Ὁδοιπορώντας μέσα στό καταμεσήμερο, γιά νά ἀντλήσει νερό ἀπό τό πηγάδι, δέν εἶχε συνειδητοποιήσει τή βαθειά δίψα τῆς ψυχῆς της. Τή δίψα πού ἔκαιγε τήν ὕπαρξή της γιά κεῖνο τό νερό πού ξεδιψᾶ τόν πόθο γιά ἀγάπη, γιά χαρά καί λευτεριά. Γιά κεῖνο τό νερό πού οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες μέσα στούς μύθους καί τούς θρύλους τους τό ὀνόμασαν ἀθάνατο.
Ἐκείνη τή μέρα, γύρω στό 32 μ.Χ. στίς δώδεκα τό μεσημέρι, κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τῆς Παλαιστίνης ἡ γυναίκα τῆς Σαμάρειας ἔζησε τήν πιό συγκλονιστική ἐμπειρία: τή συνάντηση μ᾿ Ἐκεῖνον πού δροσίζει τήν ὕπαρξη, ξεδιψᾶ τήν καρδιά· μ᾿ Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ ἴδιος τό «ὕδωρ τό ζῶν».
Ὁ Ἰησοῦς κατάκοπος ἀπό τήν ὁδοιπορία -τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως καί τέλειος Θεός- καθόταν ἁπλά πάνω στό πηγάδι, πού σύμφωνα μέ τήν παράδοση βρισκόταν ἐκεῖ ἀπό τά χρόνια τοῦ Ἰακώβ καί σώζεται μέχρι σήμερα. Εἶχε στήσει καρτέρι ἀγάπης, ἀναζητοῦσε καί πάλι τό ἀπολωλός.
Ἡ γυναίκα πού ἔφθασε κοντά του ἔφερε ὑποτιμητική γιά τούς Ἰουδαίους καταγωγή· ἦταν Σαμαρείτιδα καί κουβαλοῦσε ἕνα σκοτεινό ἄσχημο παρελθόν: εἶχε πέντε ἄνδρες. Κι ὅμως ἔκρυβε μέσα της θησαυρό! Μέσα ἀπό ἕναν θαυμαστό διάλογο ὁ Ἰησοῦς τήν ὁδηγεῖ σκαλί τό σκαλί στήν ἀποκάλυψη τῆς πίστης. Μακριά ἀπό συναγωγές τῶν φαρισαίων καί τῶν νομικῶν, ὁ Ἰησοῦς σέ μιά βαθειά προσωπική συνάντηση καί ἐπικοινωνία ἀποκαλύπτει σέ τούτη τήν ψυχή τίς οὐράνιες ἀλήθειες: ὁ Θεός εἶναι Πατέρας, ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα, ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας.
Μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ ἐξαγνίζεται ἡ βρώμικη καρδιά τῆς Σαμαρείτιδας καί ὁ ἀφελής νοῦς της φωτίζεται. Κι ἔτσι φωτισμένη τήν προβάλλει μπρός μας ἡ Ἐκκλησία καί τήν τιμᾶ στίς 26 Φεβρουαρίου μέ τό ὄνομα Φωτεινή.
Μέ τό νερό πού τήν ξεδίψασε ὁ Χριστός ἔβαλε μέσα της μιά ἀσίγαστη δίψα νά ξεδιψᾶ διψασμένες ψυχές. Ἱεραπόστολος ἡ Σαμαρείτιδα καταγγέλλει τόν Μεσσία πρῶτα στούς συμπατριῶτες της, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τήν καρδιά καί τό σπίτι τους στόν Χριστό. Μιλᾶ δυνατά καί σέ μᾶς γιά τή συγκατάβαση τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τό ὁλόφωτο μεγαλεῖο του στό βαθύ σκοτάδι τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας καί ἀθλιότητας. Καί μᾶς βεβαιώνει πώς αὐτή ἡ ἀποκάλυψη εἶναι πού κάνει τήν ψυχή χαρούμενη καί φωτεινή.
Αὐτόν τό μήνα, πού ἡ Ἐκκλησία προβάλλει μπροστά μας τή μάνα Παναγία νά προσάγει τό θεῖο Παιδί στό ναό, ἀντικρύζω μέ τά μάτια τῆς πίστης στοιχημένες πίσω της τίς ἅγιες μητέρες κάθε ἐποχῆς.
Ἀνάμεσά τους διακρίνω καί τή σεβαστή Γοργονία. Ἀνῆκε σέ κεῖνες τίς εὐλογημένες οἰκογένειες πού ἑλκύουν πάνω στή γῆ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού ἀποτελοῦν τό ἁλάτι καί δέν σαπίζει ὁ κόσμος. Καρπός προσευχῆς τῶν γονιῶν της -τοῦ εὐγενοῦς Γρηγορίου, ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ, καί τῆς ἐνάρετης Νόννας- ὑπῆρξε τό πρῶτο ἀπό τά τρία παιδιά τούτης τῆς μακάριας οἰκογένειας, ὅλα τά μέλη τῆς ὁποίας κατατάχτηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία στό χορό τῶν ἁγίων της.
Κι ἦταν ἡ οἰκογένεια τό πρῶτο σχολεῖο στό ὁποῖο μαθήτευσε ἡ Γοργονία, μαζί μέ τόν Γρηγόριο καί τόν Καισάριο, καί διδάχτηκε τά γράμματα ἀλλά καί τά μεγάλα μαθήματα γιά μιά πετυχημένη ζωή. Πλάι στήν εὐμοιρία τῆς πατρογονικῆς εὐσέβειας ἔβαλε τήν προσωπική ἄσκηση καί ἔφτιαξε μιά προσωπικότητα μέ πνευματική ρώμη καί ἀγγελική χάρη.
