Δέν ἔχω ἕναν ἄνθρωπο...

ALONE CὉ ἄνθρωπος τοῦ 21ου αἰ. στήν Εὐρώπη καί γενικά στή Δύση βιώνει μιά τραγική ἀντινομία: Ἐνῶ ἔχει κατορθώσει νά γεφυρώσει κάθε χάσμα καί νά μεταβάλει τόν πλανήτη μας σ’ ἕνα παγκόσμιο χωριό, εἶναι μόνος. Ἡ μοναξιά, ὄχι ὡς ἀπουσία συ­ν­ανθρώπων ἀλλά ὡς ἀδυναμία νά ἔχεις μέ τόν ἄλλο μιά εἰλικρινῆ σχέση ἐμπιστοσύνης πού νά σέ ἀναπαύει, εἶναι, ὅπως σωστά ἔχει λεχθεῖ, ἡ ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς μας. Βασανίζεται ἡ ἀνθρωπότητα σχεδόν δυό χρόνια τώρα ἀπό τή σαρωτική πανδημία τοῦ νέου κορωνοϊοῦ, ὅμως ἤδη ἐδῶ καί πολλές δεκαετίες στενάζει ἀλάλητα καί ἀδιέξοδα στίς ἐντατικές καί στούς θαλάμους τῆς μοναξιᾶς. Ναί, χτίσαμε πολυ­κατοικίες καί οὐρανοξύστες μέ χιλιάδες ἀνθρώπους συνωστισμένους, ὅμως ἄν ἀφουγκραζόμασταν τή μεγάλη πλειονότητα τῶν ψυχῶν θά διαπιστώναμε ὅτι κατατρύχεται ἀπό τό παράπονο τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδά: «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»-«Δέν ἔχω ἕναν ἄνθρωπο!» (Ἰω 5,7). Καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι ἡ μοναξιά τρύπωσε καί μέσα στήν οἰκογένεια. Προσέβαλε ἀκόμη καί αὐτό τό πρωταρχικό κοινωνικό κύτταρο! Ποῦ εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ κατανόηση μεταξύ τῶν συζύγων; Ποῦ εἶναι ὁ ἐνθουσιασμός τῆς ἀφιέρωσης σ’ αὐτή τή σχέση; Ποῦ ἀνθίζει τό θυσιαστικό φρόνημα; Παντοῦ πλέον συνηθίζεται –γραπτό ἤ προφορικό, ἀδιάφορο– τό... προγαμιαῖο συμβόλαιο! Δηλαδή ἑτοιμάζεις ἕναν γάμο, στόν ὁποῖο εἶναι δεδομένο ὅτι θά εἶσαι μόνος!
Ποῦ ὀφείλεται αὐτή ἡ κατάσταση; Εἶναι πολλοί οἱ λόγοι πού τήν προκάλεσαν καί τή συντηροῦν, μά κυρίως εἶναι ἕνας: Πλέον ὁ ἄνθρωπος δέν λειτουργεῖ ὡς κοινωνικό ὄν ἀλλά ὡς ἄτομο, μιά ἀτόφια μονάδα. Ἄτομο θά πεῖ αὐτό πού δέν τέμνεται, δέν μοιράζεται καί συνεπῶς δέν κοινωνεῖται. Ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ μοίρασμα, δόσιμο. Ὁ σημερινός ὅμως ἄνθρωπος δέν θέλει νά δώσει. Περιχαρακώνει τόν ἑαυτό του καί τά δικά του καί δέν ἀνοίγεται στόν ἄλλον. Κι ἄν ἀνοιχτεῖ, θά τό κάνει ὑπό τήν ἀδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση νά κερδίσει∙ σέ καμιά περίπτωση νά χάσει. Πρόκει­ται βέβαια γιά τά περίφημα «ἀτομικά δικαιώματα», τά ὁποῖα κατ’ ἐξοχήν στόν καιρό μας δίνουν καί παίρνουν. Κι ὅμως, ὄχι πολύ παλιά οἱ ἄνθρωποι –τουλάχιστον στόν τόπο μας– ἔδιναν, κοινωνοῦσαν μεταξύ τους. Ἔβλεπες φέρ’ εἰπεῖν, ἰδίως στά χωριά μας, νά χαιρετᾶ ὁ ἔνας τόν ἄλλον ἐγκάρδια κι ἄς ἦταν μεταξύ τους ἄγνωστοι. Ἡ φιλοξενία ἦταν κανόνας ἀπαράβατος καί τά σπίτια μας ἀνοιχτά σέ ὅλους. Ἡ κοινωνική ἀπόσταση διαλυόταν εὔκολα, στό λεπτό∙ κανείς δέν σέ παρεξηγοῦσε ἄν τόν πλησίαζες μ’ ἐνδιαφέρον, ἀντιθέτως τό περίμενε. Τώρα δυστυχῶς δέν εἶναι ἔτσι.
