34, 37, 38, ὁ Δαβίδ ψάλλει διδάσκοντας ὅτι οἱ μέν φαῦλοι καί ἄδικοι καί ἀσεβεῖς, παρ' ὅλες τίς προσπάθειές τους νά ἐπικρατήσουν καί νά ποδοπατήσουν τούς δικαίους καί νά ἁρπάσουν γιά τούς ἑαυτούς τους, εἰ δυνατόν, ὅλα τά ἀγαθά τῆς γῆς, ἀφανίζονται «ὡσεί καπνός» καί «τό σπέρμα αὐτῶν ἐξολοθρευθήσεται», οἱ δέ «πραεῖς», «οἱ ποιοῦντες χρηστότητα», «οἱ ὑπομένοντες τόν Κύριον», δηλαδή τούς πειρασμούς πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, «οἱ εἰρηνικοί», «οἱ εὐλογοῦντες τόν Κύριον», αὐτοί «κληρονομήσουσι γῆν». Ὁ Δαβίδ ἐννοεῖ τήν γῆ τήν παροῦσα, τά ἀγαθά αὐτῆς, τήν μακροζωία, καί κατ' ἐπέκτασιν τήν ἐπικράτηση καί προκοπή τῶν ἀπογόνων τοῦ πράου.
   Τό ἴδιο νόημα δίδει καί ὁ Κύριος στόν μακαρισμό αὐτό. Ὑποδεικνύει αἰσθητό ἔπαθλο. Ἡ Καινή Διαθήκη δέν ἀποκλείει τά αἰσθητά ἔπαθλα τῶν ἀρετῶν οὔτε τίς αἰσθητές ποινές τῶν κακιῶν. Ὁ Κύριος στήν ἴδια ὁμιλία του θεωρεῖ ὡς ἔνοχο ἐνώπιον τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου αὐτόν πού θά ἀποκαλέσει τόν ἀδελφό του «ρακά». Αὐτό εἶναι μία τιμωρία στήν παροῦσα ζωή. Στήν Κυριακή προσευχή μᾶς διδάσκει νά ζητᾶμε καί ὑλικά ἀγαθά, ὅπως εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος. Ὁ Παῦλος ὡς ἔπαθλο τοῦ παρθενικοῦ βίου, ἐκτός ἀπό τά πνευματικά ἔπαθλα στήν μέλλουσα ζωή, ὑποδεικνύει καί γιά τήν παροῦσα ζωή τήν ἀμεριμνησία (Α΄Κο 7,26. 28. 32). Καί πάλι ὁ Κύριος λέγει γι' αὐτούς πού ἀπαρνοῦνται τόν ἑαυτόν τους ὅτι «οὐδείς ἐστιν ὅς ἀφῆκεν οἰκίαν ἤ ἀδελφούς ἤ ἀδελφάς ἤ πατέρα ἤ μητέρα ἤ γυναῖκα ἤ τέκνα ἤ ἀγρούς ἕνεκεν ἐμοῦ..., ἐάν μή λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ... καί ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωήν αἰώνιον» (Μρ 10,29-30). Ἡ χαρά δηλαδή καί ἡ εὐτυχία τήν ὁποία θά αἰσθανθεῖ αὐτός πού θά ἀπαρνηθεῖ ὅλα αὐτά, πού θεωροῦνται ὅτι φέρνουν χαρά, θά εἶναι μεγάλη καί στήν παροῦσα ζωή.
   Ἀλλά μή νομίσει κανείς ὅτι οἱ ὑλικές ἀμοιβές ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου εἶναι σκοπός τῆς χριστιανικῆς ἁγιότητος. Σέ καμιά περίπτωση. Στούς περισσότερους ἄλλωστε μακαρισμούς μακαρίζονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται καί ὑποφέρουν στόν παρόντα κόσμο γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν. Τό βαθύτερο νόημα τοῦ παρόντος μακαρισμοῦ, στόν ὁποῖο δέν ἀποκλείεται ἡ ὑλική ἀμοιβή, εἶναι ἄλλο. Κατ' ἀρχήν ὁ Κύριος θέλει νά πεῖ· Μήν νομίσετε ὅτι οἱ ἅρπαγες, οἱ ἄδικοι, οἱ κυλιόμενοι στίς ἀπολαύσεις τῆς παρούσης ζωῆς, ἀπολαμβάνουν αὐτά πού φαίνονται ὅτι ἀπολαμβάνουν καί στά ὁποῖα ρίπτονται ὡς κόρακες πειναλέοι. Ὄχι. Αὐτοί ἀπολαμβάνουν πολύ λιγώτερο τά ἀγαθά τῆς γῆς καί τήν ἐδῶ χαρά παρά οἱ δίκαιοι πού τά στεροῦνται. Ὁ ἁμαρτωλός δέν ἀποκομίζει χαρά ἀπό τήν ἁμαρτία του, καί ὁ ἄδικος δέν ἀποκομίζει ἱκανοποίηση ἀπό τήν ἀδικία του, καί ὁ ἅρπαγας δέν βρίσκει ἀπόλαυση στήν ἁρπαγή του. Πολύ περισσότερο αἰσθάνεται χαρά καί ἱκανοποίηση καί ἀθώα ὑλική ἀπόλαυση ὁ στερούμενος μέσα στήν στέρησή του, ὁ ἀδικούμενος στήν καταδίωξή του, καί ὁ πρᾶος στήν ὑπομονή του.
   Ἄλλο βαθύ νόημα τοῦ μακαρισμοῦ εἶναι ὅτι ἡ παροῦσα ζωή, ὅταν εἶναι ὅπως τήν θέλει ὁ Κύριος, εἶναι τμῆμα τῆς αἰωνίου ζωῆς καί ἔχει ἐξ ἀρχῆς τόσο τίς πνευματικές ὅσο καί τίς ὑλικές ἀπολαύσεις, ἐφ' ὅσον ζοῦμε ἐν σώματι. Μόνο πού οἱ ὑλικές ἀπολαύσεις πρῶτον μέν εἶναι πάντοτε ἁπλές καί ἀθῶες, δεύτερον δέ ὑποχωροῦν ἔναντι τῶν πνευματικῶν, διότι στήν ζωή τήν κατά Χριστόν κυριαρχεῖ τό πνεῦμα. Ὁ πιστός, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δέν εἶναι ἀμέτοχος τῶν ἀναγκαίων καί ἀθώων ὑλικῶν ἀπολαύσεων. Τίς ἀπαρνεῖται ὅμως, ὅταν ἡ διατήρησή τους συνεπάγεται ἄρνηση τῆς πίστεως, ἀπώλεια τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν, συμβιβασμό πρός τήν ἁμαρτωλή ζωή τοῦ κόσμου.
 

Στεργίου Ν. Σάκκου, Ἡ ἔρευνα τῆς Γραφῆς, 17-21