Ἀρχόντισσα στήν καταγωγή καί στήν ἐμφάνιση, στούς τρόπους καί στήν καρδιά ἡ Γοργονία φάνηκε ἄξια κόρη τοῦ ἐπισκόπου, πρωτοστατώντας στά ἔργα ἱεραποστολῆς καί κοινωνικῆς πρόνοιας, ἀλλά καί στάθηκε πιστή σύζυγος καί μητέρα δίπλα στόν Ἀλύπιο. Ἔφθασαν σαρανταδύο χρόνια πάνω στή γῆ, γιά νά διαγράψει ἕναν ὁλόφωτο κύκλο ἁγιασμένης ζωῆς. Τά χέρια της, ἀνατρέφοντας παιδιά κι ἐγγόνια, σιτίζοντας φτωχούς, ἀνακουφίζοντας πονεμένους, κράτησαν τό τόξο τῆς ζωῆς καί σημάδεψαν μέ ἐπιτυχία τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Τά θεόπνευστα ρήματα τῆς ἁγίας Γραφῆς, πού στάθηκαν τά πρῶτα της ψελλίσματα στήν αὐγή τῆς ζωῆς, ἦταν αὐτά πού σφράγισαν τά χείλη της, ὅταν κάποιο δειλινό τοῦ 369 μ.Χ. παρέλαβαν τήν ψυχή της οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ὁ τρόπος πού διένυσε ἀλλά καί τελείωσε τή ζωή της πάνω στή γῆ, ἀποτελεῖ ἀκτινοβόλο παράδειγμα πού τό τιμᾶ καί τό προβάλλει ἡ Ἐκκλησία μας στίς 23 Φεβρουαρίου.
Ἡ εὐαίσθητη καρδιά τοῦ θεολόγου ἀδελφοῦ της ἀφιέρωσε περίφημο ἐπικήδειο λόγο, ὅπου μέ δύναμη ἀναφέρεται στή ζωή της, πού ὑπῆρξε -ὅπως σημειώνει- ζωντανό κήρυγμα. Ἀριθμεῖ τά χαρίσματά της καί συνοψίζει: «Οὐ χρυσός ἐκείνην ἐκόσμησε, οὐκ ἐσθῆτος πολυτέλεια, ἀλλά λαμπρότης ἀρετῶν». Τοῦτο τό πολύτιμο στολίδι τῆς ἀρετῆς, πού κόσμησε τήν ἁγία Γοργονία, τό ἀπαραίτητο σέ κάθε μητέρα, δέν πουλιέται στίς ἀγορές αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Εἶναι δῶρο τοῦ οὐρανοῦ στίς ψυχές πού μοχθοῦν στό ἀγώνισμα τῆς προσευχῆς καί ἀναλώνονται στό βωμό τῆς ἀγάπης.
Ἀπολύτρωσις 56 (2001) 33
Ἔκπληκτοι κοιτοῦν τόν σεβάσμιο λευΐτη οἱ στρατιῶτες. Γι᾿ αὐτόν τόν ἄνθρωπο, λοιπόν, ξεσηκώθηκαν τόσοι ἱππεῖς κι ἔτρεχαν ὁπλισμένοι μέσα στή νύχτα μέ αὐστηρή τήν ἐντολή νά τόν βροῦν καί νά τόν συλλάβουν; Αὐτός τούς περίμενε χαμογελαστός, χαρούμενος. Τούς ἔστρωσε τό τραπέζι. Νά φᾶνε καλά, τούς εἶπε, καί νά στηριχθοῦν, γιατί κουράστηκαν πολύ μέχρι νά τόν ἀνακαλύψουν. Μήπως τά ᾿χε χαμένα ὁ γέροντας; Μήπως λάθεψε καί παρανόησε τό σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ τους; Στά θηρία, στά βασανιστήρια θά τόν πήγαιναν, ὄχι στά ἀνάκτορα! Μά ὁ Πολύκαρπος ἤξερε πώς αὐτός εἶναι ὁ δρόμος γιά τό ἀνάκτορο τοῦ οὐρανοῦ. Πῶς νά μήν καλοδεχτεῖ αὐτούς πού θά τόν ὁδηγοῦσαν στόν βασιλέα του Χριστό;
Τούς παρακάλεσε μόνο νά τοῦ δώσουν τήν ἄδεια, μέχρι αὐτοί νά ξαποστάσουν, ν᾿ ἀποσυρθεῖ γιά τελευταία φορά στό ἀγαπημένο του ἀνώγειο. Ἔμεινε ἐκεῖ δύο ὧρες. Μνημόνευσε, ὅπως μᾶς παραδίδει ἡ ἱστορία, ὅλους ὅσους συνάντησε στήν πορεία τῆς ζωῆς του, μικρούς καί μεγάλους, ἔνδοξους καί ἄσημους...
Οἱ στρατιῶτες, φανερά λυπημένοι γιά τήν ἀποστολή πού εἶχαν ἀναλάβει, ἀνέβασαν τόν Πολύκαρπο πάνω σ᾿ ἕνα γαϊδουράκι καί τόν ἔφεραν στήν πόλη. Ἐκεῖ τόν περίμεναν ὁ εἰρήναρχος Ἡρώδης καί ὁ πατέρας του Νικήτης. Τόν πῆραν στήν ἅμαξά τους, κάθισαν δίπλα του καί προσπαθοῦσαν ἐπίμονα νά τόν πείσουν νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἄκαρπες οἱ προσπάθειές τους.
Ὁ Πολύκαρπος ὁδηγεῖται στό στάδιο. Μέ κραυγές γεμάτες ὀργή τόν ὑποδέχεται τό μανιασμένο πλῆθος:
- Αὐτός εἶναι ὁ διδάσκαλος τῆς Ἀσίας!
- Εἶναι ὁ πατέρας τῶν χριστιανῶν!
- Ὁ καθαιρέτης τῶν θεῶν μας!
- Αὐτός διδάσκει τά πλήθη νά μή θυσιάζουν καί νά μήν προσκυνοῦν τούς θεούς μας!
«Ἴσχυε, Πολύκαρπε, καί ἀνδρίζου· μετά σοῦ γάρ εἰμί», ἀντήχησε ἀπό τόν οὐρανό μία ἀλλιώτικη φωνή, πού τήν ἄκουσαν μόνον οἱ χριστιανοί.
Ὁ Πολύκαρπος τώρα στέκεται μπροστά στόν ἀνθύπατο.
- Λυπήσου, γέροντα, τήν ἡλικία σου. Ὁρκίσου στήν τύχη τοῦ Καίσαρος. Πές «ἔξω οἱ ἄθεοι!».
- Ἔξω οἱ ἄθεοι! εἶπε ὁ Πολύκαρπος ἀναστενάζοντας καί ὑψώνοντας τό βλέμμα του πρός τόν οὐρανό, ἀφοῦ πρῶτα ἔδειξε μέ τό χέρι του τό πλῆθος τῶν εἰδωλολατρῶν πού εἶχε ἀπέναντί του.
- Νά καταρασθεῖς ἀμέσως τόν Χριστό! φώναξε ὀργισμένος ὁ ἀνθύπατος.