Τελικά τί φταίει; Πῶς φτάσαμε ὥς ἐδῶ; Καί ἄραγε ὑπάρχουν περιθώρια ν’ ἀλλάξει κάτι; Νομίζω ὅτι τό πρῶτο αἴτιο τῆς ἀντικοινωνικότητάς μας εἶναι ἡ ἀποϊε­ρο­ποίηση τῆς ἀνθρώπινης ὑπόστασης. Δέν μοῦ εἶναι πιά ὁ ἄλλος ἱερός καί γι’ αὐτό σεβαστός καί πολύτιμος. Μοῦ εἶναι μᾶλλον κάτι τό ἀναγκαῖο. Ἡ προϋπόθεση τῆς ἐπιβίωσής μου. Καί ἐπιβίωση σήμερα θά πεῖ κυρίως ἔνστικτα, πληροφορίες καί οἰ­κονομία. Τίποτε περισσότερο πού νά ἀγγίζει τήν καρδιά.
Καί τί ἔκανε ἄλλοτε τόν ἄνθρωπο ἱερό; Ἀναμφισβήτητα ἡ χριστιανική πίστη, μέ τήν ὁποία γαλουχήθηκε ὁ λεγόμενος πολιτισμένος κόσμος. Ὁ Χριστός διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀγαπήσουμε «ὡς σεαυτόν» (Μθ 19,19). Ἀκόμη περισσότερο: Ἀνεβάζει τόν ἄνθρωπο ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο ψηλά ὥστε νά τόν κάνει «θείας κοινωνὸν φύσεως» (Β΄ Πέ 1,4)! Ἀσύλληπτα πράγματα! Ἐντελῶς ἀδιανόητα γιά τίς ὑπόλοιπες ἀνθρωπολογίες! Ὁ Χριστός, ὁ αἰώνιος Θεός, ἔγινε μέ τή σάρκωσή του ὁ ἴδιος «ἄλλος», καί μάλιστα σταυρώθηκε γιά τούς ἀνθρώπους! Ἔδωσε ἔτσι στόν καθένα μας ἀξία μοναδική, ἀσύγκριτη. Καθένας ἀπό μᾶς ἀξίζει ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὅσο ἀξίζει τό πάντιμο αἷμα του, ἡ ζωή του!...
Ἐμεῖς ὅμως πού ἀξιωθήκαμε νά μᾶς ἀποκαλυφθεῖ μιά τέτοια ἀλήθεια, τί κάνουμε; Δυστυχῶς ἤδη ἀπό τόν προηγούμενο αἰώνα ἀρχίσαμε νά ἀποδομοῦμε τή χριστιανική μας ταυτότητα. Οἱ χριστιανικές καταβολές τοῦ πολιτισμοῦ μας ἀμφισβη­τοῦνται ἤ καί διαβάλλονται. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὠθεῖται στό περιθώριο καί συκοφα­ντεῖται ἀπό πολλούς σάν μιά σκοτεινή ἤ καί ἐπικίνδυνη φιγούρα τῆς ἱστορίας. Καί γιατί ὅλα αὐτά; Διότι ἀποφασίσαμε ξαφνικά νά ἐπιστρέψουμε στή βαρβαρότητα, ἐκεῖ πού οἱ ὁρμές κάθε εἴδους ἦταν ἐλεύθερες, δέν ὑπῆρχε ἡ ἔννοια τῆς ἠθικῆς εὐθύνης γιά τόν ἄλλο καί ὁ ἄνθρωπος λογιζόταν ἁπλῶς σάν ἕνα ζῶο προορισμένο «νά τρώει καί νά κοπρίζει» (Β΄ Πέ 2,12). Ἔτσι ὁ συνάνθρωπος ἔγινε ἀπό συνοδοιπόρος καί συναγωνιστής, ἀντίπαλος στή ζούγκλα πού φτιάξαμε γύρω μας. Πῶς νά τόν πλησιάσεις καί πῶς νά σέ πλησιάσει; Κάποτε οἱ σχέσεις μεταξύ μας σφραγίζο­νταν μέ τή συνείδηση τοῦ Θεοῦ καί εἶχαν τουλάχιστον κάτι τό στέρεο. Σήμερα τί μπορεῖ νά στηριχτεῖ καί πῶς;
«Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἐλπίδα;», θά ρωτήσει κανείς. Ἀσφαλῶς καί ὑπάρχει! Σέ πεῖσμα ὅλων τῶν δαιμόνων καί τῶν ὀργάνων τους δέν πέθανε ὁ Θεός! Ἀρκεῖ νά ἐπιστρέψουμε σ’ Αὐτόν, νά τόν ἐμπιστευτοῦμε καί νά ἀναθεωρήσουμε ἀρχές καί ἀξίες. Μποροῦμε! Τίποτε δέν χάθηκε ἀκόμη! Θά τό κάνουμε ὅμως; Θά τολμήσουμε νά ἀρνηθοῦμε τά «ξυλοκέρατα», στά ὁποῖα ἐθιστήκαμε; Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται. Ἀπό τήν ἐλεύθερη βούλησή μας. Μένει νά τό ἀποφασίσουμε τίμια καί τότε εἶναι βέβαιο ὅτι ὁ Κύριος θά εὐλογήσει.

Εὐάγγελος Δάκας