- Ὀγδονταέξι χρόνια Τόν ὑπηρετῶ καί σέ τίποτε δέν μέ ἀδίκησε. Πῶς, λοιπόν, μπορῶ νά βλασφημήσω τόν βασιλέα καί σωτήρα μου;
- Ἄν δέν μετανοήσεις, θά σέ ρίξω στά θηρία!
- Κάλεσέ τα! Μετάνοια γιά μᾶς σημαίνει ἀπομάκρυνση ἀπό τό κακό καί στροφή πρός τή δικαιοσύνη. Εἶναι ἀδιανόητο νά μετανιώνει κανείς, γιά νά ξεπέσει ἀπ’ ὅ,τι καλύτερο σέ ὅ,τι χειρότερο.
- Ἄν περιφρονεῖς, γέροντα, τά θηρία, θά διατάξω νά σέ καταφάει ἡ φωτιά.
- Μέ ἀπειλεῖς μέ τή φωτιά πού καίει γιά λίγο κι ὕστερα σβήνει. Ἀγνοεῖς ὅμως τό πῦρ τῆς αἰωνίου κολάσεως, πού ἐπιφυλάσσεται γιά τούς ἀσεβεῖς.
Σάστισε ὁ ἀνθύπατος μέ τό θάρρος τοῦ γέροντα, μέ τήν ἱλαρότητα τοῦ προσώπου του. Ὁ ὄχλος ὅμως ἔμενε ἀσυγκίνητος. Σύσσωμο σχεδόν τό στάδιο κραύγασε: «Νά καεῖ ζωντανός ὁ Πολύκαρπος!».
Ἑτοιμάστηκε ἡ φωτιά μέ καταπληκτική ταχύτητα. Ἑτοιμάστηκε καί ὁ «εὐγενής κριός», διαλεγμένος ἀπό τό μεγάλο ποίμνιο τῆς ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης, ὁλοκαύτωμα εὐπρόσδεκτο στόν Θεό.
Ἡ φωτιά ὅμως σεβάστηκε τόν πολιό γέροντα. Σχημάτισε καμάρα γύρω ἀπό τό ἅγιο σῶμα του καί δέν τολμοῦσε νά τό πειράξει. Μόνο εὐώδιασε ὁ τόπος, σάν νά καιγόταν στό λιβανωτό τό πιό ἐκλεκτό θυμίαμα.
Οἱ δήμιοι δέν ἄντεχαν ἄλλο τήν προσβολή καί τήν ἥττα τους. Μέ διαταγή τοῦ ἀνθυπάτου βυθίστηκε στό ἀνέγγιχτο ἀπό τή φωτιά σῶμα τό φονικό ξίφος. Ὁ ἅγιος διδάσκαλος καί ἐπίσκοπος Σμύρνης παρέδωσε γαλήνιος τό πνεῦμα του στόν βασιλέα του Χριστό.
Β. Ἀντωνίου
Πηγές:
1. Εὐσεβίου Καισαρείας, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 4,15· ΕΠΕ 2,43-61.
2. Τά μαρτύρια τῶν χριστιανῶν, ΕΠΕ 102-129.
"Ὥσπερ κριός ἐπίσημος"
Ὅταν ὁ Πολύκαρπος ἔμπαινε στό στάδιο, ἀκούσθηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό· «Ἴσχυε, Πολύκαρπε, καί ἀνδρίζου». Κανείς δέν εἶδε ἐκεῖνον πού μίλησε, ἀλλά τή φωνή τήν ἄκουσαν ὅσοι ἀπό τούς δικούς μας ἦταν ἐκεῖ... Ὅταν τόν ἔφεραν μπροστά στόν ἀνθύπατο, ἐκεῖνος τόν ρωτοῦσε ἄν αὐτός εἶναι ὁ Πολύκαρπος. Κι ὅταν τό ὁμολόγησε, προσπαθοῦσε νά τόν πείσει νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του, λέγοντας: «Σεβάσου τήν ἡλικία σου», κι ἄλλα παρόμοια, πού συνηθίζουν αὐτοί νά λένε. «Ὁρκίσου στήν τύχη τοῦ καίσαρα, ἄλλαξε μυαλά, πές νά χαθοῦν οἱ ἄθεοι».
Ὁ Πολύκαρπος τότε μέ σοβαρό πρόσωπο κύτταξε σέ ὅλο τόν ὄχλο τῶν ἀνόμων εἰδωλολατρῶν πού ἦταν στό στάδιο καί κινώντας πρός αὐτούς τό χέρι ἀναστέναξε, στράφηκε στόν οὐρανό καί εἶπε:
- Νά λείψουν οἱ ἄθεοι.
Καί καθώς ὁ ἀνθύπατος ἐπέμενε καί τοῦ ἔλεγε «Ὁρκίσου καί σέ ἐλευθερώνω. Βλαστήμησε τό Χριστό», ἀπάντησε ὁ Πολύκαρπος:
- Ὀγδονταέξι χρόνια τόν δουλεύω καί σέ τίποτα δέν μέ ἀδίκησε καί πῶς μπορῶ νά βλαστημήσω τόν βασιλιά μου πού μ’ ἔσωσε;
Ἀλλά ἐπειδή αὐτός πάλι ἐπέμενε καί ἔλεγε «Ὁρκίσου στήν τύχη τοῦ καίσαρα», ἀποκρίθηκε ὁ Πολύκαρπος:
- Ἄν ἔχεις τήν κενοδοξία νά ὁρκιστῶ στήν τύχη τοῦ καίσαρα, ὅπως μοῦ λές, καί κάνεις πώς δέν μέ ξέρεις ποιός εἶμαι, ἄκουσέ το χωρίς φόβο. Εἶμαι χριστιανός. Κι ἄν θέλεις νά μάθεις τή διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ, δός μου καιρό καί ἄκουσε...
Ὁ ἀνθύπατος εἶπε:
- Ἔχω θηρία, σ’ αὐτά θά σέ ρίξω ἄν δέν μετανοήσεις.
Κι αὐτός εἶπε:
- Κάλεσέ τα. Δέν ἐπιτρέπεται σέ μᾶς νά ἀλλάζουμε γνώμη ἀπό τά καλύτερα στά χειρότερα. Καλό εἶναι ν’ ἀλλάζουμε ἀπό τά ἄσχημα στά δίκαια.
Ἐκεῖνος τοῦ ξαναεῖπε:
- Ἄν περιφρονεῖς τά θηρία, θά σέ κάνω νά λειώσεις στή φωτιά, ἄν δέν ἀλλάξεις γνώμη.
Κι ὁ Πολύκαρπος ἀπάντησε:
- Μέ ἀπειλεῖς μέ τή φωτιά, πού γιά λίγο καίει καί μετά ἀπό λίγο σβήνει, γιατί ἀγνοεῖς τή φωτιά πού φυλάγεται γιά τούς ἀσεβεῖς στή μέλλουσα κρίση καί τήν αἰώνια κόλαση. Ἀλλά τί ἀργεῖς; Κάνε ὅ,τι θέλεις.
Αὐτά καί ἄλλα περισσότερα λέγοντας, γέμισε θάρρος καί χαρά καί τό πρόσωπό του ἦταν γεμάτο χάρη, ὥστε ὄχι μόνον δέν συνοφρυώθηκε ταραγμένος ἀπό ὅσα τοῦ ἔλεγαν, ἀλλά ἀντίθετα σάστισε ὁ ἀνθύπατος καί ἔστειλε τόν κήρυκά του στό κέντρο τοῦ σταδίου, γιά νά φωνάξει τρεῖς φορές. «Ὁ Πολύκαρπος ὁμολόγησε ὅτι εἶναι χριστιανός». Μόλις τό εἶπε αὐτό ὁ κήρυκας, ὅλο τό πλῆθος τῶν εἰδωλολατρῶν καί τῶν Ἰουδαίων, πού κατοικοῦσαν στή Σμύρνη, μέ ἀσυγκράτητο θυμό καί μέ δυνατή φωνή, φώναξε: «Αὐτός εἶναι ὁ δάσκαλος τῆς Ἀσίας, ὁ Πατέρας τῶν χριστιανῶν, ὁ χαλαστής τῶν θεῶν μας, αὐτός πού πολλούς δασκάλευε νά μή θυσιάζουν οὔτε νά προσκυνοῦν». Καί λέγοντας αὐτά φώναζαν καί ζητοῦσαν ἀπό τόν ἀσιάρχη Φίλιππο νά ἐξαπολύσει λιοντάρι ἐναντίον τοῦ Πολυκάρπου. Ἀλλά ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι δέν ἔχει τό δικαίωμα, γιατί εἶχαν πλέον συμπληρωθεῖ οἱ θηριομαχίες. Τότε ὅλοι μαζί φώναζαν νά κάψουν ζωντανό τόν Πολύκαρπο...
Αὐτός ἔφερε πίσω τά χέρια του καί δέθηκε σάν κριάρι ἀπό μεγάλο κοπάδι, γιά νά προσφερθεῖ ὁλοκαύτωμα εὐάρεστο στό Θεό, στράφηκε πρός τόν οὐρανό καί εἶπε: «Κύριε ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ..., σέ δοξάζω πού μέ ἀξίωσες αὐτή τήν ὥρα νά συγκαταλεγῶ ἀνάμεσα στούς μάρτυρες...».
Ἀλλά ἡ φωτιά κάνοντας ἕνα εἶδος καμάρας... περιτείχισε κυκλικά τό σῶμα τοῦ μάρτυρος... Ὅταν εἶδαν λοιπόν οἱ ἄνομοι ὅτι δέν μπορεῖ τό σῶμα του νά λειώσει ἀπό τή φωτιά, διέταξαν ἕνα δήμιο νά τόν πλησιάσει καί νά τοῦ βυθίσει τό ξῖφος.
Μετάφρασι Ο.
Ἀπολύτρωσις 38 (1983) 21
Διαβολική μετάνοια
Εἶναι παλιά δουλειά τοῦ διαβόλου νά ἐμποδίζει τούς ἀνθρώπους ἀπό τή μετάνοια. Νά παρουσιάζει δύσκολη καί ἀκατόρθωτη τήν ὑπακοή στή σωτήρια πρόσκληση "μετανοεῖτε!", πού ἀπευθύνει ὁ Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία.
Μά δέν ἀρκεῖται ὁ πονηρός μόνο στά πλήθη τῶν ἀμετανοήτων, τούς ὁποίους καταδυναστεύει ἀνενόχλητος. Στηλώνει βλοσυρό τό βλέμμα του καί σ᾿ ἐκείνους τούς λίγους, πού τόν περιφρόνησαν κι ἐντάχθηκαν ἑκούσια στό "μικρόν ποίμνιον" τοῦ Χριστοῦ. Ἐπιδιώκει νά τούς κάνει κι αὐτούς νά... μετανοήσουν, διότι μετανόησαν. Νά ὑποτροπιάσει μέσα τους ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀμετανοησία, ὥστε νά μπορεῖ νά στρογγυλοκαθίσει καί πάλι αὐτός βασιλιάς, γιά νά καταστήσει τά «ἔσχατα» τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων «χείρονα τῶν πρώτων» (Μθ 12,43-45).
Εἶναι μάλιστα τόση ἡ ἐπιμονή καί τό θράσος τοῦ σατανᾶ, ὥστε ἐπιτίθεται ἀκόμη καί σ᾿ αὐτούς τούς κήρυκες τῆς μετανοίας, πού τόν ἔχουν πληγώσει καίρια καί τόν ἔχουν ἀπογυμνώσει ἀπό πολλούς ὀπαδούς. Παράδειγμα χαρακτηριστικό ἡ μανιώδης ἐπίθεσή του ἐναντίον τοῦ γηραιοῦ ἐπισκόπου Σμύρνης, τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου, τόν ὁποῖο τιμᾶ στίς 23 Φεβρουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας.
- Ἔχω θηρία. Σ᾿ αὐτά θά σέ ρίξω, ἄν δέν μετανοήσεις! Ἀπειλεῖ ἐξοργισμένος ὁ ἀνθύπατος καί προσπαθεῖ νά ἀναγκάσει τό δοῦλο τοῦ Θεοῦ νά μετανοήσει γιά τήν πίστη του καί νά προσκυνήσει τά εἴδωλα.
- Κάλεσέ τα! Δέν μποροῦμε νά μετανοοῦμε καί ν᾿ ἀφήνουμε τά καλύτερα γιά νά πέσουμε στά χειρότερα, ἀποκρίνεται ἀτάραχος ὁ ἅγιος.
- Μετανόησε, γέροντα! Ἀρνήσου τόν Χριστό, ἐπιμένει ὁ ἄρχοντας.
- Ὀγδόντα ἕξ χρόνια τόν ὑπηρετῶ καί σέ τίποτε δέν μέ ἔβλαψε. Πῶς μπορῶ, λοιπόν, νά ὑβρίσω τόν Βασιλέα καί Σωτήρα μου;
Αὐτή εἶναι ἡ συλλογιστική τοῦ Πολυκάρπου, πού κατακαίει τό διάβολο. Συντρίβει ὁλοκληρωτικά κάθε σατανική προσπάθεια τό ἐπιχείρημα τοῦ ἱερομάρτυρα. Θέλγητρα καί φόβητρα ἐξουδετερώνονται ἀπό τήν ἐμπειρία του. Καί γίνεται ἡ ἡρωϊκή στάση του εὐχή καί εὐλογία γιά τούς χριστιανούς τῆς κάθε ἐποχῆς, ἀλλά καί πρότυπο τεχνικῆς γιά τόν πνευματικό τους ἀγώνα.
Δέν εἶναι θεωρητική γνώση ἡ χριστιανική πίστη. Εἶναι βίωμα καί ἐμπειρία. Ὁ ἄνθρωπος πού ἔζησε τήν προσφορά τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ἔνιωσε καί τήν γεύθηκε μέ τῆς ψυχῆς του τίς αἰσθήσεις, δέν ἀλλάζει μέ τίποτε αὐτή τή γεύση καί τήν ἐμπειρία. Τήν ἀπολαμβάνει ὡς τήν πιό χειροπιαστή ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν προβάλλει ὡς τό πιό δυναμικό ὅπλο του. Μ᾿ αὐτήν βιώνει καί ἐπιβεβαιώνει τήν ἀσύγκριτη ὑπεροχή τοῦ Χριστοῦ καί φιμώνει τό ἀδιάντροπο στόμα τοῦ διαβόλου.
Στέργιος Ν. Σάκκος
Ἀπολύτρωσις 52 (1997) 27
Δέν ὑπάρχει ἡρωικότερη στάση ἀπό τό νά κρατᾶς ἄσβεστο τό φῶς μές στό πυκνό σκοτάδι πού σέ τυλίγει, νά μπορεῖς νά στέκεις ὄρθιος ὅταν ὅλα γύρω σου εἶναι πεσμένα, ὅλοι προσκυνημένοι. Αὐτή τήν ἡρωική στάση θαύμασε ἡ ἱστορία στό πρόσωπο τῆς ἁγίας Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, πού ἐπίκαιρα προβάλλει τό μήνα αὐτό ἡ Ἐκκλησία (19/2).
Ἐνταγμένη στήν χορεία τῶν νεομαρτύρων ἡ σεμνή καί ταπεινή ἀρχόντισσα τῆς Ἀθήνας συναπαρτίζει καί αὐτή τό ἐξαιρετικό θαῦμα πού ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Νέον Μαρτυρολόγιον: «Ἕνα θαῦμα παρόμοιον ὡσάν νά βλέπῃ τινάς μέσα εἰς τήν καρδίαν τοῦ χειμῶνος ἐαρινά ἄνθη καί τριαντάφυλλα· μέσα εἰς τήν βαθυτάτην νύκτα, ἡμέραν καί ἥλιον· μέσα εἰς τό ψηλαφητόν σκότος φῶτα λαμπρότατα· ἐν τῷ καιρῷ τῆς αἰχμαλωσίας νά βλέπῃ ἐλευθερίαν· καί ἐν τῷ καιρῷ τῆς τωρινῆς ἀσθενείας, ὑπερφυσικήν δύναμιν». Ὅλα αὐτά, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος συγγραφέας, γίνονται μέ τήν θεία δύναμη, ἡ ὁποία «ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κο 12,9).
Θαυμάζει, πράγματι, κανείς τήν δύναμη πού κρυβόταν στό λιπόσαρκο καί ντελικάτο σῶμα τῆς νεαρῆς ἀρχοντοπούλας Ρηγούλας Μπενιζέλου. Αὐτή ἡ δύναμη ἐνίσχυσε τήν εὐγενική κόρη, τήν γαλουχημένη μέ τά νάματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, νά σηκώσει καρτερικά μετά ἀπό τόν σταυρό τῆς ὀρφάνιας καί ἐκεῖνον τῆς χηρείας. Αὐτή τήν ἐνέπνευσε νά διαθέσει τήν μεγάλη περιουσία της, νά γίνει ἑκούσια πτωχή, γιά τήν ἀνακούφιση τῶν πτωχῶν. Ἐπένδυσε στήν τράπεζα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού ἐγγυᾶται κέρδη ἄφθαρτα καί αἰώνια, τήν ἔνδοξη κληρονομιά τοῦ οὐρανοῦ.
Ζωσμένη τό λέντιο τῆς διακονίας ἡ μοναχή πλέον Φιλοθέη δαπανᾶ ὄχι μόνο ὅλα τά δικά της ἀλλά καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό της. Αὐτή πού ἑκούσια ἀπαρνήθηκε τά πλούτη της, θυσιάζει καί τήν προσωπική της ἄνεση γιά νά συντρέξει τούς πτωχούς καί καταφρονημένους, τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ δύσκολες κοινωνικές συνθῆκες, ἡ τουρκική σκλαβιά πού τά ’σκιαζε ὅλα καί πάγωνε ὅλους μέ τόν φόβο, δέν τήν πτόησαν. Ἀψηφώντας κάθε κίνδυνο ξεκίνησε τήν πιό ἡρωική ἐπανάσταση: τήν ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων ἀπό τήν τυραννία τῆς ἀμάθειας, τῆς ἄγνοιας, τῆς πλάνης. Πνεύμονας πνευματικῆς ζωῆς τό μοναστήρι της ἔγινε φάρος πολιτισμοῦ καί ἀγάπης στά σκοτεινά ἐκεῖνα χρόνια. Κοντά της οἱ πεινασμένοι ἔβρισκαν τροφή, οἱ ἀδικημένοι προστασία, οἱ κακουχημένοι στοργή, οἱ ἐγκαταλελειμμένοι γέροντες θαλπωρή. Τά ὀρφανά Ἑλληνόπουλα μάθαιναν γράμματα καί οἱ ταλαιπωρημένες Ἑλληνοποῦλες προστατεύονταν ἀπό τόν ἐξισλαμισμό, διδάσκονταν ὑφαντική καί νοικοκυριό, μυ-οῦνταν στήν πνευματική ζωή. Πόσα χρωστᾶ ὁ τόπος μας στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία του! Ἀλλά καί πόσο μεγάλα καί θαυμαστά ἐπιτελεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ σ᾿ ἐκεῖνον πού τῆς παραδίδεται μέ πίστη καί ἀνιδιοτέλεια!
Στέργιος Ν. Σάκκος
Ἀπολύτρωσις 64 (2009) 35
19 Φεβρουαρίου. ῾Η Μητρόπολη τῶν ᾿Αθηνῶν ὑψώνεται ἐπιβλητική, φωτεινή, σημαιοστολισμένη. Κόσμος συρρέει γιά τόν ἑσπερινό τῆς γιορτῆς. ῾Ο ναός αὐτός φιλοξενεῖ αἰῶνες τώρα τό σκήνωμα τῆς ἁγίας Φιλοθέης, φυλαχτό ἱερό τῆς ἀττικῆς γῆς. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ἕνας ἀπόγονος τῆς ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῶν Μπενιζέλων, ἀπ᾿ ὅπου καταγόταν ἡ ἁγία, ἀνοίγει τή λάρνακα γιά τό προσκύνημα τοῦ λαοῦ. Πάνδημη ἡ ἀκολουθία, πανηγυρική.
῾Η μορφή τῆς ἁγίας προβάλλει ὁλόφωτη. 16ος αἰώνας. Χρόνια σκληρά, μαῦρα. ῾Ο σουλτάνος συνεχίζει τήν τακτική τῶν προκατόχων του· θέλει νά ἐξισλαμίσει ὅλους τούς κατοίκους τῆς αὐτοκρατορίας. Ποῦ τρέχουν οἱ ῞Ελληνες νά βροῦνε καταφύγιο; Ποῦ ἀποσταμένη ἡ ἐλπίδα τους ἀναθάλλει; Ποῦ τά κορίτσια τῆς ᾿Αττικῆς μαθαίνουν τέχνες καί γράμματα; Μιά πλούσια κόρη ἔχει ἀνοίξει τούς θησαυρούς τοῦ ἀρχοντικοῦ της σπιτιοῦ -περιουσία τρανή- καί τούς θησαυρούς τῆς καρδιᾶς της -ἀγάπη περίσσια.
Ναί, εἶναι ἡ ἐποχή ὅπου ἡ λήθη ἄρχισε νά ξεθωριάζει τή μνήμη τῆς ἱστορίας, νά ἀμαυρώνει τήν καθαρότητα τῆς πίστεως. «῞Ολα τά ᾿σκιαζε ἡ φοβέρα». Μά ἀπό τότε πού σέ τούτη τήν πανώρια γῆ, κάτω ἀπό τόν ὀνομαστό γαλανό οὐρανό της, ἀντήχησε τό κήρυγμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καί πίστεψε μιά Λυδία, μιά Φοίβη, μιά Δάμαρις, ἀπό τότε ἡ ῾Ελλάδα ἔχει καρδιές οἱ ὁποῖες μέ τόλμη κρατοῦν τή φλόγα ἀναμμένη. Γυναῖκες πού μέ τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ γίνονται ἀνδρεῖες, «φῶς τῆ γῆς καί ἁλάτι».
Νοσοκομεῖα, ἄσυλα, ἐργαστήρια, σχολεῖα στήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου, «τοῦ ἐλαχίστου ἀδελφοῦ τοῦ Χριστοῦ». ῾Η Ρηγούλα Μπενιζέλου ντυμένη τό τιμημένο ράσο, μέ τό ὄνομα Φιλοθέη γίνεται ἡ μάνα τῆς ᾿Αθήνας, «λαμπάς καιομένη καί φαίνουσα». Τῶν ᾿Αθηναίων ἡ πόλις ἡ περιώνυμος τήν βλέπει ἀκούραστη νά περιθάλπει, νά ἐνισχύει, νά διδάσκει. Κι ὁ οὐρανός τήν βλέπει νά γονατίζει, νά ἀγρυπνεῖ, νά δέεται. Τούς ἅγιους καρπούς τῆς ἐξωτερικῆς της δραστηριότητας πού συνδυάζεται μέ τήν ἐσωτερική πνευματικότητα τούς δρέπουν πλούσια οἱ σκλαβωμένοι ραγιάδες.
Στά 1550 στή σκλαβωμένη ῾Ελλάδα μιά γυναίκα κηρύττει ἐπανάσταση ἀγάπης. Ξεπερνᾶ τίς φυλετικές διακρίσεις, ἀντιστέκεται στίς κοινωνικές προκαταλήψεις καί πρωτοπορεῖ στήν παγκόσμια ἱστορία τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας μέ τό ὀργανωμένο καί πολύπλευρο ἔργο της.
῾Η Φιλοθέη μιμήθηκε τόν Κύριο πού διῆλθε «εὐεργετῶν καί ἰώμενος». Τά ἀσκητικά της χέρια γίνονται ὄργανο στά χέρια τοῦ Θεοῦ. ᾿Αγκαλιάζουν μέ στοργή τόν ἄρρωστο, τό φτωχό, τή νέα κοπέλα, τά μικρά παιδιά, τούς γέροντες, σκουπίζουν τά δάκρυα τῶν πονεμένων, λαφρώνουν τῶν «πεφορτισμένων» τό βάρος. Καλλιεργεῖ ἡ ῾Αγία τό σπόρο τῆς πίστεως, φτερώνει τῆς λευτεριᾶς τόν πόθο, ξερριζώνει τό ἀγκάθι τῆς ἀπελπισιᾶς. Μέ μόχθο, ἱδρώτα, ἀγωνία κι ὀδύνη βαδίζει τήν «καθ᾿ ὑπερβολήν ὁδόν τῆς ἀγάπης». Στό τάμα της μένει πιστή «ἄχρι τέλους». Προκαλεῖ τή μανία τῶν Τούρκων καί μαρτυρικά τελειώνει τή ζωή της στά 1589.
Ἀπόψε, 18 Φεβρουαρίου, στόν ἑσπερινό, ἐκεῖ στόν κεντρικό ναό τῆς ᾿Αθήνας, ἀνοίγει γιά τίς πιστές ψυχές τοῦ 21ου αἰώνα δρόμους ἐλπίδας καί ἀνανέωσης μιά γυναίκα τοῦ 16ου αἰώνα.
Μιά γυναίκα μέ πνεῦμα ἀνδρεῖο, μιά ῾Ελληνίδα μέ ψυχή ἀδούλωτη, μιά χριστιανή μέ φρόνημα ἡρωϊκό, ἡ ἁγία Φιλοθέη.
᾿Ιχνηλάτης
"Ἀπολύτρωσις"
Σέ κάθε ἐποχή, στῆς γῆς κάθε γωνιά κάποιες ψυχές ἀκοῦνε τή φωνή τοῦ Θεοῦ· «ἅγιοι γίνεσθε», καί νιώθουν αὐτό τό κάλεσμα ἐπιταγή ἱερή γιά τόν μεγάλο στόχο τῆς ζωῆς τους. Μέσα στήν ἀποστασία καί τή διαφθορά ἡ γῆ δέν σταμάτησε νά στέλνει ἁγίους στόν οὐρανό. Ἀθέατοι κάποιες φορές στά μάτια τῶν πολλῶν, γίνονται ἀντιληπτοί ἀπό τούς λίγους, πού ξέρουν νά θαυμάζουν καί νά ἐμπνέονται.
Ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Στό μυροβόλο νησί τῆς Χίου, σ᾿ ἕνα ἵδρυμα στιγματισμένο ἀπό τόν πόνο καί τήν ἀπομόνωση, ἕνας παπάς ἱερουργεῖ. Ὅταν ὑψώνει χέρια προσευχῆς, χαμηλώνει ὁ οὐρανός. Οἱ λεπροί νιώθουν τό ἄγγιγμα τῆς ἀγάπης τοῦ πατρός Ἄνθιμου νά ἀνακουφίζει τό σῶμα, νά φτάνει μέχρι τίς πληγές τῆς ψυχῆς. Γι᾿ αὐτό λαχταροῦν μιά ὥρα ξέχωρη, καί κάτω ἀπό τό πετραχήλι του γονατίζουν, γιά νά λάβουν εὐγνώμονα καί λυτρωτικά τήν ἄφεση.
Γιά ποιόν δέν ἔγινε τάχα πατέρας ἀληθινός στῆς ζωῆς του τό διάβα τοῦτος ὁ ἀσκητικός παπάς; Ἀπό τότε πού ἄνοιξε τά μάτια του στή γῆ, τήν 1η Ἰουλίου 1869, τόν ἥλκυε ὁ οὐρανός· ἐκεῖ στήλωνε τό βλέμμα, ἐκεῖ ἀπέθετε τά ὁράματά του, ἀπό ἐκεῖ ἐμπνεόταν τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη γιά τόν πλησίον. Τό 1898 κείρεται μοναχός καί τό 1910 χειροτονεῖται ἱερέας στό Κορδελιό τῆς Μ. Ἀσίας. Δύο χρόνια ἀργότερα διορίζεται ἐφημέριος στό λεπροκομεῖο τῆς Χίου. Λίγα ἀπό τά γράμματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἔμαθε. Μά θαυμαστά ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη ἄνοιγε μπρός του βιβλίο ἀνοιχτό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
1914 ὁ πρῶτος μικρασιατικός διωγμός, 1922 ἡ καταστροφή... Σέ τούτη τήν καμπή τῆς ἱστορίας ὁ ἀφανής ἕλληνας ἱερέας προβάλλει ἔχοντας περιβληθεῖ χιτώνα φωτεινό τή θεογνωσία καί τήν αὐτογνωσία. Χαριτωμένος καί ταπεινός, ἕτοιμος γιά διακονία. Οἱ πρόσφυγες καταφθάνουν, φιγοῦρες τραγικές, στ᾿ ἀκρογιάλια τοῦ νησιοῦ. Ὁ ἐμπνευσμένος λευΐτης διακονεῖ ἀκούραστα. Εὐεργετική ἡ ἀγάπη του περιθάλπει, στηρίζει, ἐνθαρρύνει, καθοδηγεῖ. Τό 1930 ἀρχίζει τή λειτουργία του τό μοναστήρι, πού μέ πολύ κόπο κατάφερε νά χτίσει, γιά νά βροῦνε στέγη μοναχές ξερριζωμένες ἀπό τίς ἱερές μονές τῆς μικρασιατικῆς γῆς. Σ᾿ αὐτή τή μονή τοποθετεῖ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας Βοήθειας, οἰκογενειακό του κειμήλιο. Τό ἱερό καθίδρυμα γίνεται τό κέντρο τῆς πνευματικῆς του ἀποστολῆς. Ἱερουργεῖ, ἐξομολογεῖ, κατηχεῖ μέχρι τά βαθιά του γεράματα, ὥς τήν μακαρία του κοίμηση στίς 15 Φεβρουαρίου 1960. Τά χρόνια τῆς ζωῆς του ὅλα προσφορά στόν ἄνθρωπο, τόν λεπρό, τόν πρόσφυγα, τόν ἀπελπισμένο, τόν ἁμαρτωλό.
Ὁ πατήρ Ἄνθιμος πότισε τούτη τή γῆ μέ τόν ἱδρώτα τοῦ πιό ἁγνοῦ κόπου, αὐτοῦ γιά τούς ἐλάχιστους ἀδελφούς. Ἀκολούθησε τόν Ἰησοῦ ζωσμένος τό λέντιο, γιά νά πλένει τά πόδια πού Ἐκεῖνος δέν εἶναι ἐδῶ νά πλύνει· γιά νά παρακαλεῖ τίς καρδιές ὅπως ὁ Κύριος παρακαλοῦσε τή δική του.
Ὁ σεβάμιος γέροντας π. Ἄνθιμος μέ τήν ὑπ. ἀρ. 1148/14-8-92 πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου συναριθμεῖται μεταξύ τῶν ὁσίων καί δικαίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Στόν αἰώνα τῆς σύγχυσης καί τῆς οἴῃσης στέκει ταπεινός, εὐλαβικός ἐργάτης τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ πλάι στούς ἐν Κυρίῳ κοπιῶντας κάθε ἐποχῆς. Σέ μέρες σκοτεινές καί ταραγμένες ἔγινε ἕνα φῶς στό δρόμο τῶν ἀνθρώπων γιά τόν Θεό, στάθηκε ἕνα χέρι ὑψωμένο, πού ἔδειχνε στόν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο τοῦ 20οῦ αἰώνα τόν λησμονημένο μά πολυπόθητο οὐρανό.
Ἰχνηλάτης
Ἀπολύτρωσις 58 (2003) 33-34
Μέσα σέ δύο φράσεις συμπυκνώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν προσφορά τοῦ Ἀκύλα καί τῆς Πρίσκιλλας, πού ἦταν συνεργοί τοῦ ἀποστόλου στό ἔργο τοῦ εὐαγγελίου, προσωπικοί του εὐεργέτες, καί γιά χάρη του ἔθεσαν σέ κίνδυνο τήν διά τή ζωή τους. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου καί ἡ προσωπική του εὐγνωμοσύνη, τήν ὁποία ἐκφράζει γιά τούς δύο σκηνοποιούς, ἀποκτοῦν μιά ἰδιάζουσα βαρύτητα, καθώς προέρχονται ἀπό ἕναν ἄνθρωπο πού ἔνιωθε εὐφροσύνη νά δαπανᾶται γιά τό εὐαγγέλιο καί ἀντιμετώπισε πάρα πολλούς κινδύνους στήν πολυτάραχη ζωή του, ἐγγίζοντας πολλές φορές κι αὐτόν τό θάνατο. Ἀλλά «ἵνα γάρ μή δόξῃ κολακεύων ταῦτα λέγων», σκέπτεται ὁ ἱ. Χρυσόστομος, προσθέτει καί τήν εὐχαριστία τῶν ἐξ Ἐθνῶν ἐκκλησιῶν.
Σχολιάζοντας τήν ἀναφορά αὐτή ὁ Χρυσόστομος παρατηρεῖ δύο στοιχεῖα πού ὑπογραμμίζουν τή γνησιότητα τῶν αἰσθημάτων τοῦ εὐσεβοῦς ζεύγους. Πρῶτον, εὐεργέτησαν ὄχι μόνον τόν Παῦλο, τόν διδάσκαλό τους, ἀλλά καί τούς μαθητές του, τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Καί δεύτερον, παρ᾿ ὅλο πού ἦταν Ἰουδαῖοι, διακονοῦσαν μέ προθυμία καί τούς ἐξ Ἐθνῶν χριστιανούς. Αὐτό γιά τήν ἀποστολική ἐποχή, ὅπου οἱ φυλετικές διακρίσεις δέν εἶχαν ξεπερασθεῖ (πρβλ. τόν γογγυσμό τῶν Ἑλληνιστῶν πρός τούς Ἑβραίους, Πρξ 6,1), ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Γίνεται ξεχωριστή ἀναφορά στίς ἐκκλησίες τῶν Ἐθνῶν, σως διότι ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα ἦταν ἀρκετά γνωστοί σέ πολλές χριστιανικές ἐκκλησίες ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν μετακινήσεών τους γιά ἐπαγγελματικούς λόγους. Ἐπιπλέον ἡ ἀναφορά αὐτή πιστοποιεῖ καί τήν ἐξ Ἐθνῶν καταγωγή τῆς ἐκκλησίας τῆς Ρώμης. Ὁπωσδήποτε δέ ὁ ἀπόστολος Παῦλος θέλει νά κινήσει τήν εὐγνωμοσύνη τῶν Χριστιανῶν τῆς Ρώμης ἀποκαλύπτοντας τό χρέος τῶν ἐκκλησιῶν ἔναντι τῶν δύο αὐτῶν Ἰουδαίων.
Ἀλλά ποιά εἶναι ἡ συγκεκριμένη προσφορά τοῦ Ἀκύλα καί τῆς Πρίσκιλλας πρός τίς ἐκκλησίες τῶν Ἐθνῶν, γιά τήν ὁποία ἐκεῖνες τούς εὐχαριστοῦν; Ἡ ἀπάντηση πού δόθηκε στό ἐρώτημα αὐτό μπορεῖ νά συνοψισθεῖ στά ἑξῆς:
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἡ εὐεργεσία πρός τόν Παῦλο, τόν διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιῶν, ἀφορᾶ στούς ἴδιους τούς μαθητάς του. Πολύ ζωηρά καί παραστατικά διατυπώνει τή σκέψη αὐτή ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ὁ γάρ τόν στρατηγόν σώσας, τούς στρατιώτας διέσωσεν ἄν, ὁ τόν ἰατρόν ἀπαλλάξας τῶν κινδύνων, τούς κάμνοντας εἰς ὑγείαν ἐπανήγαγεν... οὕτω καί οἱ τόν διδάσκαλον τῆς οἰκουμένης διασώσαντες, καί τό αἷμα τό ἑαυτῶν ἐκχέαντες ὑπέρ τῆς ἐκείνου σωτηρίας, κοινοί τῆς οἰκουμένης ἦσαν εὐεργέται, ἐν τῇ περί τόν διδάσκαλον προνοίᾳ τούς μαθητάς ἅπαντας διασώσαντες». Ἔπειτα δέν ἦταν μικρή ἡ προσφορά τους στόν τομέα τῆς διδασκαλίας. Ἀλλά καί ὑλική βοήθεια προσέφεραν στούς Χριστιανούς, ετε συντρέχοντας οἰκονομικά στίς ἀνάγκες τους ετε προσφέροντας τό σπίτι τους γιά φιλοξενία, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ Ἀπολλώ. Καί ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «καί τί τοσοῦτον οἱ δύο οὗτοι ἐκκλησίας τοσαύτας ὠφελῆσαι σχυσαν; Ποίαν χρημάτων περιουσίαν; Ποῖον δυναστείας μέγεθος; Τίνα παρά ἄρχουσι παῤῥησίαν; Χρημάτων μέν περιουσίαν καί δυναστείαν παρά τοῖς κρατοῦσιν οὐκ ἐκέκτηντο• ὅ δέ τούτων ἁπάντων μεῖζον ἦν, προθυμίαν γενναίαν καί ψυχήν πρός κινδύνους παρατεταγμένην μετά πολλῆς τῆς περιουσίας εἶχον. Διά τοῦτο πολλῶν εὐεργέται ἐγένοντο καί σωτῆρες».
Οἱ δύο σκηνοποιοί, πού συνέδεσαν τή ζωή τους μέ τόν ἀγῶνα γιά τήν ἐξάπλωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἶχαν γενναία ψυχή καί πρόθυμη νά ὑποβληθεῖ σέ ὁποιονδήποτε κόπο ἤ θυσία γιά τήν ἐνίσχυση καί ἀνακούφιση τοῦ Παύλου, γιά τήν ἀνάπαυση καί τήν οἰκοδομή τῶν πιστῶν, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τοῦ ἔργου καί γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό νιώθουν εὐγνωμοσύνη ἀπέναντί τους ὄχι μόνον ὁ ἀπόστολος, πού προσωπικά εὐεργετήθηκε ἀπό τήν αὐταπάρνησή τους, ὄχι μόνον ὅλες οἱ ἐκκλησίες τῶν Ἐθνῶν, ἀλλά καί οἱ πιστοί ὅλων τῶν αἰώνων. Μέσα σ᾿ αὐτούς συμπεριλαμβανόμαστε καί ἐμεῖς.
π. Μιχαήλ Κόνιας
(ἀπό τό βιβλίο του
«Ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα»,
ἔκδοση «Χριστιανική Ἐλπίς»)